Ξυπνάει κι έξω είναι ακόμη νύχτα. Οι λάμπες του δρόμου προβάλλουν στον απέναντι τοίχο τέσσερα φωτεινά καρέ, ένα για κάθε τζάμι του παράθυρου που δεν έχει πια στόρια. Τα κατέβασαν στο εαρινό lockdown. Φοβάται πως θ’ αρχίσει να βρέχει. Να, ήδη στα τέσσερα καρέ διακρίνονται οι σταγόνες –τα μικροσκοπικά πρόσωπα ενός συγκεντρωμένου πλήθους που ευλαβικά τηρεί τα μέτρα φυσικής απόστασης. Κι αν δυναμώσει η βροχή; Και πώς θα πάρει το ποδήλατο;
Ανήσυχα σημεία στίξης. Κι αν δεν το έχουν τεστάρει αρκετά; Δεν θέλει να εμβολιαστεί με το Σπούτνικ… Zoonosis, πληθυντικός zoonoses· ζωονόσος. Κλείνουμε τα μάτια και κάπου αλλού αφανίζεται ο ξενιστής του. Κάποιος νέος ιός, δύο και τρεις φορές πιο θανατηφόρος, δύο και τρεις φορές πιο μεταδοτικός. Αλλά πόσο άτυχος να είναι κανείς για να προλάβει και δεύτερη πανδημία; «Προετοιμαζόμαστε και γι’ αυτό που θα ’ρθεί σε δέκα χρόνια» είπε ο συμπαθητικός γιατρός πριν πλησιάσει το αριστερό της μπράτσο. Αυτά τα σύννεφα κρύβουν βροχή; Είναι ένας διαχειρίσιμος φόβος. Άλλο τι κρύβει στη φόδρα του Το Άγνωστο.
«Σχεδόν μιάμιση ώρα aller retour –πόσες φορές την εβδομάδα;» την είχε ρωτήσει βγάζοντας από τη συσκευασία το εμβόλιο της γρίπης. «Τρεις.» «Πολύ ωραία αλλά θέλει προσοχή, γιατί ξέρετε τι δείχνουν τα στατιστικά για τους ποδηλάτες. Λιγότεροι πάνε από καρδιά και περισσότεροι από ατύχημα.»
Στο ποδήλατο μπορεί να μη φορέσει μάσκα. Το Παρίσι είναι ακόμα ζωντανό. Λαϊκή στο Ménilmontant, λαϊκή στη Belleville, λαϊκή πιο κάτω στο Stalingrad. Υπαίθρια μπαλ μασκέ. Συνήθως δεν βρέχει. Η βροχή έχει ήδη σταματήσει. Στο Παρίσι βρέχει συχνότερα τη νύχτα. Πόσο να σε φοβίσει η βροχή.
Είναι ένα κόλπο που επιστρατεύει το μυαλό: τεμαχίζει. Τα πράγματα έτσι δείχνουν ευκολότερα. Σου χορηγείται κάθε τόσο μια δοσούλα ικανοποίησης. Ο εγκέφαλος ξεσφίγγει για μια στιγμή την κάνουλα της ντοπαμίνης. Μέρος πρώτο, από το Κοιμητήριο Père Lachaise ως το Μετρό Colonel Fabien. Στην ίδια γραμμή του μετρό, λίγο πιο κάτω, στο Barbès, ο νεαρός κομμουνιστής που ακόμη τον έλεγαν Frédo πυροβόλησε τον Γερμανό αξιωματικό. Ήταν η πρώτη πράξη βίας στην Αντίσταση. Και είναι εδώ ο πρώτος κόμβος. Το τέλος της αρχής. Δεν φοβάται πια να βγει απ’ τον ποδηλατόδρομο και να διασχίσει το τεταρτημόριο της πλατείας ανάμεσα σε αυτοκίνητα και φορτηγά. (Στις ταινίες για τη γαλλική αντίσταση υπάρχει πάντα μια γυναίκα με ποδήλατο.)
Ακολουθεί η αρχή της μέσης. Κατηφόρα που τη διαδέχεται ανηφόρα. Ο άγνωστος μπροστινός ποδηλάτης (ή ποδηλάτισσα) που γίνεται συνοδοιπόρος. Ποιος ξέρει για πόσο. Το κομμάτι κάτω απ’ τη γέφυρα που ξεκινάει στο Μετρό Jaurès. Ποντίκι σιδερωμένο στην άσφαλτο, το παρακάμπτει –το ξαναβλέπει κάθε φορά. Τα μικρά μπακάλικα που γαρνίρουν τον δρόμο στο Boulevard de la Chapelle. Παρκάρουν πάνω στο διαχωριστικό, ξεφορτώνουν, μεταφέρουν. Καμιά φορά κλείνουν και τη γωνία. Το μεσημέρι γίνεται χαμός εδώ. Ποδηλατόδρομος μετ’ εμποδίων.
Στ’ αριστερά, η γέφυρα με τις δωρικές κολώνες και τα μεγάλα κρεμαστά φανάρια. Νωρίς το πρωί, το υπέργειο μετρό ρίχνει από ψηλά τη σκιά του, βαριά μαζί και ντελικάτη. Σε πατάει το τρένο. Τρομακτικό. Μεθυστικό. Στα δεξιά, στο ύψος του Barbès, ένα κομμάτι της βασιλικής της Sacre–Coeur, σαν καρδιά στριμωγμένη ανάμεσα στα σπλάχνα. Προσοχή στον πεζό που μπορεί να πηδήξει στον ποδηλατόδρομο χωρίς να κοιτάξει. Στον ποδηλάτη (ή ποδηλάτισσα) που θέλει να προσπεράσει. (Οδηγεί ηλεκτρικό ποδήλατο;) Στο ηλεκτρικό πατίνι. Μερικοί θα πουν κι ευχαριστώ. Κάποιους θα τους ξανασυναντήσει πιο κάτω. Στο κόκκινο για τα αυτοκίνητα, αλλάζει λωρίδα. Μετά, η τελευταία ανηφόρα.
Ελευθερία. Στον σάκο της, δικαιολογητικό από την πρυτανεία. Ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, φύση επαγγελματικής δραστηριότητας, η διεύθυνση του λυκείου της στο 17ο. Μέσο μετακίνησης: Ποδήλατο. Δεν την έχουν ποτέ σταματήσει. Επειδή είναι μια μεσόκοπη λευκή γυναίκα κι όχι ένας νέος μαύρος άντρας; Αστυνομικοί στα μαύρα, και δεν φορούσαν μάσκα –ήταν λίγο μετά την άρση του προηγούμενου lockdown, στο ύψος του Μετρό Stalingrad. Ο μπροστινός εμπόδιζε τον κόσμο να πλησιάσει. Πίσω του, άλλοι δύο σκυμμένοι πάνω απ’ τον πεσμένο άντρα –πεσμένος, γιατί τον είχαν μπρούμυτα στο έδαφος. Ο ένας, στραμπουλώντας του τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη για να περάσει τις χειροπέδες στους καρπούς. Ο άντρας δεν πρόβαλλε αντίσταση. «Filmez! Filmez!» φώναζε μια γυναίκα με μακρύ παραδοσιακό ρούχο σε έντονα χρώματα. Το μωρό που κρατούσε στα χέρια της σφάδαζε στο κλάμα. Ο κόσμος ύψωνε τα κινητά.
Το τρίτο τέταρτο αρχίζει στην πρώτη δεντροφυτεμένη νησίδα, λίγο πριν το Pigalle. Εδώ δεν πειράζει κι αν βρέξει. Αλλά συνήθως δεν βρέχει. Είναι τα δέντρα που αφήνουν να πέσουν κάποια φυλαγμένα δάκρυα. Φλαμουριές, καστανιές, πλατάνια, σε αραιή διάταξη. Κοντοκουρεμένα σχίνα και μπαμπού χωρίζουν τις διαδοχικές νησίδες απ’ την άσφαλτο. Το Φθινόπωρο απολαμβάνει τη σκουριά των φύλλων του. Πράσινοι φανοστάτες, κάποιοι σημαδεμένοι με σπρέι. Πράσινο παραδοσιακό κιόσκι για εφημερίδες και περιοδικά. Γκρίζα καμπίνα αποχωρητηρίου. Συνηθισμένα πράσινα παγκάκια με παλιές ουλές. Άδεια το πρωί, πιασμένα το απόγευμα από νεότερους και γεροντότερους που βγήκαν να πάρουν λίγο αέρα. Συνταξιούχοι; Άνεργοι; Σχηματίζουν πηγαδάκια και μοιράζονται τσιγάρα και μπύρες. Καμιά φορά και μουσική. Έχει καιρό να δει ζευγάρι σε κάποιο παγκάκι, πολύ καιρό να δει ένα ζευγάρι να φιλιέται στο στόμα.
Ευθεία, ο δρόμος πάει όλο ευθεία. Οι σκαλιστές προσόψεις των σπιτιών, μικρά περίτεχνα μπαλκόνια. Πίσω τους διαμερίσματα με κερωμένο παρκέ και γύψινα διακοσμητικά στα ταβάνια, με ατέλειωτους διαδρόμους και μικροσκοπικές κουζίνες με έξοδο στη σκάλα υπηρεσίας. Υγρασίες, θόρυβοι απ’ τους πάνω. Κάποιοι δεν βγαίνουν σχεδόν ποτέ. Place de Clichy, οι μπρασερί πάντα κλειστές. Το θρυλικό Wepler, Ο Κοντορεβυθούλης –δεν κάνουν ντελίβερι. Ερχόντουσαν με φίλους που ποιος ξέρει πότε θα τους ξαναδούν. Place de Clichy, ο μεγαλύτερος κόμβος. Και η αρχή του τέλους.
Το τελευταίο τέταρτο: μικροί δρόμοι, κατηφόρα. Το σκουπιδιάρικο που πάει με το πάσο του. Υπάρχει ευτυχώς το πεζοδρόμιο (ποδηλατοδρόμιο). Κάποια που βγάζει το σκυλί της βόλτα –κρατάει όμως πλαστική σακούλα; Κάποιος πηδάει σχοινάκι μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Ένα παιδί στον πηγαιμό για το σχολείο μασουλάει κάτι που αγόρασε απ’ τον φούρνο. Η μάσκα κρέμεται απ’ τ’ αυτί. Θα βγει στην Avenue de Clichy, θα φανεί στο βάθος ο γυάλινος πύργος του Tribunal de Paris. Τρία άνισα τμήματα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν τους στοιβαζόμενους κύβους για τα μικρά παιδιά. Το τέρμα.
Τη νύχτα, πάνω που τα μάτια κλείνουν, το μυαλό ζωντανεύει την κίνηση. Έχει καταγραφεί και παίζεται με απόλυτη πιστότητα –δεν είναι αόριστη ανάμνηση, την ξαναζεί το σώμα. Κοιμάσαι κι ακόμη τρέχεις πάνω στο ποδήλατο. Φρενάρεις απότομα όταν κάποιος απ’ την πλευρά του συνοδηγού ανοίγει απρόσεκτα μια πόρτα που παραλίγο να βρει την μπροστινή σου ρόδα. Ξυπνάς. Το πρωί κατάφερες να σταματήσεις εγκαίρως.
Εδώ που τα λέμε, αν έκανες σήμερα κάτι ήταν αυτή η διαδρομή με το ποδήλατο. Μιάμιση ώρα πηγαινέλα, κι αν σε βοηθήσει λιγάκι ο καιρός θα καταφέρεις να κρατήσεις το ατομικό ρεκόρ για άλλη μια εβδομάδα.
Ευτυχώς τα λύκεια παραμένουν ανοιχτά –δουλεύεις με τα μισά παιδιά στην τάξη. Ετοιμάζεις μαθήματα, γράφεις, ατενίζεις την οθόνη. Παρακολουθείς τα νέα. Ανοίγεις τρεις εφημερίδες κάθε μέρα –ελληνική, γαλλική, βρετανική. Μόνο που απεργούν κάποιες υπηρεσίες στο μυαλό σου. Εικόνες. Μισοτελειωμένες σκέψεις. Το είδος της λύπης που ήξερες από παιδί. Η λάμψη της χαράς. Πέταξαν γι’ αλλού. Ή πάντως δεν έρχονται. Δεν σε απασχολεί και τόσο πότε θ’ ανοίξουν τα ρολά. Πότε θα επιστρέψουν τα αποδημητικά αισθήματα. Αν θ’ αργήσουν. Προτιμάς να μη σκέφτεσαι το μέλλον. Προς το παρόν αντέχεις. Φοβάσαι κυρίως τη βροχή.
Παρίσι, Νοέμβριος 2020
