Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Φιλήμων Παιονίδης

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ως στοχαστής της δημοκρατίας

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987) κατά τον πολυκύμαντο βίο του διώχτηκε από τους εχθρούς της δημοκρατίας, καθώς το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου όχι μόνο επιχείρησε να ανακόψει την επαγγελματική σταδιοδρομία του, αλλά τον εξόρισε στη Σκύρο και στις Σπέτσες κατά τη διετία 1939-1940. Ακόμα, το σημαντικότερο, μετά την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών συνέβαλε τα μέγιστα στην εδραίωση της δημοκρατίας στη χώρα μας, πρώτα με την ιδιότητα του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την κατάστρωση του Συντάγματος του 1975 και στη συνέχεια ως δεύτερος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1975-1980). Πρόκειται για δύο τεκμηριωμένες διαπιστώσεις που ρίχνουν φως στην πολύμορφη σχέση του ανδρός με το δημοκρατικό πολίτευμα.[1] Στο ανά χείρας κείμενο θα επιχειρήσω μια συνοπτική κριτική ανασυγκρότηση μιας άλλης, λιγότερο μελετημένης, διάστασης αυτής της σχέσης. Συγκεκριμένα, θα επικεντρωθώ στις θέσεις του για τη βασική δομή, τη δικαιολόγηση και τη λειτουργία της δημοκρατίας, όπως καταγράφονται στην Πολιτική και σε άλλα πονήματά του.[2] Ελπίζω να καταστεί σαφές ότι η συζήτηση που θα ακολουθήσει παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο για τους μελετητές του έργου του Τσάτσου αλλά και για την κατανόηση μιας δημοφιλούς πρόσληψης της δημοκρατικής θεωρίας στη χώρα μας κατά την μεταπολεμική περίοδο.

Ι.

Κατά γενική ομολογία, η Πολιτική που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1965 αποτελεί την πρωταρχική πηγή για όσους και όσες θα επιθυμούσαν να προσεγγίσουν την πολιτική θεωρία του Τσάτσου. Ένας τρόπος για να εξαγάγουμε και ναανασυγκροτήσουμε από αυτό το εκτενές και πολυσχιδές κείμενο τη θεώρησή του για τη δημοκρατία είναι να ξεκινήσουμε από την κατ’ αυτόν «τέλεια δημοκρατία». Σε αυτή την ιδεώδη πολιτειακή μορφή υπάρχει ταύτιση της βούλησης των αιρετών κυβερνώντων με τις αυτόνομα διαμορφωμένες βουλήσεις του συνόλου των κυβερνωμένων. Με αυτόν τον τρόπο προάγεται η ατομική και η συλλογική ελευθερία που αποτελεί τον εκπορευόμενο από τον πρακτικό λόγο τελικό σκοπό της ιστορίας.[3]

Το επόμενο στάδιο είναι η κατάβαση στο πεδίο των υπαρκτών δημοκρατιών και εδώ αρθρώνεται το κύριο επιχείρημα του Τσάτσου. Στις υπαρκτές δημοκρατίες πρέπει να άρχουν οι ολίγοι άξιοι,[4] δηλαδή οι πλέον ικανοί και οι πλέον ηθικοί και ανιδιοτελείς, ανεξαρτήτως κοινωνικής ή επαγγελματικής θέσης και οικονομικής κατάστασης, αλλά το ζήτημα είναι με ποιον τρόπο θα πρέπει να επιλέγονται. Το πρόβλημα για τον Τσάτσο είναι ότι οι πολίτες είναι ανώριμοι για την επιτέλεση αυτού του έργου.

«Η επιλογή των άξιων από τους ανάξιους είναι κάτι οξύμωρο […]. Εν τούτοις αυτός ο κακός τρόπος [δηλαδή οι εκλογές] είναι ο μόνος που απομένει, όταν απορρίψουμε άλλους που είναι ή χειρότεροι ή ιδανικοί αλλά ανέφικτοι.»[5]

Έτσι, από τη στιγμή που η δια της βίας επιβολή των αρίστων ευνοεί αυτούς που ήδη βρίσκονται στην εξουσία και η πλατωνικής έμπνευσης επιλογή τους κατά τη στιγμή της γέννησής τους είναι ανέφικτη, οφείλουμε να αποδεχτούμε τον θεσμό των εκλογών. Οι εκλογές αυτές θα πρέπει να είναι επαναλαμβανόμενες, γιατί καιοι άριστοι, όπως όλοι μας, είναι ευεπίφοροι στη διαφθορά. Όσον αφορά τη σύνθεση του εκλογικού σώματος, το ορθό θα ήταν να ψηφίζουν μόνον οι πλέον αυτόνομοι εκ των πολιτών. Αυτό σημαίνει ότι, επειδή ο αριθμός τους είναι μεταβαλλόμενος, «θα έπρεπε, κατά θεωρίαν, να κρίνεται κάθε άτομο ad hoc και να του δίνονται οι ελευθερίες ακριβώς εκείνες που είναι άξιο να ασκήσει».[6] Αυτό, όμως είναι ανέφικτο, και έτσι οδηγούμαστε εκ των πραγμάτων στην υιοθέτηση της καθολικής ψηφοφορίας. Ωστόσο, προκειμένου να αποφεύγονται ενδεχόμενα ολισθήματα, οι εκλέκτορες θα πρέπει να δίνουν λευκή επιταγή στους άρχοντες.[7] Θα έλεγε κανείς ότι εάν ζούσε σήμερα ο Τσάτσος, θα έβλεπε με μεγάλη συμπάθεια τις συζητήσεις σχετικά με το εάν θα οδηγηθούμε κάποια μέρα να επιλέγουμε τους άριστους που θα μας κυβερνήσουν μέσα από προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης.

Ως αποτέλεσμα της ανικανότητας, της ανωριμότητας και της βουλησιακής ανισότητας των πολλών, στις σύγχρονες δημοκρατίες η εξουσία δεν ασκείται από τους πολλούς αλλά από κόμματα, κοινωνικές ομάδες ή διαφόρους μη αιρετούς παράγοντες.[8] Το χάσμα μεταξύ τελείας και υπαρκτής δημοκρατίας είναι τόσο μεγάλο, ώστε η δεύτερη να μη δικαιούται κανέναν ή σχεδόν κανέναν από τους επαίνους που περιβάλλουν την πρώτη.[9]

Η ελάχιστα υποστηρικτική στάση του Τσάτσου ως προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία εξασθενίζει ακόμα περισσότερο και από την ιδιαίτερη βαρύτητα που αποδίδει στον ρόλο του πολιτικού ηγέτη. Στην Ελληνική πορεία συναντάμε μια με έντονα χρώματα φιλοτεχνημένη εικόνα του ιδεώδους ηγέτη, η οποία είναι τόσο εξωπραγματική, ώστε ο ίδιος αδυνατεί να την τεκμηριώσει με τα κατάλληλα ιστορικά παραδείγματα. Ο βασιλικός ανήρ:

«Πρέπει να κατέχει όλες τις όψεις της σκέψης και της ψυχής, αλλά όλες κατά το μέτρο που μπορεί να συνυπάρξουν και να κυριαρχηθούν από ένα ανώτατο πνευματικό κριτήριο του νου. Συντονιστής και διαιτητής όλων των δυνάμεων και των αρετών του ανθρώπου είναι ο ηγέτης για να κυβερνά αληθινά ελεύθερος, πρώτα τον μέσα του κόσμο και ύστερα την πολιτεία.» [10]

Ο ηγέτης αυτός οφείλει να υπερβαίνει τον τρόπο θέασης των πραγμάτων που υπαγορεύεται από μια συγκεκριμένη επιστημονική ή επαγγελματική οπτική γωνία.

«Καθολικός στην εποπτεία των πραγμάτων, κινούμενος σε έσχατη ανάλυση από έναν σκοπό που υπερβαίνει όλους τους ανθρώπινους σκοπούς, πρέπει ο ηγέτης να έχει τη σπανιότατη πνευματική δύναμη να εξειδικεύει τον γενικότατο σκοπό ως την απόλυτα συγκεκριμένη πράξη και έτσι να κατεβαίνει από τη σταθερή γενικότητα των υψηλότερων σκοπών ως “τη στιγμή”, στο ακαριαίο παρόν της πραγματικής ζωής, στην πολιτική πράξη.»[11]

Για να το επιτύχει την πραγμάτωση αυτού του τελικού σκοπού, που είναι η ελευθερία και η τελείωση του ανθρώπου, χρειάζεται το κατάλληλο πυραμιδοειδές σχήμα εξουσίας στη βάση του οποίου βρίσκονται οι απλοί «εκτελεστές».[12] Την εξουσία μπορεί να την καταλάβει είτε με τη βία είτε με την πειθώ, αν και η δεύτερη είναι προτιμότερη.[13] Όσον αφορά τη σχέση του με τον λαό, ο ηγέτης πρέπει να διατηρεί κάποια απόσταση από αυτόν. «Η συναίρεση μέσα στο εύρος της προσωπικότητάς του, της αριστοκρατικότητας και της λαϊκότητας, η συναίρεση αυτών των δύο αντιθέτων […] αυτό κάνει τη μεγαλοφυΐα του.» [14] Ο λαός, από την πλευρά του, οφείλει να θυσιάζει την ηθική αυτονομία του, δηλαδή να υποτάσσεται στην κατά τεκμήριο ορθή εξειδίκευση του ύπατου σκοπού της ιστορίας που προβάλλει η πολιτική ηγεσία.[15]

Το πρόβλημα με αυτή τη σύλληψη της πολιτικής ηγεσίας δεν είναι ο ουτοπικός χαρακτήρας της. Η ουτοπική σκέψη είναι πολλαπλά χρήσιμη για την πολιτική θεωρία. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι θα την προσυπέγραφαν ως προς αρκετά σημεία της, οι ναζί, οι φασίστες και οι σταλινικοί, και αυτό είναι κάτι που ο Τσάτσος το γνωρίζει ως αυτόπτης μάρτυρας της περιόδου που ξεκινάει με την εδραίωση της εξουσίας των μπολσεβίκων και τελειώνει με τον θάνατο του Στάλιν. Αυτό το γεγονός μας καθιστά σήμερα ιδιαίτερα επιφυλακτικούς ως προς το εύλογο ή το επιθυμητό τέτοιων συλλήψεων. Επιπροσθέτως, διαβάζοντάς την έχει κανείς την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα κάτοπτρο ηγεμόνος που γράφεται σε μια πολύ παλαιότερη περίοδο κατά την οποία δέσποζε η του «ενός ανδρός αρχή», η οποία θα έπρεπε να εξανθρωπίζεται μέσω μιας ηθικής συμβουλευτικής. Σήμερα, όμως, οποιαδήποτε συζήτηση περί του ρόλου των πολιτικών ηγετών δεν μπορεί παρά να γίνεται σε ένα αυστηρό δημοκρατικό και συνταγματικό πλαίσιο, το οποίο δεσμεύει ποικιλοτρόπως τους αιρετούς φορείς της πολιτικής εξουσίας.[16] Στον Τσάτσο, αντίθετα, η εξουσία του ενός, υπό την προϋπόθεση ότι είναι προσωρινή και δευτερογενής, είναι απολύτως απαραίτητη κάποιες στιγμές για την επανόρθωση των παθογενειών της δημοκρατίας. Αυτό το πολίτευμα

«που έχει εγγενές το μειονέκτημα της βραδύτητας και της αλληλοεξουδετέρωσης των δυνάμεων, εξ αιτίας των πολλών γνωμών και των πολλών αντιμαχιών, χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλο, σε ορισμένες φάσεις της ζωής, την αποφασιστική παρέμβαση του ενός, που με γοργό ρυθμό θα τάμει τις διαφορές και θα προχωρήσει.»[17]

Στις μέρες μας οι περισσότεροι θεωρητικοί της δημοκρατίας θεωρούν ότι τα αδιέξοδα και οι καθυστερήσεις μπορούν να αντιμετωπισθούν με αμοιβαίες υποχωρήσεις και, το καλύτερο, με τις αναγκαίες θεσμικές ρυθμίσεις και τροποποιήσεις, χωρίς να απαιτείται η παρέμβαση κάποιου εξωδημοκρατικού «από μηχανής Θεού». Ανοιχτό πάντως παραμένει το ζήτημα τι ακριβώς είχε κατά νου ο Τσάτσος, αφού το παράδειγμα του δικτάτορα της ρωμαϊκής πολιτείας που επικαλείται αφορούσε μόνο περιπτώσεις ύψιστου εξωτερικού κινδύνου, ενώ στο απόσπασμα που παραθέσαμε αναφέρονται περιπτώσεις όπου δεν συντρέχει τέτοιος κίνδυνος.

Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο ότι η έντονα απαξιωτική εικόνα για τις ικανότητες και τον τρόπο σκέψης των πολιτών στις σύγχρονες δημοκρατίες που συναντάμε στην Πολιτική φαίνεται να αντικρούεται εν μέρει από ένα άλλο δοκίμιό του, το οποίο επικεντρώνεται στην ιστορία και την πολιτειακή δομή της αρχαιότερης εν λειτουργία αβασίλευτης μεγάλης κλίμακας δημοκρατίας, των ΗΠΑ. Πρόκειται για το Στις ρίζες της αμερικανικής δημοκρατίας, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία το 1955, και εντάσσεται σε μια σειρά παρεμφερών έργων που γράφτηκαν από σημαίνοντες εγχώριους συγγραφείς και ακαδημαϊκούς κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 ως αντάλλαγμα για τις περιοδείες που έκαναν στις ΗΠΑ, ύστερα από πρόσκληση αμερικανικών φορέων. Το κείμενο αυτό ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο για το αναγνωστικό κοινό εκείνης της εποχής, αν και το βασικό αφήγημα που υιοθετεί ο Τσάτσος, δηλαδή ότι το μεγαλείο της Αμερικής οφείλεται αποκλειστικά στους αγγλοσάξονες προτεστάντες που δάμασαν μια έρημη χώρα, θεωρείται σήμερα ανακριβές και μεροληπτικό.[18] Εκείνο, ωστόσο, που παρουσιάζει ενδιαφέρον σε σχέση με το θέμα που πραγματεύομαι είναι η ιδιαίτερα θετική εικόνα που σκιαγραφείται για τον μέσο Αμερικανό πολίτη. Ο Τσάτσος εντυπωσιάζεται από αυτό που αντιλαμβάνεται ως άμεση εμπλοκή των πολλών στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας σε τοπικό επίπεδο. «Αυτή η αμεσότητα της επέμβασης του πολίτη στις υποθέσεις τις κοινωνικές και τις πολιτικές, αυτό σημαίνει δημοκρατία» θα γράψει χαρακτηριστικά. [19] Στις ΗΠΑ το πολιτικό σώμα εμφανίζεται ως ώριμο και συγκροτημένο και δεν γίνεται πουθενά λόγος για την ανάγκη συνδυασμού δημοκρατικής και μη δημοκρατικής εξουσίας. Απεναντίας, η αμερικανική δημοκρατία «μπορεί και διορθώνει τα ελαττώματά της χωρίς βίαιες ανατροπές, με τα μέσα που της παρέχουν οι ίδιοι οι νόμοι της και προ παντός, χωρίς κατάλυση των ατομικών ελευθεριών».[20] Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια είναι η σχέση αυτής της υπερθετικής εικόνας που σκιαγραφείται για μια υπαρκτή δημοκρατία με τη γενικότερη θεωρία περί δημοκρατίας που αναπτύσσεται στην Πολιτική; Ενδεχομένως, να θεωρούσε ότι η Αμερική αποτελεί μια μη εντελώς αναπάντεχη εξαίρεση στο προβληματικό περιβάλλον των υπαρκτών δημοκρατιών,[21] αλλά δεν φαίνεται να προσπαθεί να συμβιβάσει αυτά τα δύο κείμενα.

Σε γενικές γραμμές, με βάση τα κείμενα στα οποία έγινε αναφορά, ο Τσάτσος θα μπορούσε να τοποθετηθεί με γνώμονα την αξιολογική προσέγγιση της υπαρκτής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας κάπου μεταξύ των δεξιών και αριστερών πολέμιών της και των γνήσιων υπερμάχων της, όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς και ο Αλέξανδρος Σβώλος.[22]

ΙΙ.

Προς το τέλος του βίου του, ο Τσάτσος θα επανέλθει σε αυτά τα ζητήματα με αφορμή το ερώτημα «ποιο είναι το μέλλον της δημοκρατίας;» που του έθεσε το 1980 το περιοδικό Ευθύνη, υιοθετώντας μια διαφορετική ως προς αρκετά σημεία προσέγγιση.[23]Στο σχετικό δοκίμιό του ξεκινάει με τη θέση ότι η δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου ιδεατά πραγματώνεται η ελευθερία, ο ύπατος σκοπός της ιστορίας, εννοούμενη ως δυνατότητα ανάπτυξης των δυνατοτήτων του ανθρώπου σε όλα τα πεδία του επιστητού.[24] Η πραγμάτωση αυτού του στόχου, ωστόσο, δεν εκλαμβάνεται ως μια ατομική επιδίωξη που μπορεί να επέλθει χωρίς τη συνδρομή των άλλων που δικαιούνται και αυτοί να είναι εξίσου ελεύθεροι. Η ατομική ελευθερία είναι αδιανόητη χωρίς την ελευθερία του συνόλου. Γι’ αυτόν τον λόγο ο καθένας οφείλει να συμμετέχει στην προαγωγή του κοινού αγαθού. Αυτό προϋποθέτει μια σειρά από ρυθμίσεις της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής, έναν συντονισμό των «ροπών και των δραστηριοτήτων», που θα εξασφαλίζουν τη μέγιστη ελευθερία για το άτομο και τη συλλογικότητα. Πρόκειται για ζητούμενο που μόνο η υποστηριζόμενη από ένα πλέγμα δικαιωμάτων δημοκρατία δύναται να το προσφέρει. Έτσι, «η ιδανική πολιτεία πρέπει να είναι μια ιδανική δημοκρατία, μια πολιτεία ιδανική ελεύθερων, δημοκρατικά οργανωμένων, ανθρώπων, αφού η ύπατη εξουσία ανήκει στον δήμο, δηλαδή στο κοινωνικό σύνολο.»[25]

Στο σημείο αυτό ο Τσάτσος αναγνωρίζει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, παρόλο που δεν χρησιμοποιεί αυτό τον όρο. Στη συνέχεια μεταβαίνει στον χώρο των υπαρκτών δημοκρατιών, χωρίς πλέον να αναφέρεται στην ανάγκη ανάμειξης δημοκρατικών και μη δημοκρατικών μορφών εξουσίας ή να προβάλλει την κυριαρχία των αρίστων. Ωστόσο, η γενικότερη απαξίωση του πολιτικού σώματος φαίνεται να αποτελεί σταθερά της σκέψης του. Οι πολλοί στις υπαρκτές δημοκρατίες στερούνται γνώσης, παιδείας και κρίσης. «Ο σημερινός πολίτης», αναφέρει χαρακτηριστικά, «βλέποντας ή νιώθοντας μόνο το άμεσο και όχι το απώτερο, μόνο το προσωπικό και όχι το κοινωνικό, το προσωρινό και το πρόσκαιρο, και όχι το μόνιμο εργάζεται εναντίον της δικής του αποστολής, εναντίον της κοινωνίας».[26] Εδώ το αντίδοτο είναι η διάδοση της παιδείας στους πολλούς και η υγιής αντίδραση των «ικανών να σκέπτονται αυτοδύναμα και ελεύθερα». Αλλά και το κομματικό σύστημα δεν ξεφεύγει από την γενικότερη αρνητική διάγνωση που επιφυλάσσει στον τρόπο λειτουργίας των υπαρκτών δημοκρατιών. Τα «μαζικά κινήματα και κόμματα […] δεν είναι σύνολα ελεύθερων ανθρώπων, αλλά αγέλες σχηματισμένες από κοινά αντικοινωνικά συμφέροντα […] που σέρνονται από κάποιον που έχει σχετικώς μεγαλύτερη δύναμη σκέψης». [27]

Διαβάζοντας κανείς τις απαξιωτικές για τους πολλούς κρίσεις του ύστερου Τσάτσου, μπαίνει στον πειρασμό να αναρωτηθεί εάν φρονούσε τα ίδια για το κόμμα του –με τη στήριξη του οποίου έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας– και τους ψηφοφόρους του, αλλά είναι άκομψο να προσφεύγει κανείς σε ad hominem κριτική των θέσεων κάποιου που δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Εξάλλου, υπάρχει πολύ σοβαρός θεωρητικός αντίλογος στις παρατηρήσεις του Τσάτσου για τον τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων δημοκρατιών.[28]

Το ζήτημα της αξιολόγησης των πολιτικών ικανοτήτων των πολλών απασχολεί την πολιτική θεωρία από την εποχή της κλασικής αρχαιότητας μέχρι τις μέρες μας. Η ίδια η αθηναϊκή δημοκρατία, και στοχαστές όπως ο Πρωταγόρας, και ρήτορες όπως ο Περικλής και ο Ισοκράτης, είχαν δώσει απαντήσεις σε εκείνους τους φιλοσόφους που είχαν κάνει σημαία τους τη θρυλούμενη αδυναμία των πολλών να αυτοδιοικούνται. Και εμείς, ωστόσο, μπορούμε να αντικρούσουμε τους σύγχρονους θιασώτες παραπλήσιων απόψεων, οι οποίοι ενίοτε φτάνουν στο σημείο να αμφισβητήσουν τη θεμελιακή δημοκρατική αρχή της καθολικής ψηφοφορίας.[29] Εάν υπάρχει κάτι για το οποίο μπορεί να κατηγορηθούν οι πολίτες, δεν είναι ο τρόπος που υποτίθεται ότι σκέπτονται ή οι προθέσεις που θεωρούμε ότι τους διακρίνουν, αλλά το γεγονός ότι συνέβαλαν στη λήψη συγκεκριμένων καταφανώς εσφαλμένων αποφάσεων. Ωστόσο, στη δημοκρατική πολιτική, όπου κυριαρχούν αντικρουόμενες ιδεολογικές απόψεις και οι περιστάσεις μεταβάλλονται με το πέρασμα του χρόνου, είναι πολύ δύσκολο να αποφασίσουμε τελεσίδικα για το πότε μια απόφαση μπορεί αμερόληπτα να θεωρηθεί εσφαλμένη. Επίσης, κάποιες εμπειρικές έρευνες δείχνουν ότι οι πολίτες χρησιμοποιούν τις δικές τους έλλογες στρατηγικές για να αντιμετωπίζουν την απουσία επαρκούς πληροφόρησης και δεν αποτελούν έρμαιο των κομμάτων και των ΜΜΕ. Έχει ακόμα αποδειχτεί ότι πολίτες που ήταν προηγουμένως αδιάφοροι, μεταμορφώνονται επί τα βελτίω, όταν καλούνται να συμβάλουν άμεσα στη λήψη πολιτικών αποφάσεων ή στην κατάθεση σχετικών προτάσεων διαμέσου της συμμετοχής τους σε συνελεύσεις πολιτών, συμβούλια και ελεγκτικές επιτροπές, καθώς και σε ποικίλα διαβουλευτικά μικροκοινά. Από την άλλη πλευρά, αρχίζει να εδραιώνεται μια γενικευμένη δυσπιστία ως προς τις κρίσεις διαφόρων ειδικών και «σοφών» για ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο της δημοκρατικής πολιτικής. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι ειδικοί διαφωνούν μεταξύ τους, ότι κάποιες φορές δεν φαίνεται να έχουν καλύτερες επιδόσεις από τους μη ειδικούς ως προς το ίδιο ζήτημα, πως δεν είναι σπάνιο να προωθούν ιδιωφελή συμφέροντα, ενώ συχνά αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις από παγιωμένες οπτικές γωνίες.[30] Στο μέτρο που ισχύουν οι προηγούμενες διαπιστώσεις, είναι καλύτερο να είμαστε θύματα της πλειοψηφίας των πολιτών παρά θύματα κάποιων ειδικών και των πολιτικών ελίτ που τους εμπιστεύθηκαν. Όλα αυτά δεν αίρουν την ανάγκη για μια ουσιαστικότερη δημοκρατική παιδεία που ορθά υπογραμμίζει ο Τσάτσος, αλλά χρειαζόμαστε και καινούργιους θεσμούς διαβουλευτικής και συμμετοχικής δημοκρατίας.

Τέλος, η άσκηση δριμείας κριτικής στον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων παραμένει στο προσκήνιο της δημοκρατικής θεωρίας, τουλάχιστον από την εποχή του Ρὀμπερτ Μίχελς και της Σιμόν Βέιλ. Εκείνο που συχνά δεν αναγνωρίζεται, αλλά απαντά σε κάθε εγχειρίδιο πολιτικής επιστήμης, είναι ότι τα κόμματα κατέστησαν ιστορικά δυνατή τη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε χώρες με μεγάλο πληθυσμό, καθώς κατάφεραν μέσω των προγραμμάτων τους να παρέχουν προς έγκριση στους πολίτες ένα περισσότερο ή λιγότερο συνεκτικό σύνολο θέσεων, προσφέροντάς τους με αυτόν τον τρόπο έναν πολιτικό προσανατολισμό και μια προοπτική επίδρασης στα πολιτικά πράγματα. Φανταστείτε σε τι θέση θα βρισκόμασταν, εάν στις βουλευτικές εκλογές είχαμε να επιλέξουμε μεταξύ εκατοντάδων ανεξάρτητων υποψηφίων με διαφορετικές πολιτικές ατζέντες. Όπως το θέτει εύστοχα ο Σβώλος, η λαϊκή μάζα «άνευ της κομματικής οργανώσεως […] θα ήτο κονιορτός ατόμων, αντικείμενον μόνον της πολιτικής εξουσίας».[31] Τούτου λεχθέντος, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι κάποιες από τις κριτικές που ασκούνται ως προς τη λειτουργία των κομμάτων είναι βάσιμες. Για παράδειγμα, ο Πίτερ Μάιρ και πολλοί άλλοι υποστηρίζουν ότι τα παραδοσιακά κόμματα έχουν παύσει να αντιπροσωπεύουν συμφέροντα των πολιτών και να λειτουργούν διαμεσολαβητικά μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Το ενδιαφέρον τους πλέον επικεντρώνεται στην κατάληψη της εξουσίας και στην ενσωμάτωσή τους στο «βαθύ κράτος».[32] Το ζητούμενο σήμερα είναι η μεταρρύθμισή τους στη βάση μιας λογικής συμπερίληψης και ουσιαστικής εσωκομματικής διαβούλευσης, η οποία θα λαμβάνει υπόψη ότι πολλοί πλέον δεν ικανοποιούνται με την ετικέτα του κομματικού «οπαδού» ή του «πελάτη», και όχι η συλλήβδην λοιδορία των πολιτών που τα υποστηρίζουν.[33]

Η σκέψη του Κωνσταντίνου Τσάτσου περιβλήθηκε, τουλάχιστον προς το τέλος του βίου του, με μια αύρα αυθεντίας και μια αίγλη επιδραστικότητας, όπως μας θυμίζει ο σκωπτικός στίχος του Σαββόπουλου «μοιάζει να το’ πε το ΠΑΣΟΚ, ο Σολωμός ή ο Τσάτσος» και η ως επί το πλείστον υμνητική γι’ αυτόν δοκιμιογραφία. Σήμερα, τριάντα επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, καλούμαστε, κατά την εκτίμησή μου, να λάβουμε κάποιες αποστάσεις από ένα τμήμα της πλούσιας παρακαταθήκης ιδεών που μας κληροδότησε. Αυτό, ωστόσο, είναι το έλασσον. Το πρόβλημα με τις πλέον προβληματικές θέσεις του που συζητήθηκαν είναι ότι συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να είναι προσφιλείς σε διάφορους κύκλους, έστω και αν δεν διακηρύσσονται από επίσημα χείλη και δεν συνδέονται με το έργο του φιλοσόφου. Δεν είναι βέβαια στις μέρες μας σώφρον για έναν αιρετό άρχοντα να δηλώνει δημόσια ότι κυβερνά δικαιωματικά γιατί ανήκει στη χορεία των «αρίστων», αλλά μπορεί ενδόμυχα να το πιστεύει. Όσον αφορά την απαξίωση των πολιτών, αυτή καλά κρατεί, ειδικά όταν οι πολιτικές επιλογές τους απάδουν προς τις δικές μας, ενώ το διαδίκτυο βρίθει από καταδικαστικές και απορριπτικές ως προς τα κόμματα απόψεις. Αυτός είναι ένας λόγος που καθιστά επίκαιρες τις ιδέες του Τσάτσου για τη δημοκρατία και συνηγορεί υπέρ μιας συνεχιζόμενης κριτικής αλλά ακριβοδίκαιης αναμέτρησης με αυτές.[34]


[1]H προσωπική μαρτυρία του Τσάτσου γι’ αυτές τις δύο περιόδους της ζωής του περιέχεται στις σελίδες 268-278 του πρώτου τόμου και στις σελίδες 428-543 του δευτέρου τόμου της αυτοβιογραφίας του Λογοδοσία μιας ζωής: Τα απομνημονεύματα (Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019). Από τη δευτερεύουσα βιβλιογραφία, για την περίοδο της εξορίας, βλ. Κ. Πάπαρη, Ελληνικότητα και αστική διανόηση στον Μεσοπόλεμο: Το πολιτικό πρόγραμμα των Π. Κανελλόπουλου, Ι. Θεοδωρακόπουλου και Κ. Τσάτσου (Αθήνα: Ασίνη, 2017), 322-326. Για τον μεταπολιτευτικό ρόλο του, βλ. ενδεικτικά τα σχετικά άρθρα που δημοσιεύονται στους συλλογικούς τόμους: «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Τσάτσο (1899-1987), στα δέκα χρόνια από τον θάνατό του,» Νέα Εστία τχ. 1690 (1997), Έκφραση τιμής στον Κωνσταντίνο Τσάτσο για την προσφορά του στο έθνος και στον πολιτισμό, Τετράδια «Ευθύνης» 16 (Αθήνα: Αστρολάβος/Ευθύνη, 1982), Μ. Μορφακίδης, Π. Παπαδοπούλου & Δ. Αγγελής (επιμ.), Κωνσταντίνος Τσάτσος: Φιλόσοφος, συγγραφέας, πολιτικός, Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου, Αθήνα, 6-8 Νοεμβρίου 2009 (Γρανάδα-Αθήνα: Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών & Κυπριακών Σπουδών – Εταιρεία Φίλων Κ. & Ι. Τσάτσου, 2010) και Π. Σούρλας (επιμ.), Κωνσταντίνος Τσάτσος (Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2018).

[2]Πρβλ. το σχετικό άρθρο του Κ. Παπαγεωργίου «Η πολιτική θεωρία και ο ύπατος σκοπός της ιστορίας: Για το ύστερο έργο του Κωνσταντίνου Τσάτσου Πολιτική» που δημοσιεύεται στο Σούρλας (επιμ.), Κωνσταντίνος Τσάτσος, ό.π., 25-47, καθώς και τη μελέτη της Πάπαρη, Ελληνικότητα, ό.π., 234-246 και σποράδην.

[3]Πολιτική: Θεωρία πολιτικής δεοντολογίας, τρίτη έκδοση (Αθήνα: Εκδόσεις των Φίλων, 2000), 159-160, κεφάλαιο πρώτο.

[4]Αυτ., 162-163.

[5]Αυτ., 146.

[6]Αυτ., 233.

[7] Σε περιπτώσεις που υπάρχει θεσμοθετημένη η πρόβλεψη της επιτακτικής εντολής, το περιεχόμενό της θα πρέπει να καθορίζεται από τους άρχοντες και όχι από τους αρχομένους. Αυτ., 149.

[8]Αυτ., 165

[9]Αυτ., 164.

[10] «Η ηγεσία» στο Ελληνική πορεία: Πολιτικά δοκίμια, δεύτερη έκδοση (Αθήνα: Εστία, 1968), 190.

[11]Αυτ., 193.

[12]Αυτ., 196.

[13]Αυτ., 198, 199.

[14]Αυτ., 200.

[15]Πολιτική, ό.π., 87.

[16]Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Αριστόβουλος Μάνεσης είχε διαγνώσει το ασυμβίβαστο βασιλικών ανδρών και δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι η διασφάλιση της πολιτικής ελευθερίας δεν μπορεί να επαφίεται στην αγαθή βούληση των αρχόντων αλλά στην ύπαρξη θεσμών ελέγχου και περιορισμού της εξουσίας τους. Α. Μάνεσης, Συνταγματική θεωρία και πράξη (Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 1980), 22-24, 493-505. Για τη γενικότερη διαμάχη Τσάτσου και Μάνεση, βλ. Κ. Γ. Γιαννόπουλος, Κ. Δ. Τσάτσος – Α. Ι. Μάνεσης: Διάλογος τον οποίο αξίζει και πρέπει να συνεχίσουμε (Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2010).

[17]Πολιτική, ό.π., 178-179.

[18] Προφανώς, δεν μπορεί να προσάψει κανείς στον Τσάτσο ότι ακολουθεί μια σύλληψη της αμερικανικής ιστορίας που ήταν τότε κυρίαρχη. Εκείνο, όμως, που ξενίζει τον αναγνώστη είναι το ακόλουθο ρατσιστικό σχόλιο για τους Αφροαμερικανούς: «Το πνευματικό τους επίπεδο είναι το χαμηλότερο. Πρέπει αυτό να αποδοθεί στα λίγα μορφωτικά και οικονομικά μέσα που διαθέτανε οι μαύροι ώς τώρα, αλλά και στο αμείλικτο γεγονός ότι απέχουν, συγκριτικά με τους λευκούς, πολύ λιγότερες γενεές από τη ζούγκλα. Σε αυτά προστίθεται ἐνας δυστυχώς ανυπερνίκητος διαφορισμός· ο σεξουαλικός. Στο σημείο αυτό φυσικές τάσεις χωρίζουν μόνιμα τις δύο φυλές. Αυτό τον διαφορισμό καμιά, ούτε πολιτική, ούτε ηθική αρχή μπορεί να ανατρέψει. Ίσως μάλιστα, αν μεταξύ μαύρων και λευκών επεκτείνονταν η σημερινή ελάχιστη επιμιξία, να είχαμε βιολογικά αποτελέσματα ανάλογα με εκείνα που παρουσιάζονται στους μιγάδες της Κεντρικής Αμερικής, μια κατάπτωση του είδους.» Κ. Τσάτσος, Στις ρίζες της αμερικανικής δημοκρατίας (Αθήνα: Ευθύνη, 1999), 111. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η διατύπωση τέτοιων απόψεων από έναν Ευρωπαίο διανοούμενο του βεληνεκούς του Τσάτσου είναι ασύγγνωστη.

[19]Αυτ., 79.

[20]Αυτ., 140.

[21]Στην Πολιτική (ό.π., 147), ο Τσάτσος επηρεασμένος από το αριστοτελικό επιχείρημα του πλήθους δέχεται ότι κάποιες φορές οι πολλοί μπορεί να αλληλοσυμπληρώνονται και να αλληλοκαλύπτουν τις ατομικές αδυναμίες τους. «Έτσι εξηγείται η κάποτε διαισθητικά κινούμενη ορθοφροσύνη των μαζών, που ασφαλώς μπορεί να στηριχθεί σε πολλά ιστορικά παραδείγματα».Ως προς αυτό μεγάλη σημασία έχει η ηθική και πολιτική αγωγή που δέχονται οι πολίτες.

[22]Έστω και μια πρόχειρη ανάγνωση ενός εκ των σημαντικότερων κειμένων νεοελληνικής δημοκρατικής θεωρίας, των Προβλημάτων της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (Αθήνα: Δελαγραμμάτικας 1931) του Αλεξάνδρου Σβώλου (1892-1956) αρκεί για να διαφανούν οι διαφορές του από τον Τσάτσο. Και ο Σβώλος διαπιστώνει ότι οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν υποστεί δυσμενείς μεταλλάξεις, με κυριότερες την άκρατη κομματοκρατία που στραγγαλίζει τη λαϊκή κυριαρχία, και την εξασθένηση της διάκρισης νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας που αποβαίνει εις βάρος της πρώτης και προς όφελος της δεύτερης. Σε αντίθεση, όμως, με τον Τσάτσο προτείνει μια σειρά από θεσμικές μεταρρυθμίσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η άμεση εκλογή του ανωτάτου άρχοντος, η υιοθέτηση της απλής αναλογικής, η δυνατότητα των πολιτών να προκαλούν δημοψήφισμα με αντικείμενο τη διάλυση των νομοθετικών σωμάτων, η ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης «ως αντίρροπου κατά της συγκεντρωτικότητας της εξουσίας των κομματικών πλειοψηφιών» και η διασφάλιση της δημοκρατικής νομιμότητας από τα δικαστήρια. Με τα προτεινόμενα μέτρα μπορεί φυσικά κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Ωστόσο, η πίστη του Σβώλου σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία που εξυψώνει «το επίπεδον της ατομικής και ομαδικής ελευθερίας ως συνέπεια του ελέγχου των πράξεων της εκτελεστικής εξουσίας» και στις δυνατότητες ανάταξής της με ίδια μέσα είναι αδιαμφισβήτητη.

[23] Κ. Τσάτσος, «Το μέλλον της δημοκρατίας» στο Ο σύγχρονος κόσμος: Δοκίμια, δεύτερη έκδοση (Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων 1988), 18-31.

[24]Αυτ., 18-20.

[25]Αυτ., 20.

[26]Αυτ., 23.

[27]Αυτ., 23. Ακόμα, δίνει έμφαση στην διασφάλιση του νόμου και της τάξης, την οποία αντιλαμβάνεται ως την «επιβολή του εξουσιαστή στον οποίο το ίδιο το σύνολο ανέθεσε το έργο της επιβολής της τάξης». Αυτ., 24. Ωστόσο, θα υποστήριζα ότι αυτή η αναφορά του μπορεί να δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις στους αναγνώστες. Πολιτικοί θεωρητικοί που προτάσσουν τη δημόσια ασφάλεια είναι συνήθως θετικοί στον περιορισμό κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών στο όνομα της προστασίας της πολιτείας από την τρομοκρατία. Ο ύστερος Τσάτσος, απεναντίας, σε σχετικό άρθρο του θα ταχθεί εναντίον της λήψης κατασταλτικών μέτρων για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας με το σκεπτικό ότι τέτοιες πρωτοβουλίες προσβάλλουν «τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδιαίτερα προσώπων που είναι ύποπτα αλλά αθώα». Βλ. «Τρομοκρατία και δικαιώματα του ανθρώπου» στο Ο σύγχρονος κόσμος, ό.π., 56.

[28] Τα ζητήματα αυτά τα συζητώ διεξοδικότερα στις δημοσιεύσεις μου:«On Two Anti-democratic Uses of Sortition,» Democratic Theory 3 (2016): 26-45, Η δημοκρατία ως λαϊκή κυριαρχία, μετ. Α. Φριλίγγος (Αθήνα: Gutenberg, 2018), 86-93, «Η εγγενής επισφάλεια των πολιτικών αποφάσεων συνιστά πρόβλημα για τις σύγχρονες δημοκρατίες;» στο Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση: Προκλήσεις και προοπτικές στη δημοκρατία του 21ου αιώνα, επιμ. Μ. Αγγελίδης και Μ. Σπουρδαλάκης (Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2018), 181-196 και «Τα διαβουλευτικά μικροκοινά ως μηχανισμός δημοκρατικής αναβάθμισης,» Athens Review of Books 143 (2022). https://athensreviewofbooks.com/arxeio/teyxos143/5181-ta-diavouleftika-mikrokoina-os-mixanismos-dimokratikis-anavathmisis

[29]Στη σύγχρονη βιβλιογραφία συναντάμε προτάσεις, όπως το να ψηφίζει στις εκλογές ένα πολύ μικρό τυχαία επιλεγμένο δείγμα των σημερινών ψηφοφόρων, αφού υποστεί την κατάλληλη επιμόρφωση, ή όλες οι εκλογικές, κυβερνητικές και νομοθετικές αποφάσεις (ακόμα και η υποβολή υποψηφιότητας για δημόσια αξιώματα) να υπόκεινται στο έλεγχο ενός σώματος επαϊόντων –του «επιστημοκρατικού συμβουλίου»–, το οποίο θα έχει το δικαίωμα να τις ακυρώνει ως «κακόβουλες, ανεπαρκείς ή παράλογες». Βλ. αντίστοιχα C. López-Guerra, Democracy and Disenfranchisement: The Morality of Electoral Exclusions (Oxford: Oxford University Press, 2014) και J. Brennan, Eναντίον της δημοκρατίας: Η πολιτική μακριά από τον παραλογισμό, μετ. Ν. Ρούσσος (Αθήνα: Παπαδόπουλος, 2018), 333-338. Ο Τσάτσος πάντως δεν οδηγείται σε τέτοιες λύσεις, καθώς, όπως είδαμε, τα πολιτικά δικαιώματα πρέπει να παρέχονται για λόγους σκοπιμότητας σε «άξιους» και «ανάξιους».

[30]Βλ. χαρακτηριστικά Μ.A. Burgman, Trusting Judgments: How to Get the Best Out of Experts (Cambridge: Cambridge University Press, 2016).

[31]Σβώλος, Προβλήματα, ό.π., 9.

[32] Peter Mair, Ruling the Void: The Hollowing of Western Democracy (London: Verso, 2013). Το βιβλίο αυτό κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

[33]Βλ. Την εξαιρετική μελέτη του Fabio Wolkenstein, Rethinking Party Reform (Oxford: Oxford University Press, 2019).

[34] Ευχαριστώ τον συνάδελφο Δημήτρη Κόκορη για τις παρατηρήσεις του.

Κύλιση στην κορυφή