Ακόμη και σήμερα, θεωρώ τον εαυτό μου ένα παιδί του Ψυχρού Πολέμου. Ίσως γιατί ήταν τόσο βαθιά χαραγμένη στο νου μου η διπλή όψη της Ευρώπης, ώστε όλη μου η κοσμοθεώρηση αντλούσε από εκείνη την γεωπολιτική αντίθεση της Δύσης και της Ανατολής, ένα σχίσμα στον χάρτη που μελετούσα από μικρός. Στον τοίχο του παιδικού δωματίου μου υπήρχε ο παγκόσμιος άτλας, ένα πολύχρωμος πολιτικός χάρτης που ρουφούσε το βλέμμα μου και μου έδειχνε μια ποικιλία που ανέκαθεν με γοήτευε.
Παιδί εκείνης της γενιάς, έζησα και μεγάλωσα με το ένα πόδι στον παλιό κόσμο και με το άλλο στον καινούργιο. Πολλοί της γενιάς μου, μεγαλωμένοι στα χρόνια του ’60 και του ’70, συμφωνούν με την ιδέα ότι ενώ λαχταρούσαμε το νέο που ερχόταν, ενώ η προσελήνωση του 1969 εγγραφόταν στη συνείδησή μας μέσα από τη μαυρόασπρη οθόνη, καταλαβαίναμε παράλληλα και εκείνο τον κόσμο των προπατόρων που κυλούσε από το χθες στη λήθη.
Δύσκολο να μεταφέρει κανείς σε έναν νέο του 21ου αιώνα ότι υπάρχουν εναργείς οι μνήμες από τον αρκουδιάρη ή τον παγοπώλη στον δρόμο, πολύ δε περισσότερο, οι μνήμες από εκείνα τα ατελείωτα βράδια πριν εγκατασταθεί η τηλεόραση στο σπίτι. Βράδια, με βιβλία και περιοδικά απλωμένα στο χαλί, με τη φαντασία να καλπάζει. Όταν ήρθε η τηλεόραση σε ένα χάρτινο κιβώτιο μια μέρα του 1968, τρεμόπαιζε στην αρχή η χιονισμένη οθόνη της με το πουλί της χούντας να αναβοσβήνει. Από τότε άλλαξαν τα βράδια μας.
Σήμερα, από το θεωρείο του 2026, αντιλαμβάνομαι πως η διαδρομή είναι τεράστια και αν μπορούσα να συνοψίσω τις μεγάλες αλλαγές θα εστίαζα σε δύο – κοινές – παραμέτρους. Την αγάπη και την εξάρτηση από τα έντυπα (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, αλληλογραφία) και την έλξη προς την Ιστορία, τη Γεωγραφία, το πολιτισμικό παλίμψηστο όπου όλα χωρούσαν σύμφωνα με τον τρόπο που μας το έδινε ο κεντροευρωπαϊκός χώρος, με την αύρα του Στέφαν Τσβάιχ, του Βάλτερ Μπένγιαμιν ή του Γκύντερ Γκρας. H Ευρώπη, η Δύση γενικότερα, όριζε ακόμη με αυτοπεποίθηση και με πληρότητα, τον πνευματικό ορίζοντα. Μεγάλωσα σε καιρούς ευρωκεντρικούς. Ήταν ο ευρωατλαντικός κόσμος που είχε διαμορφωθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το σύμπαν των εντύπων συμπλήρωνε, προέκτεινε, εμπλούτιζε αυτήν τη διάσταση ακόμη και σε μια πόλη σαν την Αθήνα, που αν και γεωγραφικά και οικονομικά βρισκόταν στην άκρη της Ευρώπης, υπήρξε για παραπάνω από 35 χρόνια ένα κεντρικό κομμάτι της Δύσης, όπως την κατανοούσε ο κόσμος τότε. Μεγάλωσα με εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, αναγνώσματα πάσης φύσεως, εγκυκλοπαίδειες, δίσκους βινυλίου, 45 και 33 στροφών, λευκώματα με κολλημένες θεματικά φωτογραφίες, διάφορες συλλογές από γραμματόσημα, χαρτάκια, καρτ ποστάλ, καπάκια αναψυκτικών και μπύρας, σπιρτόκουτα, αεροπορικά εισιτήρια, προγράμματα θεάτρου και κινηματογράφου, αποδείξεις βιβλιοπωλείων, εστιατορίων και ξενοδοχείων, χειρόγραφους καταλόγους για πάσης φύσεως λίστες, ψαλίδια, κόλες, μαρκαδόρους, μολύβια, ξύστρες και πένες. Ήταν η αποθέωση του αναλογικού κόσμου.
Σε εκείνη τη διαδρομή ενηλικίωσης, θα πρόσθετα χωρίς δεύτερη σκέψη την επίδραση που είχε στο γενικό κοινό, πόσω μάλλον σε ένα παιδί ή έναν έφηβο, ο κινηματογράφος. Δύσκολο να μεταφέρεις σήμερα τη συγκίνηση που γεννούσαν οι σκοτεινές αίθουσες τον χειμώνα, με τη μυσταγωγία τους, και οι ξεσκέπαστες νύχτες τα καλοκαίρια, σε ένα κλίμα ξενοιασιάς αλλά και με εκείνα τα αξέχαστα άτυπα φεστιβάλ με τις ταινίες του Βισκόντι ή του Φασμπίντερ. Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο εκείνης της ενηλικίωσης με όλη αυτή την κοινωνική διάσταση ήταν ότι αποτελούσε κοινή συνθήκη για έναν μεσοαστικό κόσμο στην Αθήνα. Έτσι ήταν πολλοί συμμαθητές, συμφοιτητές, φίλοι και παρέες. Δεν ήταν ο κανόνας ίσως, δεν ήταν όμως η εξαίρεση. Υπήρχε πίστη σε ένα ιερό στοιχείο. Και η ιερότητα αυτή έτρεφε το μυαλό και την καρδιά. Πολλοί έφηβοι τότε ήμασταν ήρωες ρομαντικών μυθιστορημάτων.
Όλα τα χρόνια της δικτατορίας, που τα πέρασα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, είχα συναίσθηση αυτής της ιστορικής σήραγγας από τον «πόλεμο» (όπως αποκαλούσαμε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) ως ένα άγνωστο αύριο, το οποίο όμως φανταζόμασταν ως τόπο ευημερίας και απελευθέρωσης (κοινωνικής, σεξουαλικής, ατομικής). Η δικτατορία είχε ανακόψει αυτό που είχα μόλις προλάβει ως μικρό παιδί να μυριστώ, εκείνη, δηλαδή, την αναγέννηση της κοινωνίας και την έκρηξη της δημιουργίας (εν μέσω πολιτικού χάους μετά το 1963). Ωστόσο, η ζωή συνεχιζόταν και παρά τους αναχρονισμούς που νιώθαμε στην επταετία μέσα από το αυταρχικό σύστημα της δημόσιας εκπαίδευσης, η κοινωνία προχωρούσε ερήμην της πολιτικής κατάστασης.
Βεβαίως, η καταπίεση στα χρόνια του σχολείου ήταν μεγάλη. Γεννούσε ήδη την ανάγκη αποτίναξης ενός αραχνιασμένου κόσμου που ζητούσε καλοκουρεμένα αγορίστικα κεφάλια και άσπρες κορδέλες στα μαλλιά των κοριτσιών στην εποχή του Γούντστοκ και των παιδιών των λουλουδιών.
Περισσότερο, όμως, ήταν η γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα ήταν θέμα συζήτησης, κυρίως λόγω της εξέλιξής της και ήδη από το 1975 είχα αρχίσει να δοκιμάζω το μονοτονικό (εκτός σχολείου) και να το γυρίζω για ένα διάστημα στο πολυτονικό, από αντίδραση μετά το 1982. Ήταν μια περίοδος μεταβατική που σφραγίστηκε από τη γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976. Πολλές ακρότητες απελευθερώθηκαν και νομιμοποιήθηκαν τότε. Εκφράσεις και λέξεις που σήμερα είναι αυτονόητες, τότε ξένιζαν πολλούς και χρειάστηκε χρόνος να αποδεχθούμε το «παραπάνω» και «παρακάτω» στη θέση του «ανωτέρω» και «κατωτέρω» ή την απόσυρση της δοτικής όπως και την κατάργηση της ιεραρχίας, της αυθεντίας και της αποδοχής της κοινωνικής κλίμακας που υπηρετούσαν οι παλαιότερες μορφές της γλώσσας. Πάντως, θυμάμαι στη Μεταπολίτευση, ήμασταν όλοι ενθουσιώδεις δημοτικιστές.
Ξεχασμένες, φαίνονται, αυτές οι εντάσεις, αλλά καθώς η γλώσσα εξελίσσεται αποτυπώνοντας ένα ήθος, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα και μια δημόσια αισθητική, σήμερα δυσκολεύομαι να αποδεχθώ τη γενικευμένη και χωρίς σκέψη απλοποίηση της ιστορικής ορθογραφίας στη μεταγραφή των ξένων λέξεων και ονομάτων. Ο Paul και η Mary έχουν λόγο να γράφονται ως Πωλ και Μαίρη.
Αυτές οι απολήξεις του εικοστού αιώνα στην εποχή μας με οδηγούν σε μια άλλου είδους γλωσσολογική κουλτούρα των περασμένων δεκαετιών που με διαμόρφωσαν όπως και πολλούς συνομηλίκους μου. Η γαλλική γλώσσα κρατούσε ακόμη μια σχετική πρωτοκαθεδρία όταν άρχισα να εκτίθεμαι στον κόσμο της και τον πολιτισμό της, γιατί έτσι γινόταν τότε το πέρασμα στο κατώφλι μιας άλλης πολιτισμικής διάστασης. Η ιστορία, η λογοτεχνία και ο πολιτισμός έφταναν μέσα από τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας ως αυτονόητες επιλογές για μια βαθύτερη κατανόηση. Τα αγγλικά ακολούθησαν σύντομα.
Το ήθος του αθηναϊκού αστικού κόσμου στις μεταπολεμικές δεκαετίες διατηρούσε ακόμη χώρο για άλλου τύπου ιδιαίτερα μαθήματα, όπως αυτά που έκανα καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολείου με μια φωτισμένη δασκάλα. Υπήρξε και εκείνη γέννημα ενός παλιού αστικού κόσμου από πατέρα Έλληνα καθολικό Κωνσταντινουπολίτη και Τηνιακό και μητέρα από το Βέλγιο, η μαντάμ Σιμόν με διαμόρφωσε μέσα από τα γαλλικά και τα αγγλικά μαθήματα στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Ίσως να ήμουν τυχερός, αλλά συχνά σκέφτομαι εκείνα τα μισοσκότεινα απογεύματα σε εκείνο το διαμέρισμα της οδού Δροσοπούλου, όπου έβρισκα τη δασκάλα μου, μέσα σε αναθυμιάσεις ενός θραυσματικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος που μπορούσε να χωρέσει πάνω στα χαρτιά και τα βιβλία μας πάνω στη ροτόντα της τραπεζαρίας.
Είχα αυτήν την παράλληλη έκθεση σε αυτόν τον μαγικό κόσμο για όσο κράτησαν τα σχολικά χρόνια, σχεδόν κάθε απόγευμα, μετά τα μαθήματα της επόμενης μέρας. Ήταν ίσως ένα κομμάτι ενός θνήσκοντος τρόπου διαπαιδαγώγησης που συνέβαινε όμως στην οδό Πατησίων του ’60 και του ’70.
Υπήρχε αυτή η διπλή ανάγνωση της ζωής: σχολείο, κοινωνικότητα, παιχνίδι έξω και μετά ιδιαίτερα μαθήματα ευρωπαϊκού πολιτισμού και γλώσσας σε εκείνο το διαμερισματάκι, που ήταν ένας κόσμος μυστηρίου, σχεδόν ψευδαισθητικός.
Είχα όμως ενστερνιστεί όλη την αγάπη για την Ελλάδα όπως την εισέπραττα από το σχολείο. Η πατριδογνωσία μού είχε γίνει εμμονή. Και παράλληλα, το άνοιγμα στον κόσμο μέσα από όσα έβρισκα στο σπίτι: παγκόσμια λογοτεχνία, το περιοδικό ΤΙΜΕ, βιβλία για το σινεμά, δίσκοι ελαφράς μουσικής με αμερικάνικα και γαλλικά τραγούδια.
Όμως, η Αθήνα είχε αλλάξει τόσο πολύ τη ζωή της μετά το 1974, που καθώς αυτή η μεταβολή συνέβαινε ταυτόχρονα με την εφηβεία μου, με οδήγησε σε μια πιο πραγματική επαφή με την καθημερινότητα. Η πόλη εκεί έξω είχε ήδη αλλάξει δέρμα. Εκείνη η μυρωδιά του ασβέστη στις νέες οικοδομές, τα τραγούδια και οι φωνές της μαστοράντζας, τα ξύλινα καλουπώματα, το φρέσκο τσιμέντο… και μαζί τα σπίτια που έπεφταν στη σκαπάνη… υπήρχε μια αίσθηση χειροποίητου και μια ερωτική αύρα σε όλη αυτήν την αναστάτωση. Έμαθα να φωτογραφίζω την πόλη, περπατώντας προς το σχολείο, με μια μικρή Kodak στην τσέπη… σπίτια παλιά, σπίτια τσαρουχικά, σπίτια μιας άλλης εποχής που με γοήτευε καθώς κυλούσε στη λήθη χωρίς τελετουργικό μνήμης.
Σε εκείνη την παλιά πόλη που πλέον μοιάζει με αποκύημα της φαντασίας ανακαλύπταμε τα βιβλία, φτιάχναμε τη δική μας βιβλιοθήκη, ξέχωρα από αυτήν που υπήρχε στο σπίτι. Στα ράφια του σπιτιού έβρισκα την κλασική λογοτεχνία της μητέρας (Τολστόι, Περλ Μπακ, Στάινμπεκ, Ρομαίν Ρολάν, Σολόχωφ, Βενέζης, Καραγάτσης, όσα δηλαδή διάβαζαν όσοι διάβαζαν τότε ως μέσος όρος) και ιστορικά και πολιτικά του πατέρα, που τον ενδιέφερε κυρίως η ιστορία της Αμερικής.
Σε αυτό το τοπίο, η ανακάλυψη της Εστίας, του Ίκαρου και του Κέδρου, σε χρόνια ηρωικά, ήταν μια έξοδος προς την ενηλικίωση και στην αυτονόμηση του λογοτεχνικού γούστου. Η περιέργεια οδηγούσε το βλέμμα. Τα πρώτα της Μάρως Δούκα, δεκαετία ʼ70 και μαζί η Μαρία Ιορδανίδου που τότε έκανε θραύση, Κώστας Ταχτσής και Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Κάσδαγλης και Τριαντάφυλλος Πίττας, Ελύτης και Σεφέρης, Καβάφης και Φόρστερ, Βιρτζίνια Γουλφ και Λώρενς, Χένρι Τζέιμς και Τζόζεφ Κόνραντ, Ζακ Πρεβέρ και Κολέτ, Αντρέ Ζιντ και Χέρμαν Εσσε. Υπήρχε ένας εκλεκτικισμός και μια πραγματική βουλιμία που εκτεινόταν από τη νέα λογοτεχνία στην κλασική και από την ποίηση στα βιβλία του περιπτέρου.
Η μαζική κουλτούρα στα χρόνια εκείνα, που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά, διαμόρφωνε συνειδήσεις. Αναφέρομαι κυρίως στην κουλτούρα του περιπτέρου, που στα χρόνια του 20ού αιώνα είχε μια κεντρική θέση στη ζωή όλων, παιδιών, εφήβων, ενηλίκων (από προφυλακτικά, τσιγάρα και ξυραφάκια, έως τσίχλες και σοκολάτες, αλλά κυρίως περιοδικά και βιβλία τσέπης). Στο περίπτερο πήγαινα για να εκτελέσω μια τελετουργία: την αγορά εβδομαδιαίων περιοδικών. Η συντριπτική πλειοψηφία όσων ανήκουν στη γενιά μου είχε εμμονή με κάποια περιοδικά, τα οποία με τα εξώφυλλά τους εικονογραφούσαν μια εφήμερη εγκατάσταση στην πρόσοψη του περιπτέρου, φρεσκοτυπωμένα και κολλαριστά, κρεμασμένα με ξύλινα μανταλάκια ή άθικτα και ατσαλάκωτα από κάποια αθέατη ντάνα. Τα παιδικά περιοδικά με διαμόρφωσαν σε βαθμό σχεδόν απόλυτο. Τα έπαιρνα όλα αλλά ιδιαίτερη αδυναμία, στα όρια της εμμονικής αγάπης, είχα για τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» των εκδόσεων Πεχλιβανίδη. Τα παιδικά περιοδικά μαζί με τα οικογενειακά, τα γυναικεία, τα αστικά και λαϊκά, συμβόλιζαν την πλατιά γκάμα του κοινού γούστου σε μια εποχή ταχύτατης αστικοποίησης, ανοίγοντας θυρίδες στη φαντασία με τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο.
Εκείνη η μέση κουλτούρα ξεχυνόταν στα πεζοδρόμια, στα περίπτερα, στις προθήκες των κινηματογράφων, στα φωτογραφεία, και φυσικά στα αναρίθμητα βιβλιοπωλεία που ήταν σημεία αναφοράς στο κέντρο της Αθήνας. Τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», όπως και τις λοιπές ονομαστές εκδόσεις Πεχλιβανίδη τις έβρισκε κανείς στη μυθική «Ατλαντίδα», Κοραή 8, μια πραγματική σπηλιά των θαυμάτων. Ο «Ελευθερουδάκης», όταν άφησε την ιστορική έδρα του στη Σταδίου επί της πλατείας Συντάγματος, έζησε για παραπάνω από 30 χρόνια στην οδό Νίκης 4, εκεί όπου μεγάλωσε άλλες δυο γενιές αναγνωστών. Εκεί, πήγαινα σχεδόν εμμονικά. Στο ισόγειο δεξιά ήταν τα λογοτεχνικά βιβλία. Μπροστά, οι ξένοι συγγραφείς σε μετάφραση και στο βάθος οι Έλληνες. Η σειρά «Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» της «Εστίας» ήταν σε περιστρεφόμενες βιβλιοθήκες και στον ημιώροφο, όπου ανέβαινες από μια σκάλα, ήταν το τμήμα με τα ξενόγλωσσα βιβλία τσέπης, κυρίως αγγλικά και γαλλικά. Για γαλλικά βιβλία, υπήρχε φυσικά ο «Κάουφμαν» στη Σταδίου, που ήταν γεμάτη βιβλιοπωλεία όπως ο «Σιδέρης», ο «Προμηθέας», η «Βιβλιοχαρτεμπορική» και η παλιά «Εστία» στη Στοά Νικολούδη. Η «Εστία» μετακόμισε το 1978 (λόγω κατεδαφίσεως του κτιρίου στη Σταδίου) και εγκαταστάθηκε για πολλά χρόνια στην οδό Σόλωνος 60, όπου έγραψε ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της. Εκεί, πάνω στους πάγκους λαχταρούσαμε να δούμε τις νέες εκδόσεις και, αν είμαστε τυχεροί, να δούμε έστω και φευγαλέα την κυρία Μάνια στο ατμοσφαιρικό γραφείο-στρατηγείο της.
Το 1979, άνοιξε και το «Libro» από τον Μάκη Παντελέσκο στην Πατριάρχου Ιωακείμ στο Κολωνάκι, ένα βιβλιοπωλείο που επίσης έγινε σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια, όπως ήταν ήδη πριν από αυτό ο «Ρόμβος» και πιο κάτω στη Σόλωνος, η «Ενδοχώρα». Στην Ασκληπιού, το βιβλιοπωλείο της «Δωδώνης» με την ονομαστή Θεατρική Βιβλιοθήκη και στη Σόλωνος, εκεί κοντά, ο Φιλιππότης. Ολόγυρα, πίσω από το Πανεπιστήμιο και τη Νομική, ήταν πολλά και τα βιβλιοδετεία. Παλιοί τεχνίτες, έμπειροι, έπιαναν το βιβλίο, το χάιδευαν, το μύριζαν. Ανάμεσα στους παλιούς, ο Μαντζάκος (που συνεχίζει ακόμη), ο Ψάλλης στην οδό Σίνα και ένας αξέχαστος βιβλιοδέτης στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα. Ο πιο γνωστός στην αστική Αθήνα ήταν ο Ανδρέας Γανιάρης, ένας κόσμος από μόνος του. Σήμερα, βλέπω συχνά, ντανιασμένα τα παλιά δεμένα βιβλία κάποιων τεθνεώτων βιβλιόφιλων, σε παλαιοβιβλιοπωλεία στο Μοναστηράκι και στου Ψυρρή… Μαύρες, πράσινες, βυσσινιές ράχες με χρυσοτυπία και τα αρχικά του κατόχου. Κύκλοι ζωής. Πορείες ενηλικίωσης. Χωρίς τέλος…

