«Το αστυνομικό μυθιστόρημα διασώζει την τάξη σε μία εποχή αταξίας».
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Είναι μια διαπίστωση που έκανα εκ των υστέρων: από νεαρή ηλικία με έλκυαν οι άνθρωποι (στη μυθοπλασία αλλά και στον πραγματικό κόσμο) με τραγικό πεπρωμένο. Δηλαδή, άνθρωποι που έκαναν μια εξαναγκαστική ή οικειοθελή κατάβαση στην κόλαση.
Στην εφηβεία μου, το στοιχείο αυτό βρισκόταν ακόμα υπό διαμόρφωση και συνυπήρχε με μια φιλοπερίεργη διάθεση και την, σχεδόν ενστικτώδη, τάση να αναζητώ αυτό που κρύβεται κάτω από την κρούστα των φαινομένων. Ίσως ήταν η ίδια τάση, που αρκετά αργότερα με έκανε να στραφώ στην ερευνητική δημοσιογραφία.
Ταυτόχρονα, καθώς με είχε κερδίσει ήδη η τέχνη της ανάγνωσης, μπήκα στον πειρασμό (στον οποίο καλό είναι να υποκύπτει κάποιος προτού εξαφανιστεί, σύμφωνα με τον Επίκουρο) να δοκιμάσω, μεταξύ άλλων, και την αστυνομική λογοτεχνία. Έτσι, όρμηξα στην οικογενειακή βιβλιοθήκη και ανέσυρα την Άγκαθα Κρίστι, τον Κόναν Ντόυλ, τον Ρεξ Στάουτ. Τι με γοήτευσε; Αρχικά, το προφανές: το μυστήριο, η αποθέωση της λογικής για την αναζήτηση της αλήθειας, η δράση, οι σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης κατάστασης. Ήταν μια αποκάλυψη, που με συνεπήρε.
Στα τελειώματα του λυκείου –γύρω στα 18 μου– υπήρξε μια τομή. Ο πατέρας μου, που είχε διαπιστώσει την έφεσή μου σε τέτοιου είδους αναγνώσματα, με προέτρεψε να ρίξω μια ματιά στους Χάμετ, Τσάντλερ, Μακντονάλντ, Σιμενόν, Χάισμιθ και, ασφαλέστατα, στον Μαρή. Τους πήρα αμπάριζα και πολύ σύντομα βρέθηκα σε έναν θαυμαστό, νέο κόσμο. Ακόμα έχω στο μυαλό μου τη γεύση που μου άφησε η περιήγησή μου στη «συγγραφική κουζίνα» των συγκεκριμένων και στη συνέχεια πολλών άλλων κορυφαίων συγγραφέων (Πόου, Γκρην, Γουίλκινς, Μανσέτ, Σγιεβάλ-Βαλέε, Μονταλμπάν, Ιζό, Ελρόυ, Μανκέλ, Ιντρίντασον κ.ά.) του είδους: ξαφνικά είχα ανακαλύψει με απολύτως απτό τρόπο ότι τα «αστυνομικά» ήταν κάτι πολύ περισσότερο από καλοφτιαγμένα αινίγματα, δίκην σταυρολέξων για «έμπειρους λύτες». Είχα βρεθεί σε μια κατάφωτη λογοτεχνική λεωφόρο, που μολονότι οδηγούσε σε τοπία του ζόφου, με είχε αφήσει με το στόμα ανοιχτό! Παράλληλα, λόγω σινεφιλίας, άρχισα να βουτάω και στον νουάρ κόσμο του κινηματογράφου (με πρώτο «σταθμό» τις ταινίες του μέγιστου Άλφρεντ Χίτσκοκ και δεύτερο του ανεπανάληπτου Ζαν-Πιερ Μελβίλ –ακολούθησαν πολλοί άλλοι). Μεγαλώνοντας, βεβαιώθηκα ότι η αστυνομική λογοτεχνία –προφανώς, στις ευτυχείς στιγμές της– συνιστά μια έκκληση να διανύσουμε ολόκληρη τη διαδρομή της ανθρώπινης φύσης μέχρι τα έσχατα όριά της· όπως ακριβώς κάνει και η αρχαία τραγωδία από μια άλλη σκοπιά. Ο τραγικός άνθρωπος είχε εμφανιστεί μπροστά μου, διαυγέστερος από ποτέ.
Αργότερα συνειδητοποίησα ότι, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1960 και εντεύθεν, το είδος είχε αρχίσει να στρέφεται όλο και πιο εμφατικά προς την κοινωνική παρατήρηση, καταλαμβάνοντας σχεδόν εξ εφόδου τον «δημόσιο χώρο» που είχε απελευθερώσει η εν πολλοίς ομφαλοσκοπική μοντέρνα (και μεταμοντέρνα) τέχνη –δηλαδή, είχε περάσει σταδιακά από την ανατομία ενός εγκλήματος στην ανατομία μιας κοινωνίας, σε αναλογία προς αυτό που τον 19ο αιώνα χαρακτηριζόταν ως κοινωνικό μυθιστόρημα.
Διαμόρφωσα, έτσι, την αντίληψη (ή μήπως πρέπει να πω πεποίθηση;) ότι ίσως αποτελεί το μόνο λογοτεχνικό είδος, το οποίο σχεδόν προγραμματικά συναιρεί δύο, φαινομενικά αντίρροπες, συνθήκες: από τη μία βυθίζεται έως τα έγκατα της ανθρώπινης ύπαρξης και από την άλλη σηκώνει τα μάτια για να κοιτάξει κατάματα τις κοινωνικές (επομένως, κατεξοχήν πολιτικές) παθογένειες. Ποιο προσφορότερο πεδίο να αναζητήσει κάποιος συγγραφέας για να αναπτύξει τις ιδέες του;
Πιθανότατα αυτός ήταν και ο λόγος που στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποφάσισα να γράψω το πρώτο (κλασικότροπο, hommage στον Μαρή) αστυνομικό μυθιστόρημά μου (Η στάση του εμβρύου) –άλλωστε, είναι γνωστό, ότι ένας συγγραφέας, ανεξάρτητα από το πόσο ταλέντο διαθέτει, οφείλει πρωτίστως να είναι επαρκής αναγνώστης.
Βεβαίως, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε πως για πολλές δεκαετίες η αστυνομική λογοτεχνία και γενικότερα η αστυνομική αφήγηση σε κάθε είδος τέχνης, «διαβίωνε» σε ένα διαβρωτικό γι’ αυτήν περιβάλλον: είχε μεγάλη λαϊκή απήχηση, αλλά από την κριτική και τους διανοούμενους αντιμετωπιζόταν υπεροπτικά ως ανάξια λογοτεχνία (παραλογοτεχνία), αποκλειστικά για το τρένο ή την παραλία. Στα καθ’ ημάς, είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της Άλκης Ζέη για τον φίλο της, Γιάννη Μαρή: «Ξέραμε πως γράφει αστυνομικά, αλλά δεν τον διαβάζαμε».
Αλλά ο κόσμος δεν μένει (ευτυχώς) ακίνητος –«τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν», κατά τον Ηράκλειτο. Βαθμηδόν, το είδος παρέδιδε ολοένα και περισσότερα «διαμάντια», που δεν μπορούσαν πλέον να μείνουν απαρατήρητα, χαρακτηριζόμενα συλλήβδην ως ο «πολτός» της λογοτεχνικής παραγωγής (pulp fiction). Έτσι, από τη δεκαετία του 1960, όταν οι ανθρωπιστικές σπουδές πέρασαν στην αντεπίθεση, η αστυνομική λογοτεχνία άρχισε να προσλαμβάνεται από μια νέα γωνία θέασης. Ακαδημαϊκοί, κριτικοί λογοτεχνίας, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι, αλλά και απαιτητικοί αναγνώστες έριξαν το εμβριθές βλέμμα τους σε αυτήν και, εν τέλει, από το πεζοδρόμιο την αναβίβασαν στα ράφια της λογοτεχνίας. Ήταν η εποχή που το είδος αναβαθμίστηκε σε «περίβλεπτη κυρία».
Σήμερα, πλέον, έχει συγκροτηθεί διεθνώς ένα εντυπωσιακό corpus ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας, το μέγεθος και το βεληνεκές της οποίας θα ζήλευαν πολλά άλλα γνωσιακά πεδία. Στην Ελλάδα, το σημείο καμπής στον τομέα αυτόν φαίνεται να είναι το 2010. Μετά από εκείνη τη χρονιά κυκλοφόρησαν σημαντικές πρωτότυπες μελέτες και δοκίμια για το είδος (από τους Ανδρέα Αποστολίδη, Φίλιππο Φιλίππου, Κώστα Καλφόπουλο, Στράτο Μυρογιάννη, Γιάννη Πανούση, Δημήτρη Παπαχαραλάμπους, Νίκο Γεωργιάδη), δημοσιεύτηκαν πλήθος θεωρητικών κειμένων και ειδικών αφιερωμάτων σε εφημερίδες, περιοδικά και sites, εκπονήθηκαν διατριβές και εργασίες για την αστυνομική λογοτεχνία ή επιμέρους όψεις της (ο γράφων έχει υπ’ όψη του τουλάχιστον τέσσερις), έγιναν συντεταγμένες ενέργειες «εξόδου» του σύγχρονου ελληνικού «αστυνομικού» προς μια διεθνοποιημένη, πλέον, αγορά (λ.χ. με τις συλλογές διηγημάτων σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων BalkaNoir σε επιμέλεια του Βασίλη Δανέλλη και του γράφοντα, Yunankarasi που κυκλοφόρησε στην Τουρκία σε επιμέλεια των Βασίλη Δανέλλη και Damla Demirozu ή Hellas Noir που εκδόθηκε στην Γερμανία σε επιμέλεια του Κώστα Καλφόπουλου), ενώ το είδος πέρασε και την πόρτα της ακαδημαϊκής κοινότητας (κάτι που, μερικά χρόνια πριν, ίσως να θεωρούταν «βλασφημία») με το θεματικό συμπόσιο της Σχολής Μωραΐτη το 2012 και το συνέδριο «Έγκλημα και κρίση» από το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ το 2016. Παράλληλα, κυκλοφόρησαν τέσσερις εποπτικές μελέτες για την ελληνική πεζογραφική παραγωγή μετά το 1974 (Συλλογικό, Critical Times, Critical Thoughts, από τις εκδόσεις τουCambidge, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς, Ελισάβετ Κοτζιά, Ελληνική πεζογραφία 1974-2010 και Δημοσθένη Κούρτοβικ, Η ελιά και η φλαμουριά) που για πρώτη φορά στα εγχώρια φιλολογικά χρονικά συμπεριέλαβαν διακριτές (και εκτεταμένες) ενότητες σχετικά με την αστυνομική λογοτεχνία του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος. Την ίδια περίοδο συστάθηκε η Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ), κυκλοφόρησε το περιοδικό θεωρίας για την αστυνομική λογοτεχνία The Crimes and Letters Magazine (CLM) που το ακολούθησε το πολάρ και δημιουργήθηκαν εξειδικευμένα sites (π.χ. Caso Pensato) ή αντίστοιχες σελίδες στο Facebook με χιλιάδες διαδικτυακά μέλη (π.χ. «Φίλοι αστυνομικής λογοτεχνίας»).
Ασφαλώς, υπάρχει ακόμα σημαντικό έδαφος να διανυθεί, εντούτοις η μετατόπιση είναι σαφής.
Όμως, αυτή η (εντυπωσιακή, συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν) διεύρυνση του ενδιαφέροντος δεν σημειώθηκε «εν κενώ». Ήδη από τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, η ετήσια παραγωγή νέων ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων σχεδόν δεκαπλασιάστηκε σε σχέση με τα τέλη (μόλις) της δεκαετίας του 1990. Αν κάποιος επιδίωκε να ερμηνεύσει το φαινόμενο, θα μπορούσε ενδεικτικά να επικαλεστεί: την αλλαγή του εμπορικού μοντέλου που εκτίναξε τη δημοφιλία του είδους παγκοσμίως, με σχεδόν αδιαφιλονίκητο πρωταγωνιστή το περίφημο (για ορισμένους, διαβόητο) Nordic Noir, το οποίο με την («παγωμένη») αύρα του κατέκλυσε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη· τη θεαματική αύξηση του αριθμού των τηλεοπτικών crime σειρών διεθνώς (ορισμένες από αυτές, ιδιαίτερα υψηλής στάθμης), που προσέλκυσαν το ενδιαφέρον μεγάλου μέρους του κοινού και το εξοικείωσαν με αυτή τη μορφή αφήγησης· τη συνακόλουθη (αναπόδραστη;) διεύρυνση του ενδιαφέροντος συγγραφέων και αναγνωστών να «δοκιμάσουν την τύχη τους» στο συγκεκριμένο genre. Όμως, οι καταφανώς πληθωριστικές τάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό ως προς τον αριθμό των εκδιδόμενων τίτλων δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη (ή έστω ανάλογη) βελτίωση της μέσης ποιότητας των κειμένων. Συγχρόνως, το από τη «φύση» του φορμαλιστικό αυτό είδος, διέρχεται φάση ακόμα εντονότερης τυποποίησης –η «κοινωνική ματιά» αναφύεται πλέον όλο και τακτικότερα ως ιερό τοτέμ (ή αλαλάζον κύμβαλο), με αποτέλεσμα η λογοτεχνική απόπειρα να ξεπέφτει επανειλημμένα στη φτηνή εφημεριδογραφία. Κοντολογίς, στις μέρες μας η αστυνομική αφήγηση πλέει σε «καινούργιες θάλασσες» και ίσως χρειάζεται νέο πορτολάνο.
Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο τοπίο, εδώ και δύο χρόνια δουλεύω ένα νέο αστυνομικό μυθιστόρημα, προσδοκώντας να μείνω –κατά το δυνατόν– προσδεμένος στο αυθεντικό γούστο μου. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η απόπειρα να αναστοχαστώ όλον τον ελληνικό 20ό αιώνα (γενικότερα, τον πλέον αιματηρό στην ιστορία της ανθρωπότητας) μέσα από το πρίσμα των αληθινών πρωταγωνιστών του: των νεκρών. Ταυτόχρονα, καθώς διασχίζω την έκτη δεκαετία τη ζωής μου, επιχειρώ και μια προσωπική «διαπραγμάτευση» με το αιώνιο άχθος της ανθρώπινης ύπαρξης: τη συνείδηση της θνητότητας και τη μνήμη του θανάτου. Πρόκειται για ένα non-fiction crime novel, με το οποίο (ελπίζω πως) κάνω ένα βήμα μπροστά σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημά μου (Μυρίζει αίμα).
Ενδιαμέσως, επεξεργάζομαι το σενάριο του β΄ μέρους του graphic novel Ληστές (το α΄ μέρος κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2020), που σχεδιάζει ο Γιώργος Γούσης και ελπίζω/ουμε να κυκλοφορήσει το αργότερο σε έναν χρόνο από τώρα.
Με άλλα λόγια, παραμένω προσηλωμένος στην προσπάθεια να μεταμορφώσω –στον βαθμό των δυνατοτήτων μου– την «καλλιτεχνικά αδρανή γλώσσα της επικοινωνίας σε λόγο» (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αληθομανές χαλκείον – Η ποιητική ενός πεζογράφου). Το αν το καταφέρνω, αποτελεί ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα…
⸙⸙⸙
Ο Γιάννης Ράγκος (1966) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, ιδρυτικό μέλος της ΕΛΣΑΛ και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού πολάρ. Τελευταίες κυκλοφορίες του: το αστυνομικό μυθιστόρημα Μυρίζει αίμα (Καστανιώτης, 2019), το graphic novel Ληστές (Polaris, 2020) και ο συλλογικός τόμος διηγημάτων 33ιστορίες για το 1821 (Gema, 2021).

