[fragmenta, 94-125] / Ιούλιος 2024
Track#94 / Όλβιος, αποφάνθηκε οινοβαρής ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, την 4η Ιουλίου του έτους 2024, αυτός που τη φριχτή καυτή ανάσα του ολέθρου ένιωσε να καίει το χνούδι στον αυχένα του, καθόσον απαλλάχτηκε έτσι από το του φόβου φάσμα φορέβερ.
Track#95 / Γιατί να έχεις ζήσει τόσα πολλά πριν έρθω στη ζωή σου απροειδοποίητα εγώ σαν χιόνι; [φράση που υπογράμμισε με μολύβι rotring 600 / 0,5 mm, χρώματος λαδί, ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, τη νύχτα της 5ης προς 6η Ιουλίου του έτους 2024, ενώ, μόλις μερικές ώρες πριν, είχε υπογραμμίσει τη φράση: Ξέρεις το «Δεκατέσσερις τρόποι να περιγραφεί η βροχή;» του Άισλερ; Όχι; Θα σου το βάλω να τ’ ακούσεις όταν θα πάμε μετά σπίτι πάλι. Σπίτι, είπε ως κάτι αυτονόητο…, αμφότερες οι φράσεις από το μυθιστόρημα Καιρός της Τζέννυ Έρπενμπεκ, βουρκώνοντας κατά τι, ο Συγγραφέας, στη διάρκεια της υπογράμμισης].
Track#96 / Sounds sappy, but love is a very definite force, like electricity [WSB].
Track#97 / …της αγάπης που είναι, μέσω νόων & ψυχών & βλεμμάτων & και κορμιών, μια celebration (έχει ειπωθεί, κυρίες & κύριοι, έχει ειπωθεί, και καλόν είναι να μην είμεθα αμνήμονες), ναι, μια celebration του Υπέρτατου Ναι στην ύπαρξη και στη ζωή, κι ας λένε —
Track#98 / 2013, Σταθόπουλος: Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι υπήρξε κάποια εποχή, μια περίοδος, έστω μια στιγμή, κατά την οποία, μπορούσα να προβλέψω τι θα επακολουθούσε;
Track#99 / 2003, Λάγιος: Περί τα συμβεβηκότα τυρβάζει, επωφελώς. Το ταβλαρισμένο μυαλό του εργάζεται σαν μικροσκόπιο, εμπειρικώς διακριβώνει.
Track#100 / 1993, Αρανίτσης: Απ’ αυτών των γιασεμιών το άρωμα αντλούσε τη σιγουριά ότι ο θάνατος δεν είναι παρά ένας ελιγμός της ζωής για ν’ αντέξει την Ομορφιά όταν γίνεται εξουθενωτική.
Track#101 / 1983, Τζώρτζης: Σκέφτηκα πως θα ʼταν οι ίδιοι πάλι χθεσινοί – αρχαία ψάρια του Πιτ. Τούτη τη φορά όμως είχαν προχωρήσει και άφηναν φωνές.
Track#102 / 1973, Βακαλόπουλος: Ίσως να έχουν καλές προθέσεις οι άνθρωποι, παρότι τους κόλλησαν την ετικέτα διανοούμενοι. Εις το επανιδείν.
Track#103 / Eίναι το operculum, βραγχιακό επίπτυγμα του γαστερόποδου Bolma rugosa. Απαντάται στον ανατολικό Ατλαντικό και σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Έχει πολλά κοινά ονόματα, αλλά πρώτη φορά το βρίσκω σαν «ματάκι της Νάξου». Ενδιαφέρον.
Track#104 / Μεταφράζει και υπογραμμίζει, ενόσω μεταφράζει, ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, με το σύνολο των 37 τρισεκατομμυρίων κυττάρων του σε εγρήγορση και στάση ευγνώμονος υποκλίσεως προς τη μεταμοντέρνα Βεατρίκη και δωρήτρια ανεπανάληπτων στιγμών ηδύτητας, ευφυΐας, χιούμορ, αλλά και εμπρηστικών εντάσεων (που εντούτοις έμελλαν, μετά την έγκαιρη κατάσβεση των πυρκαγιών, να είναι εξόχως δημιουργικές): Ο έρωτας, ακόμα και απλοποιημένος ως ρομαντική αγάπη, μας ρίχνει σε μια κατάσταση αγνωσίας που δεν είναι απαραιτήτως αποδυναμωτική: δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι ο έρωτας για να βιώσουμε τη δύναμή του. Άραγε δεν είναι ο έρωτας, ρωτάει ο πολιτισμικός θεωρητικός και ψυχαναλυτής Slavoj Žižek, το υπέρτατο παράδειγμα «αινιγματικού όρου»; Ένας άγνωστος Χ; Η σοβαρή ασθένεια επίσης εμπλέκει έναν άγνωστο Χ. Η αινιγματική εσωτερική ζωή της ασθένειας δεν μπορεί εύκολα να απεμπλακεί από τις βιολογικές συσχετίσεις της, αλλά και δεν μπορεί να περιοριστεί πλήρως ή να εξηγηθεί ως φαινόμενο του σώματος. Ο έρωτας και η ασθένεια κατά καιρούς μοιράζονται μια κοινή γλώσσα. «ὡς γὰρ ἔς σ’ ἴδω βρόχε᾽», γράφει η Σαπφώ στην περιλάλητη 31η Ωδή, «ὥς με φώναισ᾽ οὐδ᾽ ἒν ἔτ᾽ εἴκει, ἀλλ᾽ ἄκαν μὲν γλῶσσα †ἔαγε†, λέπτον δ᾽ αὔτικα χρῶι πῦρ ὑπαδεδρόμηκεν, ὀππάτεσσι δ’ οὐδ᾽ ἒν ὄρημμ’, ἐπιρρόμβεισι δ᾽ ἄκουαι» (γιατί μόλις που πάω να σε κοιτάξω νιώθω ξάφνου να μου κόβεται η μιλιά μου / μες στο στόμα η γλώσσα μου στεγνώνει· πυρετός κρυφός με σιγοκαίει κι ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω μα βουίζουν τ’ αυτιά μου). Ο ερωτευμένος, φλεγόμενος, σχεδόν μεμιάς γίνεται κουφός, άλαλος, και τυφλός. Έμπιστες αισθήσεις μας προδίδουν. Οι μεταφορές σιμώνουν επικίνδυνα τις πραγματικότητες. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο ασθενής, όπως ο ερωτευμένος, ίσως νιώσει ότι στ’ αλήθεια ξεψυχάει. «χλωροτέρα δὲ ποίας ἔμμι, τεθνάκην δ’ ὀλίγω ʼπιδεύης φαίνομʼ» (τρέμω σύγκορμη και πρασινίζω σαν το χόρτο και λέω πως λίγο ακόμη· λίγο ακόμη και πάει θα ξεψυχήσω), όπως εκμυστηρεύεται ο στίχος της Σαπφώς. Ο έρωτας και η ασθένεια, και όχι μόνο στην εγγύτητά τους με τον θάνατο, διατηρούν μια δύναμη να μας μυούν στην απόλυτη, αινιγματική παρουσία της αγνωσίας [David B. Morris, Eros and Illness].
Track#105 / Φιλημένοι Φίλοι Φιλήθηκαν. Lonely Lovers Left. Αισθαντικοί Αισθηματίες Αισθάνονται. They lived and laughed and loved and left. Έτσι προχωρούσαν. Έτσι παραχωρούσαν. Με παρηχήσεις.
Track#106 / Ιδρυτική Συνθήκη της Συγγραφής του Μυθιστορήματος, 6: Only thing can resolve conflict is love… Pure love. Love? What is It? Most natural painkiller what there is. LOVE. [WSB].
Track#107 / Σε αντίθεση, πάντως, με ό,τι συμβαίνει σε πλείστες όσες περιπτώσεις ερωτικών σχέσεων άλλων, και με ό,τι έχει και σ’ εμένα συμβεί στο παρελθόν, το ότι η λεγόμενη μεταμοντέρνα Βεατρίκη, και προσώρας Μαρία, διαισθάνεται τα πάντα, αντιλαμβάνεται τα πάντα, οσμίζεται τα πάντα, εισδύει μ’ ένα βλέμμα, πότε φευγαλέο και πότε παρατεταμένο στο μύχιο σύμπαν, όχι μόνον δεν μου προκαλεί εκνευρισμό, ανασφάλεια, ή δυσανασχέτηση αλλά, απεναντίας, με ριλαξάρει, με ενισχύει, με χαροποιεί, είχε γράψει στο σημειωματάριο εργασίας του ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος την ημέρα των εξηκοστών τέταρτων γενεθλίων του, εκείνη την Τετάρτη, 10 Απριλίου του έτους 2024 – και το διάβασε πάλι τρεις μήνες μετά, την (επίσης) Τετάρτη, 10 Ιουλίου του έτους 2024, ημέρα των τριακοστών έβδομων γενεθλίων της μεταμοντέρνας Βεατρίκης.
Track#108 / A change of scene, with no regrets A chance to watch, admire the distance Still occupied, though you forget Different colors, different shades Over each mistakes were made I took the blame Directionless so plain to see A loaded gun won’t set you free So you say We ’ll share a drink and step outside An angry voice and one who cried We ’ll give you everything and more The strain is too much, can’t take much more Oh, I’ve walked on water, run through fire Can’t seem to feel it anymore It was me, waiting for me Hoping for something more Me, seeing me this time Hoping for something else [Joy Division, 08.06.1979]
Track#109 / Σκληροί από μειλιχιότητα, θα ’λεγε ο Καρούζος, «cruel only to be kind», καθώς είπε ο Μέγας Βάρδος απ’ το Avon, με τον Ηράκλειτο υπό μάλης και τον Ginsberg να μας καίει το μυαλό, χωθήκαμε και χαθήκαμε ξανά και ξανά στα κακόφημα σοκάκια της απελπισίας, σε κάθε desolation row των μεγαλουπόλεων που αγαπήσαμε, για να δούμε κι εμείς το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, για να αφουγκραστούμε τον ήχο κάθε πολύτιμου ψιθύρου που πρόσταζε μελωδικά «Τίποτα Δεν Είναι Αληθινό. Τα Πάντα Παίζονται», για να διδαχτούμε ότι «Δεν Υπάρχουν Προβλήματα. Υπάρχουν Μόνο Λύσεις», για να πειστούμε ότι «No se puede vivir sin amar». Έχει ειπωθεί: τα μικρά μας ονόματα είναι ήδη συνθήματα. Έχει ειπωθεί: ό,τι χρώμα κι αν έχουν τα μάτια μας, το βλέμμα μας είναι πάντα γαλάζιο. Έχει ειπωθεί: με καρδιά από φλόγα, με μυαλό από πάγο. Έχει ειπωθεί: από το πάθος της μέθης, στη μέθη των παθών.
Track#110 / Die ungetrübte Zeit mit Katharina hat genau drei Monate gedauert [Kairos].
Track#111 / … για όλες μου τις απασχολήσεις που απαιτούσαν απαραβίαστη μοναξιά: ανάγνωση, ονειροπόληση, δάκρυα και ηδυπάθεια / à toutes celles de mes occupations qui réclamaient une inviolable solitude: la lecture, la rêverie, les larmes et la volupté [M.P., nrf, p.10].
Track#112 / Still Corners are a British/American dream pop band formed in 2007 consisting of songwriter/producer Greg Hughes and vocalist Tessa Murray.
Track#113 / Βουρκωμένος ορκίστηκε να μην της γαμήσει την ψυχή, κι ας του γάμησε τη δική του εκείνη, υπογράμμισε με στυλό διαρκείας Parker Jotter Core Waterloo Blue ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος (επίσης βουρκωμένος) στη δακτυλογραφημένη σελίδα 105 του μυθιστορήματος Κωμωδία του Νευρικού Συστήματος το οποίο ακόμη και σήμερα (Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2024) αποδίδεται από φιλολόγους, γαλλομαθείς, και «γυαλάκιες του μέλλοντος» στον φυσιοδίφη, λεπιδοπτερολόγο, ιστιοπλόο και μυθιστοριογράφο Αντρέ Μπερζέν (André Birzin, 05.10.1955 – 22.02.2022) ενώ άπαντες οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ και την οδό Σόλωνος, όπως άλλωστε και οι πέτρες, γνώριζαν πολύ καλά ποιος (δεν) έγραψε το εν λόγω θρυλικό μυθιστόρημα – σπαράγματα του οποίου είχε στη διάθεσή του ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος ήδη από τον Ιανουάριο του 1981.
Track#114 / 10 Ιουλίου 1914 – Επιστολή στην Όττλα Κάφκα: Από το Βερολίνο φυσικά θα σου γράψω, τώρα ας μην ειπωθεί τίποτα συγκεκριμένο ούτε για την υπόθεση ούτε για μένα. Γράφω άλλα απ’ αυτά που λέω, λέω άλλα απ’ αυτά που σκέπτομαι, σκέπτομαι άλλα απ’ αυτά που πρέπει να σκέπτομαι και πάει έτσι λέγοντας μέχρι το πιο βαθύ σκοτάδι [Franz Kafka, Σήμερα πάλι ωραία μέρα, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδ. Bibliothèque, σ. 93].
Track#115 / 10 July – Marcel Proust embodied memory in the thousands of pages written by hand in his sickbed [Patti Smith, A Book of Days, p. 200].
Track#116 / Καίτοι ανήκει σε άλλο πεδίο η εργασία και η σκέψη του Συγγραφέα του Μυθιστορήματος, ο εν λόγω Συγγραφέας εκτιμούσε, όχι δίχως κάποια ανησυχία, ότι ο Paul Virilio δεν σφάλλει όταν διατείνεται στο έργο του Esthétique de la disparition ότι ο ταχύπλοος κυνισμός της μεταβιομηχανικής κοινωνίας ευνοεί πτυχές λήθης και εξαφάνισης. Η ιλιγγιώδης ταχύτητα αφανίζει τη συγκίνηση που προκαλούν όσα θυμόμαστε. Το φωτόνιο εξορίζει τη μελάνη, εξαφανίσεις συντελούνται καθημερινώς και, φευ!, περνούν απαρατήρητες. Άκουσον, άκουσον, σκέφτεται (ανήσυχος, ας επαναληφθεί, και αρκετά θορυβημένος) ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, ποιος έχει χρόνο να θρηνήσει, γράφει ο David Morris, σχολιάζοντας τις θέσεις που επεξεργάστηκε ο Virilio το σωτήριον έτος 1989, για την εξαφάνιση των γραφομηχανών, των ταχυδρομικών επιστολών, της παρθενίας προ του γάμου, των κινηματογράφων drive-in, των κασετών 8 track, της ευλογιάς, των εθνικών κρατών, των Chevrolet του 1956, των ταινιών του Fred Astaire ή του νεαρού Elvis Presley; Η απώλεια συντελείται –η απώλεια επιταχύνεται από την προγραμματισμένη απαρχαίωση που ενσωματώνεται στον σχεδιασμό των σύγχρονων εμπορευμάτων– χωρίς όμως τη γνώση και τη συναισθηματική εμπειρία της απώλειας. Δημιουργεί τοιουτοτρόπως την «επιληπτική συνείδησή» μας· τη σπασμωδική, σύγχρονη εμπειρία πραγμάτων που εξαφανίζονται μπροστά στα μάτια μας –αλυσίδες καταστημάτων και εθνικά προϊόντα, πρώην εραστές και ερωμένες, παλιοί φίλοι που απομακρύνονται ή που πεθαίνουν– μείον μια συνειδητή εμπειρία της απώλειας. Πρόκειται, σκέφτεται ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, για έναν λόξυγγα, οδυνηρά οχληρό, της ύπαρξης που διολισθαίνει έτσι στην ανυπαρξία.
Track#117 / Όθεν ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος οργανώνει και σχεδιάζει και συνθέτει ένα Μυθιστόρημα/Αρχείο, ένα πρόγραμμα διάσωσης (μπορούμε να πούμε) προσωπικών στιγμών του που ενεπλάκησαν, εντούτοις, με κοινωνικά γεγονότα, με κάποιες πριβέ εξεγέρσεις πολυτελείας, με σημαίνοντα πολιτισμικά δρώμενα, ούτως ώστε να μην αφανιστούν από τη λαίλαπα της καταιγιστικής φόρας ενός εκτροχιασμένου χρόνου (και κόσμου). Εδώ, ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος συναντάται, όπως άλλωστε και αλλού, με τις θεωρήσεις του Walter Bendix Schönflies Benjamin (15 Ιουλίου 1892 – 26 Σεπτεμβρίου 1940), ο οποίος Benjamin, όπως αρέσει στον Συγγραφέα του Μυθιστορήματος να ιστορεί στην μεταμοντέρνα Βεατρίκη του ενόσω σκύβουν πάνω από τη σκακιέρα σε συνθήκες καύσωνος μες στα «θολερά λιοπύρια του Καρκίνου», έπαιζε περιπαθώς σκάκι με τον Bertolt Brecht, το θέρος του 1934, εξόριστοι αμφότεροι λόγω της ναζιστικής λαίλαπας στην πόλη Σβέντμποργκ στη Δανία.
Track#118 / “Je sais dans quelles limbes retrouver cette femme.” / Εγώ ξέρω σε ποια καθαρτήρια θα ξαναβρώ αυτή τη γυναίκα / Antonin Artaud.
Track#119 / Ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος σημείωσε στο τετράδιο εργασίας τη νύχτα της 13ης προς 14η Ιουλίου του σωτηρίου έτους 2024, ώρα 03:48, Ιδρυτική Συνθήκη της συγγραφής του Μυθιστορήματος, 7: Άνοιγμα Réti· και, είκοσι λεπτά μετά, L’amour n’est valable que dans une période prérévolutionnaire.
Track#120 / υπήρχε κάτι σαν φιλί στα μάτια της… / il y avait […] comme un baiser de ses yeux…
Track#121 / Ενώ μαινόταν ο καύσωνας, όντας σε λιγοθυμικό λήθαργο και έχοντας ακριβώς 37 ώρες 10 λεπτά και 7 δευτερόλεπτα να την αντικρίσει, ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος αντιλήφθηκε ότι τα μείζονα αγαπημένα του πρόσωπα, ζώντα και τεθνεώτα, έρχονται με αργές φασματικές κινήσεις να κατακλύσουν την οθόνη του νου του μέσα από το καλειδοσκόπιο των εκφράσεων του δικού της προσώπου και της πολλαπλότητάς του, ενεργοποιώντας αυτό που είθισται ήδη από τον Μεσοπόλεμο και, για την ακρίβεια, μετά τις πρώτες μελέτες του έργου εκείνου από το οποίο δεν έχουμε στιγμή απομακρυνθεί, να προσδιορίζουμε ως «αθέλητη μνήμη», όπου ένα είδος ακούσιας ανάφλεξης επαναφέρει εντός μας, δίχως να το έχουμε προκαλέσει ή επιθυμήσει, στιγμές (ακόμα και ασήμαντες, μισολησμονημένες, διόλου αξιομνημόνευτες) που ζήσαμε με τα κορίτσια, ενίοτε και τα αγόρια, που αγαπήσαμε μες στα ερείπια μιας εποχής, σε ηλιόλουστα ακρογιάλια, στα θρανία της σχολικής αίθουσας, στον φλοίσβο της εφηβείας, στα χρόνια της πυρωμένης νιότης και των απερίσκεπτων οδομαχιών, σε κάμαρες μελέτης και περισυλλογής, σε τραπέζια φαγάδικων που κάηκαν μες στην παρέλευση του χρόνου και της εκσυγχρονιστικής επέλασης, σε μπαλκονάκια της Κυψέλης, σε παγωτατζίδικα της Αίγινας, σε γκαρσονιέρες της Νεάπολης, σε καφενεδάκια του Θησείου, και, ακόμα (ίσως μάλιστα: κυρίως) σε ένυλα ενύπνια.
Track#122 / «Είναι ένα κουραστικό ύφος αλλά δεν κουράζει τον νου. Η καθαρότητα της φράσης είναι αθροιστική και εκρηκτική. Η κούρασή μας είναι η κούραση της καρδιάς, μια κούραση του αίματος. Είμαστε εξαντλημένοι και θυμωμένοι μετά από μία ώρα, βυθισμένοι, υποταγμένοι από την κορύφωση της μιας μεταφοράς μετά την άλλη: αλλά ποτέ κατάπληκτοι. Το παράπονο ότι είναι ένα περίπλοκο ύφος, γεμάτο περιφράσεις, σκοτεινό και αδύνατον να το παρακολουθήσεις, δεν έχει καμία απολύτως θεμελίωση». Ιδού πώς μεταφράζει, ο εκλεκτός Θωμάς Συνεωνίδης (εκδ. Εστία, σ. 111) την αγαπημένη μου (έστω: μία από τις αγαπημένες μου) παραγράφους του πολύτιμου πονήματος Proust ενός μόλις εικοσιτετράχρονου Samuel Beckett, πονήματος γραμμένου στα αγγλικά, το οποίο μετέφρασε ανεπίληπτα στα γαλλικά η Édith Fournier, και δεν είναι διόλου χαμένος χρόνος να δούμε και τη δική της εκδοχή της πολύτιμης παραγράφου, είπε (νοερά) στην (απούσα εκείνη τη νύχτα της 14ης Ιουλίου του σωτηρίου έτους 2024) μεταμοντέρνα Βεατρίκη του ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, αντιλαμβανόμενος, όχι δίχως κάποια τάση να μεμφθεί τον εαυτό του για την κιτρινισμένη από τη νικοτίνη επιφάνεια των νυχιών του δείκτη και του μέσου στο αριστερό του χέρι καθώς και για την (δικαιολογημένη, πάντως, από τις περιστάσεις) επέλαση της σκόνης στα ράφια των βιβλιοθηκών του, ενώ άρχισε να διαβάζει μόνος, καίτοι (πάντα) απευθυνόμενος στην απούσα, και τα λοιπά: “C’est un style fatigant, mais pas pour l’esprit. La clarté de la phrase est composée d’une série d’accumulations et d’explosions ; la fatigue que l’on éprouve est une fatigue du cœur, une anémie du sang. Au bout d’une heure, ce n’est pas l’hébétude mais l’épuisement et la colère qui vous gagnent, submergé, anéanti que vous êtes par l’écume et le déferlement d’une métaphore après l’autre. Le reproche fait à ce style d’être alambiqué, plein de périphrases, obscur et impossible à suivre, est absolument sans fondement.”
Track#123 / Όσα δεν επιτρέπουμε να αφανιστούν μες στη χλαλοή του χάους, θα τα ξαναβρούμε: χειρόγραφα ποιήματα και εωθινές προσευχές· κουλούρια Θεσσαλονίκης και παραγράφους του Roberto Bolaño· αναβράζοντα δισκία βιταμίνης C και εμβυθίσεις βλεμμάτων του ενός στα βλέμματα του άλλου· λιτές, αλλά τόσο λυρικές, ανταλλαγές δώρων· ξεφαντώματα με φίλους και σκληρή δημιουργική δουλειά που ο ένας ενέπνεε στον άλλον· ευλαβικές νηστείες και αφηγήσεις ονείρων· άδολες λεκτικές αντιμαχίες που γίνονταν εμβαθύνσεις· σιωπές που έλεγαν πολλά· ταινίες και ποπκόρν ώσπου να βγει ο ήλιος· λεμονάδες Lux και εκδρομές στην παιδική ηλικία· ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος και η μεταμοντέρνα Βεατρίκη να ξεκαρδίζονται στα γέλια με τις ώρες· τόλμη και γοητεία και παλιακές σαπουνόπερες που εκτρέπονται στις ατραπούς του Oppen και της Glück και του Breton· αγκαλιές που ήσαν ευχέλαια· αγγίγματα που ήσαν απολυτίκια· συνθήματα και παρασυνθήματα μιας Στρατιάς των Δύο σε εμπόλεμη κατάσταση με τις Ορδές της Χαμέρπειας· επιμηκύνσεις των δευτερολέπτων έτσι που να μοιάζουν με ώρες· επιμηκύνσεις των ωρών που γίνονταν μαγικές μέρες· επιμηκύνσεις των ημερών ώστε να καθίστανται εβδομάδες και μήνες και έτη· περιδινήσεις του ενός στα ουράνια του άλλου· ανατάσεις διατάσεις εκτάσεις και εκστάσεις· καταιονισμοί ηδύτητας· αναδιανομή του πλούτου που συσσώρευαν ανά εικοσιτετράτωρο· εκκλησιασμοί που ήσαν ανάσες· φαγοπότια που ήσαν βεγγαλικά ψυχής· δάκρυα που ήσαν αρδεύσεις ευσπλαχνίας· στεναγμοί που ήσαν σερπαντίνες αλληλοπεριχώρησης· μακαρονάδες και βόλτες και πειράγματα και αναψυκτικά και χαμόγελα και σοκολάτες και πειράματα και πτώσεις και πτήσεις και κραδασμοί και βανίλιες και ανθοδοχεία και τραντάγματα και σκούφοι και τακιμιάσματα και παραδαρμοί και γλυκίσματα και βλεφαρισμοί και αγάπες και λουλούδια και γινάτια και τραγούδια και πείσματα και σορόπια και σταυρόλεξα κι αγκαλιάσματα και αστερισμοί και απεριτίφ και μπούφλες και περάσματα και οιμωγές εξιλεώσεις επαγγελίες αυγές.
Track#124 / Ήταν ένα υπέροχο ξημέρωμα. Είδα το καινούργιο φεγγάρι κι έκανα τρεις μετάνοιες και μια ευχή – «Να ξανάμαστε μαζί» [Αλέξης Ακριθάκης]
Track#125 / Καλλιόπη ὡς νύμφη τοῦ Λυτρωτοῦ, ἀπαύστως δυσώπει, τοῦ δοθῆναί μοι φωτισμόν, καὶ ἐξ ὕψους ὅπως μέλψω, τὰ ἱερὰ καὶ στερρά σου παλαίσματα.

