Μυρσίνη Ζορμπά, Σημειώσεις από την εποχή των προσδοκιών, Επιμέλεια Αντώνη Λιάκου, Πόλις, Αθήνα 2023.
Να μην ζητάς το αδύνατο…
Μυρσίνη Ζορμπά
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Μυρσίνη Ζορμπά επιδιώκει μέσα από την περιγραφή μιας πορείας να αναδείξει ζητήματα που αφορούν πολιτικά θέματα σχετικά με τη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, την πολιτισμική πολιτική και τους τρόπους διαχείρισής του. Το 2004 η πορεία ήταν συντομότερη, είχε κρατήσει μόλις τέσσερα χρόνια, και ήταν Από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες, με τη συνεργασία του Γ. Σ. Μπουρδάρα, Εκδόσεις Οδυσσέας.

Αυτή τη φορά, μεταθανάτια, μέσα από τις Σημειώσεις από την εποχή των προσδοκιών, σε επιμέλεια Αντώνη Λιάκου, ανακαλύπτουμε πως το ταξίδι που είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του 2000 στην Ευρωβουλή ήταν μονάχα ένας από τους λιμένες που η Ζορμπά επρόκειτο να συναντήσει στην πορεία της, η οποία στην πραγματικότητα είχε ξεκινήσει από τα Πετράλωνα των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων και έφτασε, πέντε δεκαετίες αργότερα, στην οδό Μπουμπουλίνας και στο Γραφείο της Υπουργού Πολιτισμού. Στο ενδιάμεσο υπήρξε πλήθος από αποκτημένες πραγμάτειες και σεντέφια, και κοράλλια, και λουλούδια, και άφθονα ηδονικά μυρωδικά· όπως υπήρξαν και πολλοί Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες που κάποτε πλαισίωσαν τον άγριο Ποσειδώνα. Ωστόσο, η Μυρσίνη κράτησε πάντα μες το νου της την Ιθάκη, ήξερε από πολύ νωρίς, από τα νεανικά της χρόνια, ποιος ήταν ο προορισμός της, και δεν προσπάθησε ποτέ να βιάσει το ταξίδι.
Τα βιβλία, ο πολιτισμός, τα παιδιά, η πολιτική, η γραφή και η ανάγνωση, τα λουλούδια, είναι μερικά από τα πράγματα στα οποία πίστευε, που λάτρεψε και που συναντάμε μέσα στο «τετράδιο» με τις Σημειώσεις από την εποχή των προσδοκιών.
Η αρχή υπήρξε δύσκολη, σκληρή, γεμάτη από τραύματα «όπως να ντρέπεσαι όταν έρχεται η μαμά της συμμαθήτριάς σου και βλέπει σε τι αχούρι ζεις, να μην μπορείς, αργότερα, να κάνεις ένα μικρό πάρτι και να καλέσεις τους φίλους σου». Πληγές που σημάδεψαν την παιδική και εφηβική ηλικία, αλλά που η Ζορμπά δεν τους επέτρεψε τελικά να την ισοπεδώσουν. Υπήρχε πάντοτε, εκείνα τα χρόνια, έστω κι αν τα πράγματα ήταν «χωρίς παρηγοριά», η κρυφή ελπίδα: το πανεπιστήμιο και η γνώση ως εργαλείο για την έξοδο από την ανέχεια. Η μάνα ενέπνεε αυτόν τον κρυφό πόθο: «Α, εδώ θα πας όταν μεγαλώσεις, στο πανεπιστήμιο». Και ο πόθος έγινε πραγματικότητα: «Χρειάστηκε να αλλάξουν και οι εποχές, το κλίμα της χώρας, να μαλακώσει το έδαφος, για να τολμήσουμε να κοιτάξουμε κι εμείς τον ήλιο». Ωστόσο, πλάι σε αυτόν τον κρυφό πόθο, από πολύ νωρίς είχε φωλιάσει μέσα της και μια ακόμη ισχυρή πεποίθηση, οι αριστερές ιδέες: «Πίστευα από πολύ μικρή ότι ο κόσμος είναι άδικος και πρέπει να αλλάξει, και ότι πρέπει κι εγώ να κάνω κάτι γι’ αυτό». Το παιδικό όνειρο, όχι απλά της εξόδου από τη φτώχεια και τις στερήσεις, αλλά της πολιτικής συμμετοχής, πραγματοποιείται τη στιγμή που κατορθώνει να υλοποιήσει το κρυφό εφηβικό όνειρο, την ένταξη στο πανεπιστήμιο, μαζί με τους υπόλοιπους.
Η αυτοβιογραφική αφήγηση εφεξής (κεφ. Β, Η δεκαετία του ‘60) εμπλουτίζεται με τον δημόσιο βίο. Η πολιτικοποίηση επιτελείται μέσα από αλυσιδωτές εμπειρίες που θεμελιώνουν τις ιδέες: «μεταμορφώθηκα από το θλιμμένο αγριοκάτσικο της παιδικής μου ηλικίας σε ένα αβέβαιο, ανασφαλές εφηβάκι που όμως ήξερε πια από πού βγαίνει ο ήλιος». Ακολουθούν τα πρώτα άρθρα στην Αυγή, οι Μαραθώνιοι ειρήνης, η δολοφονία του Λαμπράκη, η μουσική του Θεοδωράκη, οι εκδόσεις Θεμέλιο, οι Εβδομάδες Μαρξιστικής Σκέψης: δημιουργείται έτσι το «διανοητικό υποκείμενο, το οποίο σκέφτεται, μετράει, συγκρίνει, κρίνει […] και τον έξω κόσμο και τον εαυτό [της]· και είναι άγρυπνο, δηλαδή ακούραστο, σε ένα παρατηρητήριο, θαρρείς, από όπου καταγράφει, καταγράφει, καταγράφει, με μια πρώιμη τάση να κρίνει και να βάζει στη θέση τους τα πράγματα». Είναι ιδιαίτερη η ακρίβεια με την οποία η Ζορμπά καταθέτει τη μαρτυρία εκείνης της εποχής και εκείνης της φάσης της ζωής της. Στο Αρχείο της, που έφτασε τον Ιανουάριο 2024 στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης Sapienza και στο Εργαστήριο Νεοελληνικών Σπουδών που φέρει το όνομά της, υπάρχει άφθονο υλικό (ημερολόγια, επιστολές, πρωτόλεια κείμενα, άρθρα κ.ά.) που μάς βοηθά να κατανοήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος την περίοδο των νεανικών χρόνων της κατά τα οποία διαμορφώνεται η σκέψη αυτού του «διανοητικού υποκειμένου».
Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα προστεθούν περισσότερα δημόσια βιώματα: η Νομική Αθηνών και η απογοήτευση από το ελληνικό Πανεπιστήμιο των χουντικών χρόνων, η κοινωνική λειτουργία του Δικαίου, το ΠΑΜ, η συνάντηση με τον Τίτο Μυλωνόπουλο και η ανάγνωση του Οικονομικού Ταχυδρόμου, η πλούσια αλληλογραφία με τον ξάδελφο Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη που μεγάλο μέρος της σώζεται στο Αρχείο, η Διάσπαση του ΚΚΕ, ο Ηριδανός, ο Κέδρος, ο Παπαζήσης, τα 18 κείμενα, ο Θάνος Μικρούτσικος, καθώς και η κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας το 1971 μαζί με την αρχή της εκδοτικής άνθησης που συγκεντρώνεται πλέον γύρω από τους δρόμους της Ακαδημίας, της Σόλωνος και τα μικρότερα στενά της περιοχής. Αυτή η νέα πραγματικότητα φέρνει τη Ζορμπά πιο κοντά στους εκδότες και στον κόσμο του βιβλίου. Θα παρουσιαστούν διάφορες ευκαιρίες· άλλες θα βλαστήσουν, άλλες θα μαραθούν. Ταυτόχρονα οι πολιτικές ιδέες, μέσα και από το αλισβερίσι με άλλους νέους της εποχής, αρχίζουν να αποκρυσταλλώνονται: το ΚΚΕ εσωτερικού και οι ιδέες του φαίνεται να προσελκύουν περισσότερο το ενδιαφέρον της. Μέσα σε αυτό το κλίμα, πλάι στα μαθήματα γλώσσας στο Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών “εμφανίζεται” ο Antonio Gramsci, θέτοντας μια σειρά ερωτημάτων που αφορούσαν πλέον τις ίδιες τις ιδέες: η βάση θεμελιώνεται μέσα από ζητήματα μεταφραστικά, τα οποία ακόμη και σήμερα θα μπορούσαν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον και των μελετητών της μεταφρασεολογίας, καθώς δεν περιορίζονται σε γλωσσικά ζητήματα, που εκείνα τα χρόνια αποτελούσαν τη βάση των επιστημονικών προσεγγίσεων, αλλά θέτουν στο κέντρο του ενδιαφέροντος ένα καίριο ερώτημα για την έρευνα των μεταφραστικών σπουδών, δηλαδή την πολιτιστική μεταφορά (της γκρασμιανής σκέψης): «Με το λεξικό, και με συζητήσεις επί συζητήσεων για να καταλάβουμε τι ήθελε να πει ο συγγραφέας. Γιατί και ο ίδιος έγραφε απ’ τη φυλακή, και έπρεπε επομένως να εκφραστεί με τέτοιον τρόπο ώστε και από τη λογοτεχνία να ξεφύγει και να μεταδώσει το μήνυμα στους συντρόφους του. Και αποσπασματικός λόγος, λοιπόν, και διαφορετικά συμφραζόμενα, εν πολλοίς άγνωστα σε εμάς. Και έπρεπε ταυτόχρονα να βρούμε αναλογίες. Και να σκεφτούμε τι σήμαιναν όλα αυτά για τη δική μας εποχή». Και ο Gramsci στο τέλος χαμογέλασε.
Η Ζορμπά θα φτάσει στη Ρώμη τον Νοέμβριο 1973, υπότροφος του Ιταλικού κράτους. Όπως προκύπτει και από το Αρχείο της, πολύ γρήγορα κατορθώνει να έρθει σε επαφή με σημαντικούς διανοούμενους της αριστεράς της Ιταλίας, συναναστρέφεται κύκλους του Πανεπιστημίου της Ρώμης Sapienza, τους αντιστασιακούς ελληνικούς φοιτητικούς κύκλους της Ιταλίας, συνδέεται με ανθρώπους που υπάγονται στο Partito Comunista Italiano. Συχνάζει στο Ινστιτούτο Gramsci, στους Editori Riuniti και στο περιοδικό Rinascita που είχε ιδρύσει ο Palmiro Togliati. Γνωρίζει τον Mario Vitti που μόλις έχει εκδώσει στην Ιταλία την Storia della letteratura neogreca και ο οποίος την συστήνει στον δημοσιογράφο και ιστορικό Antonio Solaro. Ταυτόχρονα μεταφράζει πυρετωδώς πολιτικά δοκίμια, έρχεται σε στενότερη επαφή με διανοούμενους της αριστεράς και ασχολείται με τα κείμενα μελετητών του Δικαίου όπως ο Colletti, o Manacorda, ο Vacca, o Cerroni και άλλων, ενώ η πλούσια παράδοση της Sapienza στις σπουδές Φιλοσοφίας του Δικαίου φαίνεται να ικανοποιεί τις προσδοκίες της από τις πρώτες εβδομάδες παραμονής της στην ιταλική πρωτεύουσα. Η ιταλική άνοιξη όχι απλώς δεν την αφήνει αδιάφορη αλλά της δίνει την ευκαιρία να εμπλουτίσει τις ιδέες της με θεωρητική κατάρτιση επάνω στην οποία θα θεμελιωθεί στο μέλλον ολόκληρη η σκέψη και η δράση της στον τομέα της πολιτικής του πολιτισμού. Ωστόσο, ούτε τα γεγονότα που εξελίσσονται στην Ελλάδα την αφήνουν αδιάφορη: το Πολυτεχνείο, η κρίση της Χούντας, η πτώση της διδακτορίας, η αρχή της Μεταπολίτευσης: «Το 1975 επέστρεψα. Μου φαινόταν αδιανόητο να γίνεται η πολυαναμενόμενη έκρηξη της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα κι εγώ να βρίσκομαι μακριά».
Η αφήγηση συνεχίζει να ξεδιπλώνει πτυχές του δημόσιου βίου της Ζορμπά πλάι στα ιδιωτικά βιώματα που σταδιακά υποχωρούν όσο προχωράμε στα κεφάλαια που ακολουθούν: η Μεταπολίτευση, η κεφαλαιώδης δραστηριότητα του «Οδυσσέα» που είχε ξεκινήσει πριν την Ιταλία και συνεχίστηκε από την ιταλική πρωτεύουσα, με την επιστροφή στην Αθήνα αποκτά κυριολεκτικά φτερά: πολιτική σκέψη, φεμινισμός, σεξουαλική επανάσταση, λογοτεχνία, βιβλία για παιδιά κ.ά. Ο «Οδυσσέας» μεταμορφώνεται σε ένα εργαστήριο διεπιστημονικού πειραματισμού που στοχεύει στον μέσο Έλληνα αναγνώστη. Από το Αρχείο της Ζορμπά, όπου διασώζεται το μεγαλύτερο μέρος των καταλόγων του εκδοτικού οίκου μέχρι τη δεκαετία του ’90 μαζί με πλούσια κιτάπια και έγγραφα της επιχείρησης, προκύπτουν ο δημιουργικός οργασμός και η αυστηρότητα του εκδοτικού εγχειρήματος που μαζί με τον Μυλωνόπουλο είχαν διαμορφώσει.
Το 1992 είναι μια χρονιά-τομή για την Ζορμπά: η υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής θέτει εκ νέου μια σειρά προβληματισμών που σχετίζονται στενά με τη γκραμσιανή σκέψη και τον χώρο του βιβλίου. Αλλά από μία διαφορετική οπτική πλέον: όχι της δημιουργίας του βιβλίου, πεδίο στο οποίο είχε εντρυφήσει για δυο δεκαετίες μέσα από την εμπειρία του «Οδυσσέα», αλλά πλέον του τομέα της διαχείρισης του βιβλίου που θα την οδηγήσει, με τη βοήθεια του Gramsci που γνωρίζει πια σε βάθος, στον ευρύτερο χώρο του πολιτισμικού πεδίου: «Δεν μπορείς να μιλήσεις για το βιβλίο, για τις βιβλιοθήκες και την ανάγνωση, αν προηγουμένως δεν έχεις εξετάσει το πολιτιστικό πεδίο […], όπως επίσης και την ιστορία αυτής της κουλτούρας ή την επιστημονική μεθοδολογία προσέγγισης και ανάλυσης. Αυτό είναι το νήμα που με καθοδηγεί […]». Είναι εκείνη τη στιγμή που «έρχεται το ανέλπιστο»: «Πρόσκληση από έναν φίλο απ’ τα παλιά, από την παρέα της Δικτατορίας: τον Θάνο Μικρούτσικο. Είχε αναλάβει υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ (1994-1996) και με θέλει ως σύμβουλο για το βιβλίο». Η συνεργασία με το Υπουργείο σύντομα θα οδηγήσει σε μία από τις σημαντικότερες παρακαταθήκες της Μυρσίνης Ζορμπά στην ελληνική κοινωνία: τη δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. «Αφετηρία μας ήταν να μην ακολουθήσουμε την καθιερωμένη γραμμή, που συνίστατο σε αγορές βιβλίων και μικρές επιδοτήσεις των εκθέσεων βιβλίου […], αλλά να δούμε δομικά τον κλάδο, με όλους τους συντελεστές που περιελάμβανε […] και βεβαίως να τον συνδέσουμε με τις βιβλιοθήκες που […] τις θεωρούσαμε ζωτικής σημασίας». Gramsci, Williams, Foucault, Arnold, Cummingsm, Bourdieu είναι μερικά από τα εργαλεία στα οποία η Ζορμπά θα στηριχτεί για να προετοιμάσει τη δική της πλέον παρέμβαση στον χώρο της πολιτικής του πολιτισμού στην Ελλάδα. Το ΕΚΕΒΙ δεν ξεκινά από την κορυφή, αλλά από τη βάση του παγόβουνου, η οποία μετατοπίζεται πλέον μέσα στη σκέψη της από το «εργαλείο» στη «λειτουργία» του, δηλαδή από το βιβλίο στην ανάγνωση: «Δεν είναι πια το βιβλίο το αντικείμενο συζήτησής μας, αλλά η λειτουργία της ανάγνωσης μέσα στην κοινωνία, μέσα στην εκπαίδευση, ανάμεσα στους νέους ανθρώπους και στα παιδιά […]. Εδώ καταργείται η ιεραρχική ταξινόμηση των επαγγελμάτων και οι συνομιλητές μας αποκτούν ορατότητα. Η προσέγγισή μας στην πολιτική του βιβλίου χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα σε μια καινούργια, ενιαία διάσταση». Δεν είναι διόλου τυχαίο πως, εκ νέου, στην κρίσιμη περίοδο της μετάβασης, το πεδίο που προκύπτει και πάλι στη σκέψη της Ζορμπά είναι η μετάφραση: στην πρώτη φάση, της νεαρής αναγνώστριας, ήταν η μετάφραση που είχε υποστηρίξει και βοηθήσει στη διεύρυνση των οριζόντων της· εν συνεχεία, στη φάση παραγωγής πλέον του εργαλείου/βιβλίου, και πάλι η μετάφραση θα αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο (μεταφράστρια η ίδια, αλλά και εκδότρια)· σε αυτήν την τρίτη φάση, της διαχείρισης και της πολιτικής πράξης, το ίδιο πεδίο αναδεικνύεται το πλέον πρόσφορο: «Τότε […] αρχίζει να συζητιέται και το θέμα των μεταφράσεων, ένα πολύ μεγάλο, κρυφό κατά κάποιον τρόπο πρόβλημα, σχεδόν άγνωστο στο υπουργείο, που όμως αποκτά υπόσταση και, τα επόμενα χρόνια, βρίσκει και αυτό τον δρόμο του, με μια σχολή μετάφρασης. Το πεδίο, λοιπόν, είναι πλούσιο και διευρύνεται ολοένα». Στο Αρχείο της Ζορμπά σώζονται σημειώσεις της ήδη από τα νεανικά χρόνια της για μεταφραστικά ζητήματα. Ταυτόχρονα εντοπίστηκε ένας πλούσιος φάκελος με τις δράσεις γύρω από τη μετάφραση μεταξύ 1990 και 2000, ενώ η εξωστρέφεια που διακρίνει την πρωταρχική δομή του ΕΚΕΒΙ συνδέεται σίγουρα με τον προβληματισμό της Ζορμπά γύρω από αυτό το πεδίο.
Με βάση όλα τα παραπάνω, πιστεύω δεν μπορεί να εκπλήσσει το γεγονός πως η Ζορμπά φτάνει μπροστά στο «Εργαστήριο πολιτικής, το Ευρωκοινοβούλιο», σαν έτοιμη από καιρό, σα θαρραλέα· και μεταπηδά από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες: «Εξοικειώνομαι πολύ γρήγορα με αυτό το περιβάλλον, ζώντας παράλληλα τις διαδικασίες του κοινοβουλίου στο σύνολό τους. Ήταν ένα εργοστάσιο δημοκρατίας, με την έννοια ότι είχαμε μια θεσμοθέτηση διαδικασιών σε πολλά επίπεδα». Ένα μοντέλο «συμπερίληψης» φαίνεται πλέον να ορίζει τον κορμό της σκέψης της, που οπωσδήποτε όφειλε πολλά «Στα περιβάλλοντα των εκσυγχρονιστών», στην ομάδα του Κώστα Σημίτη και του ΠΑΣΟΚ των πρώτων χρόνων του αιώνα μας. Πέρα από τη γνωστή ομάδα της Πολιτείας, ο κατάλογος των ονομάτων εμπλουτίζεται: Θέμελης, Καβάσαλη, Καραντζόλα, Ιντζίδης, Βενιζέλος, Λιάκος κ.ά.
Έτσι φτάνουμε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και της εμπεριστατωμένης πλέον παρουσίασης της Πολιτικής του πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (Πατάκης, 2014). Και σε αυτήν την περίπτωση, το θεωρητικό οπλοστάσιο παραμένει το ίδιο: «Χρειάστηκε να ξαναδιαβάσω τον Γκράμσι σε αντιπαραβολή με τη δογματική μαρξιστική σκέψη ώστε να δω τι επιδίωκαν, στα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, με την Proletkult, και ό,τι άλλο συνέβη στη σοβιετική Ρωσία μετά το 1917». Την ίδια στιγμή που «στην Ελλάδα […] η πολιτισμική πολιτική [παραμένει] όμηρος της Αρχαιότητας, [όπου] πολιτισμική βιομηχανία είναι μόνο τα αρχαία», η προσέγγιση της Ζορμπά διατηρεί ένα πάγιο προσανατολισμό για τα πολιτιστικά πράγματα ο οποίος εύκολα μπορεί να αναχθεί στις ζυμώσεις της μακράς δεκαετίας του ’60: «Το δικό μου ενδιαφέρον για την πολιτισμική πολιτική ξεκινάει από την πολιτική διάσταση, την πολιτική σημασία που έχει η οργάνωση της κουλτούρας […]. Το πεδίο της κουλτούρας έχει εσωτερική σχέση με την κοινωνία, τις διαδικασίες της, την κοινωνική ενδοχώρα, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αναπαριστούν τον εαυτό τους». Είναι τα χρόνια της δημουλικής Μετέωρης κυρίας που σίγουρα η λογοτεχνική κριτική στο μέλλον θα κοιτάξει προς τη Ζορμπά και το έργο της για να κατανοήσει βαθύτερα το κείμενο της Ελληνίδας ποιήτριας.
«Τα παιδιά και τα δικαιώματά τους, όπως και τα βιβλία κι η ανάγνωση, υπήρξαν οι δύο άξονες που με ενδιέφεραν περισσότερο, όσο περνούσαν οι δεκαετίες». Λίγοι, φαντάζομαι, γνωρίζουν σήμερα πως ο θεσμός του Συνηγόρου του Παιδιού στην Ελλάδα οφείλει την ύπαρξή του σε πρωτοβουλίες της Ζορμπά που πλαισιώθηκαν και στηρίχθηκαν από πολλούς άλλους ανθρώπους. Το προτελευταίο κεφάλαιο των Σημειώσεων εστιάζει γύρω από τη δημιουργία αυτού του θεσμού και του εκπληκτικού Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που ξεκίνησε τη δράση του το 2004 και που από το 2012 στεγάζεται στην περιοχή του Σταθμού Λαρίσης. Η τοποθεσία, όπως πρόσφατα αποκάλυψε και ο Αντώνης Λιάκος σε μια όμορφη εκδήλωση για το Δίκτυο του Παιδιού, δεν υπήρξε διόλου τυχαία: η Ζορμπά με την επιλογή μιας υποβαθμισμένης περιοχής της Αθήνας, στην οποία μάλιστα βρίσκονταν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής, θέλησε να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο που βασιζόταν στην «πολιτισμική θεωρία της μεταφοράς πόρων, από ομάδες που διαθέτουν υλικά, συναισθηματικά, μορφωτικά και εν γένει πολιτισμικά εφόδια, προς ευάλωτες ομάδες, προκειμένου να τις ενδυναμώσουν ώστε να συγκροτηθούν, να βρουν τη δυναμική τους και να γίνουν αυτόνομες και παραγωγικές». Πέρα από τη συμμετοχή κάποιων Ιδρυμάτων, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να τονισθεί η συλλογή πόρων που η Ζορμπά κατόρθωσε να εξασφαλίσει από ιδιώτες χορηγούς που στήριξαν εξ αρχής το σχέδιο (στο ηλεκτρονικό αρχείο της σώζεται κατάλογος με τα ονόματα αυτών των ανθρώπων που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για τις προθέσεις όσο και για τους σκοπούς του εγχειρήματος). Για ακόμα μια φορά δύο είναι οι βασικές αρχές γύρω από τις οποίες κινείται η σκέψη της Μυρσίνης και σε πρακτικό επίπεδο: συμπερίληψη και βιβλίο. Η σκληρή κατάσταση που διαμορφώνεται στη χώρα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και ταυτόχρονα η αύξηση του προσφυγικού κύματος στη Μεσόγειο εκείνα τα χρόνια θα οδηγήσουν στη διεύρυνση των στόχων του Δικτύου, που αποκτά πλέον συγκεκριμένη δομή και λειτουργία και που βασίζεται στην αρχή της συμμετοχικής δράσης. Σήμερα το Δίκτυο έχει εμπλουτίσει τις δράσεις του, αφιέρωσε την πλούσια πλέον και πολύγλωσση βιβλιοθήκη του στη Μυρσίνη Ζορμπά και συνεχίζει το έργο του ακολουθώντας τη δομή που η ίδια η ιδρύτρια είχε οραματιστεί.
Το τελευταίο κεφάλαιο της δημόσιας ζωής της Ζορμπά αφιερώνεται στη σύντομη θητεία της Στο Υπουργείο Πολιτισμού που κράτησε από τον Αύγουστο του 2018 μέχρι και τον Ιούλιο του 2019. Είναι ένα κεφάλαιο που ολοκληρώνει έναν κύκλο, καθώς η περίοδος αυτή θα δώσει την ευκαιρία στη Ζορμπά να προσπαθήσει να υλοποιήσει από την πλευρά της πολιτικής εξουσίας πλέον το όραμα που είχε συλλάβει τα προηγούμενα χρόνια: την Πολιτιστική Δημοκρατία. Είναι πολλά τα στοιχεία που έρχονται στο φως σε αυτό το σύντομο κεφαλαίο, το οποίο διακριτικά ταυτίζεται και προλογίζει κατά μία έννοια το βιολογικό τέλος της Ελληνίδας διανοούμενης. Τα τρία νομοσχέδια που προσπάθησε να προετοιμάσει συγκεφαλαιώνουν τη συνολική πορεία της στον χώρο του πολιτισμού και της πολιτικής: 1. Η περιφερειακή πολιτική σύγχρονου πολιτισμού, 2. Ο Οργανισμός Βιβλίου και Ανάγνωσης, και 3. Η μετατροπή του Ακροπόλ σε κόμβο πολιτισμικής δραστηριότητας κατά το πρότυπο του Centre Pompidou της γαλλικής πρωτεύουσας. Τα γεγονότα είναι πολύ γνωστά πλέον, διότι και φρέσκα είναι στη μνήμη του καθενός και συζητήθηκαν δημόσια αρκετά.
Οι Σημειώσεις από την εποχή των προσδοκιών ολοκληρώνονται με ένα κεφάλαιο που ο επιμελητής του τόμου επέλεξε να προσθέσει στο τέλος του βιβλίου. Το γνωστό Ημερολόγιο του τέλους που μέρος του ηχογραφήθηκε από την ίδια τη Ζορμπά κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής της (5.12.2021 – 19.1.2023) εμπεριέχει την εμπειρία της ασθένειας που μοιραία οδήγησε στον θάνατο: «Δεν γράφω ένα κείμενο προβληματισμού ή αναμνήσεων. Δεν γράφω ένα ημερολόγιο με τον νου στο μέλλον ή στο παρελθόν. Γράφω τώρα για τώρα». Η επιστροφή στην ιδιωτική ζωή που σταδιακά μέσα στο βιβλίο είχε υποχωρήσει, στην πορεία από τα Πετράλωνα της δεκαετίας του ‘60μέχρι τα γραφεία της οδού Μπουμπουλίνας, αποτελεί μια πράξη και πάλι πολιτική, που αρνείται πλέον τον διαχωρισμό ανάμεσα στο έξω και στο μέσα. Καθώς ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τη Μυρσίνη, τα γεγονότα (ιδιωτικά, δημόσια, εσωτερικά και εξωτερικά) δημιουργούν ένα και μοναδικό πλέον αμάλγαμα που δομείται μέσα από το μοναχικό βλέμμα του ανθρώπου που έχει επίγνωση και απόλυτη συνείδηση του τέλους.
Πολλοί μίλησαν με συγκινητικά λόγια για το θάρρος της Ζορμπά, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από τις σελίδες του Ημερολογίου. Άλλοι αναφέρθηκαν στην εξαιρετική διαύγεια με την οποία περιέγραψε την εμπειρία του θανάτου, όχι ως πέρασμα, αλλά ως μαθητεία: ο θάνατος ως «συναισθηματική αγωγή». Αυτό είναι το ιδιωτικό κομμάτι της εμπειρίας αυτής. Ωστόσο, η Ζορμπά, ζώο πολιτικό από το δέρμα ως το μεδούλι της, παρέμεινε σταθερή στις αρχές και στις αξίες της και σε αυτήν την τελευταία στιγμή. Έτσι και ο θάνατος εντάσσεται μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο και τοποθετείται στις διαστάσεις που η Ζορμπά πάντοτε υποστήριξε και προασπίστηκε: άνθρωπος είναι πρωτίστως πολιτικό ον. Και ως τέτοιο δεν μπορεί να θεωρεί τον θάνατο μέσα από το δικό του βλέμμα, αλλά μόνο μέσα από την προοπτική της συνέχειας. Πιστεύω πως έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της σκέψης της Ζορμπά να σταθούμε στα τελευταία λόγια της: «η ζωή είναι αυτή που κερδίζει την πραγματικότητα».
Υ.Γ. Το ταξίδι ολοκληρώθηκε, και ας έμεινε ένα κενό μεταξύ του ν΄ και του ψ΄ (το μ΄ της Οδύσσειας αφηγείται την άφιξη στο παλάτι της Κίρκης, μετά το πέρασμα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, και προοιωνίζει την άφιξη στην Ιθάκη). Η Ιθάκη λοιπόν είναι εδώ, ακόμη κι αν μοιάζει πτωχική: είναι το πέρασμα από τον ενικό, της ζωής των Πετραλώνων του ’60, στον πληθυντικό, μιας δημόσιας, πολιτικής ζωής που η Ζορμπά βίωσε και αφηγήθηκε σε όλους μας. Αυτό το πέρασμα είναι η πνευματική παρακαταθήκη της και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του βιβλίου. Ωστόσο, πλάι σε αυτό το δίδαγμα, παραμένει ακέραιη η μαρτυρία της: ο τόμος, μέσα από το παράδειγμα της προσωπικής εμπειρίας και αφήγησης, ανιστορεί, θεωρώ, την ίδια την πορεία της ελληνικής κοινωνίας από τα σκληρά μετεμφυλιακά χρόνια του ’60, της ανέχειας, της ανελευθερίας, του τραύματος, των διακρίσεων, σε μια κοινωνία που έκανε βήματα μεγάλα προς τον εκδημοκρατισμό, την ισότητα, τη συμπερίληψη. Είναι τέλεια αυτή η κοινωνία; Ασφαλώς όχι. Αυτή η πορεία δεν έχει τελειωμό. Αυτό νομίζω πως προκύπτει από την αφήγηση της Μυρσίνης: η δημοκρατία δεν είναι αποτέλεσμα, αλλά πορεία, αγώνας. Τα Παιδιά της Δικτατορίας, οι νέοι του ’68, οι αξίες της αριστεράς, δημιούργησαν για εμάς, για τα Παιδιά της Μεταπολίτευσης, που γεννηθήκαμε και ζήσαμε μόνο μέσα στη Δημοκρατία, μια κοινωνία καλύτερη. Μας κληροδότησαν μια παρακαταθήκη την οποία σήμερα καλούμαστε να προστατεύσουμε και να διασφαλίσουμε για τους επόμενους. Όσο για τη Μυρσίνη, και τη γενιά της, τις ιδέες τους που δημιούργησαν έργα, αλλά και άλλες ιδέες, νομίζω πως εύκολα μπορούμε να συμφωνήσουμε μισό αιώνα αργότερα σε κάτι: δεν άνθησαν ματαίως…
⸙⸙⸙
Ο Χρήστος Μπιντούδης είναι Αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Ρώμης Sapienza.

