Ανδρέας Αλεξόπουλος, Η αλήθεια της παράδοσης και η παράδοση της αλήθειας. Ένας διάλογος με τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος, Αρμός, Αθήνα 2023.
Το βιβλίο του Ανδρέα Αλεξόπουλου διαπραγματεύεται το πώς μπορούμε σήμερα να έχουμε μία ερμηνευτική της Βίβλου, η οποία θα είναι επίκαιρη στον σύγχρονο κόσμο, χωρίς κατ’ ανάγκην να εντάσσεται στη λογική ενός αποδομητικού μεταμοντερνισμού κατά τον οποίο απαξιώνεται η αλήθεια, καθώς υπάρχει απλώς μια πολλαπλότητα ισόκυρων κοινοτήτων με την καταστροφική πολιτική συνέπεια ότι έτσι οι διαφορετικοί πολιτισμοί εντός μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας είναι αεροστεγείς και ακοινώνητοι. Η παράδοση εννοείται ως ένας διάλογος της ίδιας της Εκκλησίας ως ερμηνευτικής κοινότητας με τον Χριστό ως Κεφαλή της. Ο Αλεξόπουλος προβαίνει σε έναν διάλογο με τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος, ο οποίος έχει κατ’ αρχήν μία ερμηνευτική, η οποία βασίζεται σε μια νοερά όραση, ήτοι μια αισθητική ερμηνευτική με σκοπό τη διαύγαση του κόσμου. Η ερμηνευτική αυτή είναι επιπλέον ευχαριστιακή, καθώς βασίζεται στη συμφωνία με το βίωμα της ευχαριστιακής κοινότητας.
Ο άγιος Ειρηναίος επιλέγεται μεταξύ άλλων, επειδή ανήκει σε μια περίοδο όπου οι χριστιανοί αποτελούσαν μειονότητα, όπως και στη δική μας εποχή. Ο άγιος Ειρηναίος είχε επίσης κληθεί να διακρίνει την ορθοδοξία από την αίρεση, επιμένοντας κυρίως στους Γνωστικούς. Ο Γνωστικισμός είχε υπάρξει μια ορισμένη ερμηνευτική του κόσμου. Το ερώτημα της εποχής ήταν αν ο δημιουργός του κόσμου είναι καλός ή κακός. Ο κόσμος και η φύση θεωρούνται επίσης ως ένα κείμενο που καλούσε τον θεολόγο σε ερμηνεία, κυρίως με αφορμή το ερώτημα πώς μπορεί ένας κόσμος που περιέχει το κακό να είναι αποτέλεσμα ενός αγαθού Θεού. Κατά την Κάρεν Κινγκ υπάρχουν επικοινωνιακές στρατηγικές που καθιστούν τους Χριστιανούς διακριτούς. Ο Αλεξόπουλος θεωρεί περισσότερο ότι η μάχη μεταξύ ορθοδοξίας και αίρεσης δεν είναι μόνο ένα παίγνιο μεταξύ εξουσίας και ηττημένων. Αν υπάρχει βία της ομοιομορφίας, υπάρχει επίσης, κατά τον Ντέιβιντ Μπέντλεϊ Χαρτ και η βία του προγραμματικού πλουραλισμού (που κατά τον Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ έχει χαρακτηρισθεί και ως πολιτισμικός ιμπεριαλισμός της Δύσης κατά μια έκφραση ενδιαφέρουσα, αλλά που υποβαθμίζει τα προβλήματα που προκύπτουν από την αντίστροφη επικράτηση της μονοδοξίας και της μονοτροπίας). Υπήρξε στην εποχή του αγίου Ειρηναίου Λυώνος ένα πραγματικό ερμηνευτικό πρόβλημα που ήταν το πώς ο κόσμος μπορεί να προσληφθεί ως το προϊόν ενός καλού Θεού με αποτέλεσμα να έχουμε και μια ορισμένη ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, ώστε να μπορεί να ενταχθεί στην οιονεί ολοκληρία της στον κανόνα του Χριστιανισμού. Το διακύβευμα ήταν ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και Δημιουργός να θεωρείται ως αγαθός σε αντίθεση με τον Γνωστικισμό που διέκρινε ανάμεσα αφενός στον κακό θεό της δημιουργίας και αφετέρου στον αγαθό θεό της σωτηρίας. Οι Γνωστικοί μιλούσαν περισσότερο με όρους υπερβατικότητας και βάθους, ενώ ο άγιος Ειρηναίος τόνισε τον ριζικό χαρακτήρα του ακτίστου του Θεού. Ο Λόγος θεωρείται πλέον ως προαιώνιος και ανεξάρτητος του κόσμου, ως το «ορατόν» του αοράτου Πατρός, αλλά άκτιστος ως υπόσταση, χωρίς να διαχωρίζεται από τον Πατέρα κατά μια κάθετη ιεραρχία.
Ο άγιος Ειρηναίος Λυώνος ψηλαφεί τον ρεαλισμό της δημιουργίας και της οικονομίας του θεϊκού σχεδίου με θεολογικούς του άξονες τη διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου και την υπερβατικότητα του Θεού. Κατά τη θεολογική μεθοδολογία του, υπάρχει μια επιστημολογική προτεραιότητα της θείας Οικονομίας με την έννοια ότι αυτή συνιστά την Αποκάλυψη του Θεού όθεν αφορμώμεθα. Το σημαντικό στο πλαίσιο της τότε ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπως και στη δική μας παγκοσμιοποιημένη εποχή, είναι η πίστη να είναι έλλογη, ώστε να υπάρχει όχι μόνο ένας κοινοτικός χαρακτήρας της πίστεως, αλλά και ένας δημόσιος χαρακτήρας της αλήθειας και τα δύο αυτά να βρίσκονται σε σύνθεση και αρμονία. Κατά τη θεολογική αυτή επιστημολογία, η πρωτοβουλία της γνώσης του Θεού ανήκει στον ίδιο τον Θεό και έχει ως «τόπο» της τον Χριστό, καθώς είναι μια γνώση διά του ενσαρκωμένου Λόγου. Είναι, όμως, μια γνώση τριαδολογική, καθώς χωρίς το Πνεύμα δεν υπάρχει Λόγος και χωρίς τον Λόγο δεν υπάρχει Πατήρ. Ισχύει μια αλληλοενοίκηση και αλληλοπεριχώρηση στην Αγία Τριάδα, όπου τα πρόσωπα δεν μπορούν να γίνουν καταληπτά ως απομονωμένα άτομα. Ο Κέβιν Βανχούζερ περιγράφει αυτή την προσέγγιση της αποκάλυψης ως ένα «θεόδραμα». Η αλήθεια είναι προσωπική, ενωτική, κοινωνική, διαλογική. Η καρδία αποτελεί μία ερμηνευτική αρχή, όπως και ο νους, πλην χωρίς μυστικισμό, αποκρυφισμό και πλάσματα της φαντασίας.
Το πολύτιμο του βιβλίου του Ανδρέα Αλεξόπουλου είναι ότι φέρνει την προβληματική του αγίου Ειρηναίου Λυώνος στο σήμερα. Ο Γνωστικισμός παρομοιάζεται με ορισμένες μορφές μεταμοντερνισμού, όπου επικρατεί ένας άκρατος υποκειμενισμός και το υποκείμενο είναι ανερμάτιστο, με έμφαση σε ατομικά εκστατικά οράματα. Ο άγιος Ειρηναίος Λυώνος, αντιθέτως, τονίζει ότι υπάρχει τάξις και ειρμός στην ακολουθία της θείας Οικονομίας, η οποία έχει τη δική της ιδιάζουσα ὑπόθεσιν ως το θεόδραμα που είναι. Η ερμηνευτική δεν σημαίνει ότι το κείμενο είναι μια λευκή οθόνη (tabula rasa). Υπάρχει μία ερμηνευτική σχέση από το μέλλον προς το παρελθόν, όπου ο Χριστός είναι ο ερμηνευτής που διασώζει την Παλαιά Διαθήκη ως νέος Αβραάμ, Μωϋσής και Ηλίας. Κατά τα σχόλια τα αποδιδόμενα στον άγιο Μάξιμο Ομολογητή, το όραμα για εσχατολογική αλήθεια ερμηνεύει την Ιστορία ως εικόνα της Βασιλείας, η οποία με τη σειρά της ερμηνεύει τη «σκιά» της Παλαιάς Διαθήκης.
Κεντρική ιδέα που εξάγεται από τον άγιο Ειρηναίο είναι ότι το σχέδιο της θείας Οικονομίας έχει μία αισθητική διάσταση, καθώς ο Θεός λειτουργεί ως καλλιτέχνης. Η θεία οικονομία ως «εικών» της Βασιλείας έχει σχήμα, μορφή, περίγραμμα, ενάντια στον «δοκητισμό», δηλαδή την αίρεση που έλεγε ότι η εικόνα αδυνατεί να αντιστοιχηθεί σε υποκείμενη αλήθεια. Σε αυτήν την οπισθοβατική ερμηνευτική, ο Χριστός είναι το υπόρρητο κείμενο των γραφών, είναι η σύνοψις της ρητορικής του Θεού. Ο άγιος Ειρηναίος λαμβάνει από τη θύραθεν ερμηνευτική τον όρο ἀνακεφαλαίωσις, η οποία ως σύνοψη στο τέλος μιας αφήγησης έχει στοιχεία, όπως η διόρθωσις, η λύτρωσις και η συμφιλίωσις, και προβαίνει σε μια ερμηνευτική της ανακεφαλαιώσεως, όπου ο Χριστός ως συντετμημένος Λόγος αποτελεί την έκβαση του θεϊκού σχεδίου τόσο μέσα από τη δημιουργία του κόσμου όσο και μέσα από την Ιστορία. Υπάρχει ρυθμός και αρμονία στην αισθητική του λόγου σε αντίθεση με την κακοσχηματισμένη φαντασία στην οποία επιμένουν οι Γνωστικοί. Πρόκειται για μια έμφαση στην όραση της εικόνας του Θεού, στους αντίποδες κάθε μεταμοντέρνας εικονοκλασίας, αλλά ακόμη και στη γεύση και τη βρώση, καθώς ο Λόγος εσθίεται ως άρτος και οίνος στην ευχαριστία και φαίνεται. Η αλήθεια τρώγεται και μόνο έτσι έχει μεταμορφωτική δύναμη. Ο κανόνας στον οποίο επιμένει ο άγιος Ειρηναίος είναι εντέλει ευχαριστιακός. Ο Λόγος, όμως, ως κοσμοποιητής και ως εσχατολογικός Κριτής δεν υπάρχει χωρίς την επίκληση στο Άγιο Πνεύμα, στο οποίο αποδίδονται όλες οι αρετές της καλής αφήγησης: «disponere» (διαρρυθμίζει), «perficere» (τελειοποιεί), «aptare» (συνταιριάζει), «adornare» (διακοσμεί), «ornare» (στολίζει), «consonare» (εναρμονίζει), «gubernare» (διακυβερνά). Στο συνθετικό-συμφωνικό όραμα του αγίου Ειρηναίου ο κανόνας, η αλήθεια, η δημιουργία, η οικονομία και η ερμηνευτική συναρθρώνονται ως μια συμφωνία του Πνεύματος.

