Η διαχρονική και σύνθετη σχέση ιδεολογίας και λογοτεχνίας ενσωματώνει και την υπαγωγή της λογοτεχνικής κριτικής σε ποικίλα ιδεολογικά προτάγματα. Ο κραταιός εκείνος Πλάτων δεν εξόρισε τους ποιητές από την ιδανική Πολιτεία του για λόγους αισθητικούς, αλλά για λόγους ιδεολογικούς, που αν τους προσεγγίσουμε με όρους γενίκευσης από το ειδικό και συγκεκριμένο προς το γενικότερο και θεωρητικότερο, θα τους λέγαμε και φιλοσοφικούς.
Ας πάμε, για λίγο και παρεμπιπτόντως, και στη μικροκλίμακα της νεοελληνικής πολιτισμικής επικαιρότητας: φεμινίστριες και φεμινιστές, αξιοποιώντας και τη δυναμική της cancel culture, δηλαδή του κύματος για ακύρωση καθιερωμένων πολιτισμικών αξιών στο όνομα εκείνων που αποκλείονταν από την προστασία τους, αναμενόμενο ήταν να καταγγείλουν τον σεξισμό της γραφής του Μ. Καραγάτση, με βασικό πεδίο αναφοράς τη Μεγάλη Χίμαιρα. Η δόμηση του αφηγήματος, η συγγραφική στρατηγική, η υφολογική διαστρωμάτωση, ο τρόπος κατασκευής των λογοτεχνικών προσώπων, τα ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα εντός των οποίων γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το κείμενο, η πιθανή αναγνωστική γοητεία που εκπέμπει ο λογοτεχνικός ιστός ανεξαρτήτως της ιδεολογικής του φόρτισης, κοντολογίς όλα αυτά που συνυπολογίζονται ή πρέπει να συνυπολογίζονται για την άρθρωση μιας λογοτεχνικής κριτικής,παρακάμφθηκαν κατά τον σχηματισμό της απορριπτικής γνώμης, αναφορικά με τις προσωπικές πεποιθήσεις του λογοτέχνη. Σεβαστό, αν και όχι εγκεκριμένο, φιλολογικά και αναγνωστικά. Η καθεμία και ο καθένας μας δικαιούται να διατυπώνει τη γνώμη του, αρκεί να μη δαιμονοποιεί τον αντίπαλο λόγο, να μην υβρίζει, να μην προσβάλλει, να μη λοιδωρεί. Τα στοιχειώδη της δημοκρατίας και της ελεύθερης έκφρασης έχουν από πολύ παλαιότερα διατυπωθεί και παραμένουν σε ισχύ, έστω και αν φαλκιδεύονται από την ανωνυμία και τον επικοινωνιακό χυλό του διαδικτύου και των social media.
Ωστόσο, ας μην πάμε στο άλλο άκρο! Η ιδεολογική σκευή ενός λογοτεχνήματος δεν έχει τη σημασία της; Βεβαίως ναι, δεν γίνεται να παρακάμπτεται και να μην κρίνεται στο όνομα του παρωχημένου και απλοϊκού ιδεολογήματος για την αισθητική καθαρότητα της τέχνης! Όπως και να το κάνουμε, η κριτική της λογοτεχνίας είναι λειτουργικότερη, όταν συνδυαστικά προσεγγίζει και το «τι λέει ο συγγραφέας», αλλά και το «πώς το λέει». Εάν αγκιστρωθούμε μονομερώς στον έναν μόνο πόλο αυτού του σύνθετου άξονα, η μονομέρεια αναπόδραστα θα βαραίνει και την κριτική μας γνώμη. Το «ιδεολογικά δεν συμφωνώ, όμως το έργο μού άρεσε» δεν πρέπει να μας φοβίζει. Αντιθέτως, σκιαγραφεί το προφίλ ενός ώριμου και «ανοιχτού» δέκτη, δηλαδή αναγνώστη, στο λογοτεχνικό πεδίο. Η συγκεκριμένη πτυχή του αναγνωστικού εαυτού μας, φωτίζεται καλύτερα εάν μεταφερθούμε στον χώρο και άλλων καλλιτεχνικών εκφράσεων, με μαζική και ισχυρή διείσδυση στην κοινή γνώμη. Σε όλες και όλους μας έχει συμβεί: μας γοητεύει ή και μας συναρπάζει μία κινηματογραφική ταινία, με της οποίας το βασικό ιδεολογικό μήνυμα δεν συμφωνούμε! Μας αρέσει πολύ ένα τραγούδι, ενδέχεται και να το σιγοτραγουδήσουμε σε ορισμένες φάσεις της καθημερινότητάς μας. Εάν σκεφτούμε ακριβώς τι λένε οι στίχοι, πιθανότατα δεν θα συμφωνήσουμε με το ιδεολογικό τους περίγραμμα.
Αστυνομία διαβάσματος ούτε βέβαια μπορούμε να οργανώσουμε ούτε και πρέπει (όσες και όσοι ανακαλύπτουν ότι ευχαρίστως θα την ήθελαν με βάση τα βιοθεωρητικά τους «πιστεύω» και τα ιδεολογικά τους προτάγματα ας επανεξετάσουν τη σχέση τους με τα δημοκρατικά στοιχειώδη). Επιπρόσθετα, το δικαίωμα δημοσιοποίησης γνώμης για την αξία ενός λογοτεχνήματος είναι φυσικά αδιαπραγμάτευτο, με απαραίτητο συνοδό το ότι και «οι κρίνοντες κρίνονται». Εάν όμως η κριτική ματιά μας θέλουμε να διεκδικεί σφαιρικότητα, δηλαδή απεγκλωβισμό από την αναπόδραστα σχηματισμένη και ενίοτε δογματικά διαμορφωμένη ιδεολογική και φιλοσοφική μας πανοπλία, καλό είναι να μην ξεχνάμε το προαναφερθέν, τελικά πολύ παλιό, αξίωμα: βεβαίως και έχει σημασία το τι λέει ο συγγραφέας, αλλά εξίσου μεγάλη σημασία έχει και ο τρόπος του, το πώς το λέει. Εμμένοντας μόνο σε ένα από τα δύο, είμαστε ελλειμματικοί και σε τελική ανάλυση κριτικώς άδικοι.
Κοινότοπο αλλά σωστό: αρκετοί σπουδαίοι λογοτέχνες μας υπέστησαν διά μακρών και επί μακρόν τη συγκεκριμένη κριτική αδικία, με άλλα λόγια, αργήσαμε πολύ να εξετάσουμε και να νιώσουμε τη συγγραφική τους στρατηγική, την ποιητική τους. Παρενθετικά, ας σημειώσουμε ότι πέραν της απολύτως σεβαστής, αλλά όχι αντικειμενικά και νηφάλια οικοδομημένης, προσωπικής αρέσκειας, υπάρχουν και προσμετρήσιμα κριτήρια της λογοτεχνικής αξίας: η απήχηση στους αναγνώστες, η απήχηση στους φιλολόγους και τους κριτικούς, η απήχηση στους ομότεχνους, υπό την έννοια του επηρεασμού της δικής τους λογοτεχνικής έκφρασης. Όταν αυτά τα κριτήρια καλύπτονται επαρκώς (και τα τρία, όχι ένα ή δύο από αυτά), δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη σημαντικότητα στην / στον συγγραφέα, ανεξαρτήτως της προσωπικής μας ιδεολογίας και αισθητικής.
Ας αντλήσουμε παραδείγματα ιδεολογικής πρόσληψης λογοτεχνικών έργων μόνο από τον εικοστό αιώνα: τόσο ο Γιάννης Αποστολάκης (Η Ποίηση στη ζωή μας – 1923), όσο και ο Κώστας Βάρναλης (Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική – 1925) θα έβαζαν το χέρι τους στη φωτιά, υπερασπιζόμενοι την ποιητική μεγαλοσύνη του Σολωμού. Δεν μας την εξήγησαν υψηλόβαθμα από τεχνικής πλευράς, αλλά την απέδωσαν μέσω του ιδεολογικού-φιλοσοφικού τους προτάγματος, ο ένας στην ιδεαλιστική ροπή της σολωμικής ποίησης προς το εξιδανικευμένο και το απόλυτο, ο άλλος στη μαρξιστικά ιδωμένη ρομαντική δυναμική μιας εποχής, που είχε κατά τον Μεσοπόλεμο οριστικά παρέλθει.
Ο Γιώργος Θεοτοκάς (Ελεύθερο πνεύμα, 1930) στο όνομα της νεανικής αισιοδοξίας και της ορμής των ιδεολογικών προταγμάτων του αστικού φιλελευθερισμού, απαξίωσε και την ποίηση του Καβάφη. Τρεις ποιητές-κριτικοί (η επίδραση των λογοτεχνών-κριτικών, και χωρίς να μειώνουμε το εκτόπισμα των αμιγώς κριτικών, ήταν και είναι βαθύτατη στα νεοελληνικά πολιτισμικά δρώμενα) διέσωσαν (όχι βέβαια μόνον αυτοί) την κριτική στόφα της γενιάς του τριάντα («γενιά» δεν σημαίνει στενά «ομάδα ομοϊδεατών»), μια στόφα που ξηλώνεται, όταν δεσμεύεται από την αναγωγή της βιοθεωρητικής ιδεοληψίας σε κριτικό γνώμονα. Πρώιμα ο Νικόλας Κάλας (η μελέτη του «Παρατηρήσεις επάνω στο καβαφικό έργο» δημοσιεύτηκε στον Κύκλο το 1932) καταθέτει οξυδερκείς διαπιστώσεις και για την καβαφική ποιητική. Οψιμότερα (κατά τη δεκαετία του 1940) ο Γιώργος Σεφέρης αφιερώνει 140 περίπου σελίδες των Δοκιμών του, για να ψηλαφίσει την ποιητική ιδιοτυπία και αξία του Αλεξανδρινού, ενώ ο Γιάννης Ρίτσος (στις αρχές της δεκαετίας του 1960), ποιητικώ τω τρόπω, εισφέρει διεισδυτικές παρατηρήσεις για την καβαφική ποιητική, καταθέτοντας μία από τις λειτουργικότερες και πιο προωθημένες, ιδεολογικά και καλλιτεχνικά, ποιητικές του συνθέσεις (12 ποιήματα για τον Καβάφη, 1963).
Παπαδιαμάντης: ο «Άγιος των γραμμάτων» για τους χριστιανορθόδοξους, το λογοτεχνικό ιερό και όσιο για εθναμύντορες και θεματοφύλακες του εδρασμένου στη λαϊκή κοινότητα παραδοσιακού πολιτισμού. «Θρησκόληπτος, εμμονικός και απλοϊκός ηθογράφος» για τους επιγόνους του Διαφωτισμού, συρόμενος από τον ιδεολογικό συντηρητισμό του και από τα ψυχολογικά του αδιέξοδα. Μα όλα του τα λογοτεχνήματα είναι αριστουργηματικά; Οι αδύνατες συγγραφικά στιγμές απουσιάζουν εντελώς από τη δουλειά του; Η βαθιά του θρησκευτικότητα αφήνει πλατύ τον θεματικό ορίζοντα των κειμένων του; Από την άλλη, μπορούμε να παραβλέψουμε ότι (σχεδόν ταυτόχρονα με τον λαμπρό εν πεζογραφία συναθλητή του Γεώργιο Βιζυηνό) διαμόρφωσε μία θελκτική γλωσσική και αφηγηματική ιδιόλεκτο και προσπερνώντας μια πεζογραφία (εκείνη του Ρομαντισμού), που ηρωοποιούσε τα λαμπρά παλικάρια και τις πεντάμορφες κοπέλες, έβαλε στον λογοτεχνικό πυρήνα τον τσακισμένο, βασανισμένο, «τσαλακωμένο» άνθρωπο του χωριού και της πόλης; Οι αρνητικές απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα, οι οποίες χωρίς μεγάλη δυσκολία τεκμηριώνονται, δείχνουν τα ελλείμματα των αποκλειστικά ιδεολογικών αναγνώσεων του παπαδιαμαντικού έργου.
Καζαντζάκης: για όσες και όσους ελκύονται από τον ηρωικό μηδενισμό του – από τον νιτσεϊκής αφετηρίας και μπερξονικής φωτοσκίασης συνεχή ανήφορο, ώστε ο άνθρωπος να δώσει το «μεγάλο έργο» και να δικαιωθεί υπαρξιακά, χωρίς να περιμένει την οποιαδήποτε μεταφυσική ανταμοιβή – δεν χωρεί αμφιβολία: είναι ο μέγιστος των λογοτεχνών (στην πλήρη αποδοχή έως και εξύμνησή του μπαίνει κάπως και ο τοπικιστικός παράγων: σπανιότατα βρίσκουμε αρνητή του, του οποίου το επώνυμο να τελειώνει σε –άκης!). Για ορθόδοξους κομμουνιστές, για πιστούς χριστιανούς, για αγνωστικιστές, για φιλοσοφούντες με διαφορετικό από του Καζαντζάκη μεσσιανικό όραμα, για ποικίλους κήνσορες της ηθικής, ο Καζαντζάκης παραμένει ένας αποδιοπομπαίος, από αφελής έως και επικίνδυνος, από ασεβής έως και προδότης κάθε ιερότητας και κάθε «ορθοφροσύνης». Εάν υπογραμμίσεις τον σεβασμό που οφείλουμε στον συγγραφικό μόχθο αυτού του αφιερωμένου, την αφηγηματική του μαεστρία και τη σύνθετη μυθιστορηματική του στρατηγική, που συγκινεί πολλούς αναγνώστες και εκτός Ελλάδας, την έμμετρα οικοδομημένη στιχουργική του δεξιοσύνη, θα αντιμετωπίσεις την αποδοκιμασία των αρνητών του. Εάν από την άλλη, πεις ότι από τα θεατρικά του έργα λείπει κάθε αίσθηση δραματουργικής οικονομίας, ότι ενίοτε ενδίδει σε εικονοποιητικές και ιδεολογικές υπερβολές για να στηρίξει το προσωπικό του φιλοσοφικό σύμπαν, και ότι η μεγαλορρημοσύνη του και ο αταλάντευτα υψηλός ρητορικός τόνος του συμπιέζουν ασφυκτικά τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές ταλαντώσεις της λογοτεχνικής του έκφρασης, θα υποστείς τα αμήχανα και συμβατικά χαμόγελα των ορκισμένων φίλων του, εάν σε συμπαθούν, ή τις ύβρεις τους, εάν είναι αψίκοροι και «βράζει το αίμα τους».
Ρίτσος: ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο μεγάλος υμνητής των λαϊκών αγώνων και της κοινωνικής επανάστασης, για τους ένθερμους οπαδούς του. Ο αθεράπευτος κομμουνιστής, ο υμνωδός της κόκκινης παντιέρας, για τους πολιτικά συντηρητικούς, ο «Πάπας του σταλινισμού» και ο κατακριτέος υποστηρικτής της δογματικής κομματικής ορθοδοξίας, ιδίως για αρκετούς εκπροσώπους της «ανανεωτικής αριστεράς», εκείνους που όλα τα ήξεραν, μα τα πιο πολλά δεν τα αγροικούσαν. Γιατί να κρίνουμε από το μέρος το όλον; Γιατί να μη βλέπουμε πως ο Ρίτσος δεν είναι αποκλειστικά μονόπαντος πολιτικός ποιητής, αλλά συνδυάζει – στις πιο καλές στιγμές του – το πολιτικό με το υπαρξιακό, το κοινωνικό και ιστορικά φορτισμένο με το προσωπικό και ατομικά βιωμένο; Η απίστευτη ποιητική του πληθωρικότητα τον οδηγούσε να γράφει ακατάπαυστα. Έγραψε και κακά ποιήματα, ιδεολογικώς φανταχτερά και από πλευράς τόνου κραυγαλέα, αλλά το πλήθος των πολύ καλών ποιημάτων του δεν το φτάνει κανένας άλλος ποιητής μας. Ο άνθρωπος προχώρησε πολύ ως καλλιτέχνης στη μακρά ποιητική πορεία του! Γιατί δεν βλέπουμε τις Μαρτυρίες, τις Επαναλήψεις, τις περισσότερες από τις συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης και το Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και η ιδεολογικά προκατειλημμένη ματιά μας επιμένει να σκαλώνει στον Επιτάφιο (1936) και στη Ρωμιοσύνη (1947); (Και οι δύο αυτές συνθέσεις είναι ποιητικά δόκιμες και λειτουργικές, αλλά κατεξοχήν προσφέρονται –λόγω και της εποχής που γράφτηκαν– και για αποκλειστικά ιδεολογική ανάγνωση. Σε αυτό δεν φταίει ο Ρίτσος, εμείς φταίμε, εάν και εφόσον τον διαβάζουμε, φορώντας τα βαριά ματογυάλια της ιδεοληψίας μας). Θα μπορούσαμε να επιμηκύνουμε τον κατάλογο των λογοτεχνών, που κριτικά αδικήθηκαν για λόγους ιδεολογικούς, αλλά αφενός δεν έχει και πολύ νόημα η επιμήκυνση, αφετέρου ας μην καταχρώμεθα τον χώρο που μας παραχώρησε το φιλόξενο Φρέαρ. Οι επιμένουσες και οι επιμένοντες στο να κρίνουν τα λογοτεχνικά έργα με μόνο γνώμονα τα ιδεολογικά και φιλοσοφικά τους προτάγματα, ας συνεχίσουν να το πράττουν, να διαφωνούν και να φιλονικούν με εκείνες και εκείνους, που έχουν διαφορετική ιδεολογική σκευή από τη δική τους. Άλλωστε, η κριτική θρέφεται από την έριδα, ενώ κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποστερεί από τους άλλους τη διακήρυξη μιας ακλόνητης πεποίθησής τους, έστω και αν αυτή αφορμάται από την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου. Ας μη ρίχνουν, ωστόσο, στο «πυρ το εξώτερον» τον ιδεολογικό τους αντίπαλο (πέρα από άκομψο, είναι και αντιδημοκρατικό!) και ας συμφιλιωθούν με το ότι η αποκλειστικά ιδεολογική κριτική της λογοτεχνίας είναι ελλειμματική, εφόσον – εκτός από τη μη εξοβελιστέα ιδεολογική προσέγγιση του λογοτεχνήματος – χρειάζεται και πραγμάτευση των καλλιτεχνικών του τρόπων. Εάν δεν το σκεφτούν αυτό και δεν του δώσουν χώρο μέσα στο άτεγκτο και απόρθητο ιδεολογικό τους κάστρο, δεν θα μπορούν να εξηγήσουν πειστικά και με επάρκεια ορισμένες αναγνωστικές συμπεριφορές (κάποιων άλλων, βέβαια, όχι τις δικές τους, αλίμονο!): εκείνων που θεωρούν τα αστυνομικά μυθιστορήματα «ανέμπνευστα και ανούσια εγκεφαλικά παιχνίδια», αλλά διαβάζουν με χαρά και απόλαυση Άγκαθα Κρίστι, Ρέιμοντ Τσάντλερ και Γιάννη Μαρή∙ εκείνων που θεωρητικά απορρίπτουν τα κόμικς σαν «κατώτερη» εκδοχή λογοτεχνικής έκφρασης, και όταν τους πέσει κανένας Λούκι Λουκ ή Αστερίξ στο χέρι, τον «ξεκοκαλίζουν» με ταχύτητα∙ εκείνων που ελκύονται από αφηγήματα με ηρωίδες ερωτικά προδομένες και ως συνήθως «άτυχες», που δεν σταματούν να ψάχνουν για τον «ιππότη» με τις φαρδιές πλάτες και το θεληματικό πηγούνι. Αν ρωτήσεις «γιατί τα διαβάζουν;», αρκετές και αρκετοί θα παραδεχτούν ότι τους αρέσουν και μπράβο τους, γιατί δεν προτάσσουν το ιδεολογικό mainstream και το εκάστοτε politically correct (βλ. και τις σχετικές παρατηρήσεις του Πέτρου Μαρτινίδη στην κλασική πλέον Συνηγορία της Παραλογοτεχνίας – α΄ έκδ. 1982). Τώρα πια, που η λογοτεχνική και φιλολογική κοινότητα έχει πλήρως αποδεχτεί και την αστυνομική λογοτεχνία και τα κόμικς, μόνο η ερωτογραφία τύπου Άρλεκιν προκαλεί σε ορισμένες και ορισμένους αναγνωστικές ενοχές (το «μόνο» μια κουβέντα είναι, γιατί, επί παραδείγματι, τα λαϊκά πορνογραφήματα ή ορισμένα κείμενα του αθλητικού Τύπου, παρότι συγκροτούν ενδιαφέρουσες πτυχές της γραμματείας μας, αργούμε ακόμη να τα αποδεχτούμε ως υλικό μελέτης). Πάντως, όλα αυτά τα «δευτερότριτα» κείμενα, καθώς και όλα τα «άξια λόγου» και «σοβαρά» λογοτεχνήματα, που τα απορρίπτουμε για λόγους ιδεολογικούς, κάτι βαθύτερο διαθέτουν – πέρα από την ιδεολογία που αναδίνουν – με αποτέλεσμα να ελκύουν, τουλάχιστον κάποιες και κάποιους. Προσπάθησε να το βρεις, εάν θέλεις να γράψεις αρτιωμένη λογοτεχνική κριτική, και μην αρκείσαι μόνο στο ιδεολογικό σου πρόσημο, γιατί είναι λίγο

