Κολάζ: Michael Augustin

Μαριαλένα Σπυροπούλου

Στο παιχνίδι βρίσκεται ο αυθεντικός εαυτός

Γίνεται πολύ ανάγλυφη η απορία εάν αυτό όλο που ζούμε είναι ένα όνειρο –εφιάλτης στην προκειμένη περίπτωση–, ένα αγχωτικό βιντεοπαιχνίδι στο οποίο πρωταγωνιστούμε ασθμαίνοντας. Και εάν είναι ένα «παιχνίδι», τι δυνατότητες έχουμε να παίξουμε και με τους δικούς μας όρους, μέσα σε ένα τόσο ασφυκτικό πλαίσιο, όπου το τέλος του παιχνιδιού ισοδυναμεί με θάνατο; Ή και ο θάνατος τελικά ένα παιχνίδι δεν είναι; Η αξία του είναι μικρότερη από αυτήν που φανταζόμαστε ή γίνεται μεγαλύτερη αν τον αφήσουμε έξω από το παιχνίδι που λέγεται ζωή; Πότε κερδίζουμε τη ζωή; Όταν τη ζούμε ή όταν την προστατεύουμε; Ή όταν παίζουμε λίγο μαζί της και τη διασκεδάζουμε;

Δεν υπάρχει διάσταση της ζωής που να μη μπορεί να νοηθεί ως παιχνίδι. Το παιχνίδι είναι ένα όνειρο που πραγματοποιείται εν συνειδήσει, λέει ο Βρετανός ψυχαναλυτής D. Winnicott. «Η λειτουργία του ψυχισμού συνίσταται στην κατασκευή ψευδαισθήσεων με τις οποίες πραγματοποιεί την ικανοποίηση και δημιουργεί εμπειρίες και το νόημά τους. Το όνειρο και το παιχνίδι είναι πεδία αυτών των πραγματοποιήσεων» (Σωτήρης Μανωλόπουλος, Τα σύνορα του πολιτισμού, εκδ. Αλεξάνδρεια).

Πολλοί άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης νιώθουν ενοχές γιατί το μυαλό τους ξεφεύγει από την ωμή, πραγματιστική έννοια της πραγματικότητας, δημιουργώντας δικά τους μονοπάτια σκέψης και ζωής. Πολλοί ενοχοποιούνται όταν ζωντανεύει η ψυχική τους ζωή, όταν έχουν φαντασιώσεις, επιθυμίες. Όταν ονειροπολούν. Στον αντίποδα, υπάρχουν και αυτοί που δεν μπορούν να μετακινηθούν από ό,τι νοούν εκείνοι ως πραγματικό. Δεν μπορούν να στοχαστούν με άλλους όρους ό,τι ζουν. Και δυσκολεύονται.

Πόσες φορές δεν ακούγεται η προτροπή «πρέπει να σοβαρευτείς»; Στην κοινωνία, σε διάφορους θεσμούς, οργανισμούς, ιδρύματα. Πόσες φορές δεν την έχουν χρησιμοποιήσει οι δάσκαλοι για να φέρουν σε ηρεμία ένα παιδί που παίζει ή κάνει ζαβολιές ή ενοχλεί τους συμμαθητές του; Όπως πόσες φορές δεν έχει ακουστεί μέσα στην οικογένεια;

Τι εννοούμε τελικά «σοβαρότητα» όταν την επικαλούμαστε; Και γιατί αυτή αντίκεται ή αντιτίθεται στην έννοια του παιχνιδιού; Ποια είναι η φαντασίωση της ενήλικης ζωής; Ή ακόμα, ποια είναι η φαντασίωση των μεγάλων ακόμα και για την παιδική ηλικία;

Η σοβαρότητα τίθεται με όρους αυστηρότητας, ρεαλισμού, σύνδεσης με το ορατό, επαναφορά του υποκειμένου σε μια γραμμή κανονικοποίησης όταν αυτό ξεφεύγει, όταν αυτό απομακρύνεται από τον στόχο που βάζουν συνήθως άλλοι. Η σοβαρότητα δυστυχώς έχει γίνει συνώνυμο της συμμόρφωσης. Της συγκράτησης των ενορμήσεων. Φυσικά η σοβαρότητα που καταλήγει σε μια ψυχική ωριμότητα είναι μια σημαντική εξελικτική διαδικασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός που παίζει δεν είναι σοβαρός. Ή ώριμος.

Το παιχνίδι γεννιέται από τη δυνατότητα του ανθρώπου να ανακαλύψει τον δικό του εαυτό μέσα από το πλαίσιο που δίνεται ή ορίζεται κάθε φορά και να βρει τον χώρο να υπάρξει και εκείνος, διατηρώντας την αναγκαία για αυτόν «ένεση οξυγόνου». Μέσα από αυτή την ανάγκη για παιχνίδι και τη ματαίωση που φέρνει έτσι και αλλιώς η πραγματικότητα γεννιέται η μετουσίωση. Αυτός ο υψηλός μηχανισμός άμυνας που παράγει όλα τα μεγάλα αλλά και μικρά καθημερινά ανθρώπινα έργα. Ο εγγονός του Freud δυσκολευόταν να βιώσει τη στέρηση και την απουσία της μητέρας του κάθε φορά που έφευγε εκείνη από το σπίτι. Ανακάλυψε το παιχνίδι με την κουβαρίστρα κάτω από το τραπέζι. Μέσα από την κλωστή της κουβαρίστρας που την έστελνε σε ένα σημείο που δεν την έβλεπε και μετά την τραβούσε και την ξαναέφερνε κοντά του μπορούσε να επιβληθεί πάνω στην απουσία που τόσο τον ζόριζε. Η επανάληψη του παιχνιδιού τού έδινε τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα ψευδαισθητικό σύμπαν ότι εκείνος ελέγχει την απουσία και την επιστροφή της και την ίδια στιγμή ανακάλυπτε και έναν ξεχωριστό τρόπο να υπάρχει μέχρι να ξανάρθει η μαμά του. Είχε βρει το δικό του παιχνίδι.

Πώς σήμερα στοχαζόμαστε ψυχικά πάνω στη στέρηση, στην απώλεια, στην απουσία; Πώς «διασκεδάζουμε» μέσα από στις ελλειπτικές δυνατότητες που δίνει η δύσκολη πραγματικότητα;

Η θνητή μας φύση κηρύσσεται πανηγυρικά νικήτρια. Με την έλευση του 2020 ο πλανήτης χορεύει ένα δραματικό τανγκό με τον θάνατο. Μια αιωρούσα ασθένεια σαν ψέμα μεταφέρεται από χώρα σε χώρα, από αναπνοή σε αναπνοή και ρίχνει κάτω ανθρώπους, τον έναν μετά τον άλλον. Δεν κάνει διακρίσεις. Αρρώστησαν νέοι, μεσήλικες, γέροι, άνδρες, γυναίκες, πλούσιοι, φτωχοί, επώνυμοι, ανώνυμοι, ταλαίπωροι αλλά και εύρωστοι, λευκοί, μαύροι, Ασιάτες και Μεξικανοί, κάθε λογής άνθρωποι ήρθαν σε επαφή με τον τρόμο της πανδημίας. Μια σημαντική εξαίρεση ίσως έχει γίνει. Νοσούν πολύ λιγότερο έως ελάχιστα τα παιδιά. Οι μόνοι που θα μπορούσαν να πουν ότι είναι οι ευνοημένοι αυτής της φρίκης –και φευ θα ήταν αδιανόητη η αντίθετη κατάσταση– είναι οι μικροί ένοικοι αυτού του πλανήτη. Τα παιδιά που τους ζητάμε να σοβαρευτούν, να γίνουν μεγάλα, να συμμορφωθούν πρέπει να συνεχίσουν να παίζουν, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες.

Στην τέχνη και στην ψυχανάλυση αναζητείται κάτι κοινό. Να βρει το υποκείμενο την αυθεντικότητά του. Την υποκειμενικότητά του. Τη φωνή του. Αυτό που το κάνει όμοιο αλλά την ίδια στιγμή διακριτό από τους συνανθρώπους του. Που τολμά, ξεσκαρτάροντας τα παλιά του συρτάρια από τις κάλτσες της οικογενειακής σάγκας, να βρει τις δικές του, ακόμα και μπαλωμένες, παράταιρες ή και σκωροφαγωμένες. Και να μιλήσει, να βιώσει, να γράψει, να ζωγραφίσει, να αποδεχτεί αυτή την ανακάλυψη, να γλείψει το τραύμα του και τελικά να «παίξει» με αυτό. Να κυριαρχήσει πάνω σε αυτό, αλλά να μην το θάψει. Να βρει έναν άλλο εσωτερικό δρόμο να διαχειρίζεται την πραγματικότητα και ίσως να το κάνει κάπου στο βάθος ευχαρίστηση. Όχι με το να το επαναλαμβάνει τραυματικά, αλλά με το να μετουσιώνει τη ζωή του μέσα από αυτό σε κάτι άλλο που ψυχικά θα τον ζωντανέψει. Αυτό που αναζητείται πάντα για τον άνθρωπο είναι να παραμένει συνδεδεμένος με όλες τις ηλικίες που πέρασε. Και κυρίως να μη χάσει το παιδί μέσα του. Να θυμάται ενεργητικά το παιδί που κάποτε έπαιζε.

Τους τελευταίους δώδεκα μήνες ο άνθρωπος, άλλοτε λιγότερο κλεισμένος στο σπίτι άλλοτε περισσότερο, ρίχνει μπουνιές στα κοιλιακά του τοιχώματα.

Την ώρα που όλα καταρρέουν μέσα στον τρόμο γύρω του, που η βροχή του φόβου, των απωλειών και των δακρύων πλημμυρίζει τα μπουκωμένα του φρεάτια, ο εσωτερικός εαυτός θέλει να βάλει τις γαλότσες και να τρέξει στη βροχή χωρίς κουκούλα. Να πανηγυρίσει για τη ζωντάνια που υπάρχει ακόμα εντός μας, όσο και εάν αυτή ζορίζεται, πλήττεται, κινδυνεύει. Ακόμα και όταν η πραγματικότητα σοβαρεύει απειλητικά και ανελέητα. Ίσως είναι ο μόνος τρόπος να αντέξουμε τα όσα ζούμε. Αναζητώντας μέσα σε αυτή την πανδημία τον αυθεντικό μας εαυτό.

Ο συγγραφέας και ποιητής Νίκος Ερηνάκης στο βιβλίο του με τίτλο Αυθεντικότητα και Αυτονομία (εκδ. Κείμενα) επιχειρεί να διαχωρίσει τις έννοιες «αυθεντικότητα» και «αυτονομία» ορίζοντάς τις διαχρονικά και φιλοσοφικά. Πώς η έννοια της αυτονομίας δεν συνεπάγεται και την αυθεντικότητα του εαυτού και πώς ο αυτόνομος κατά τα άλλα άνθρωπος δεν σημαίνει απαραίτητα και ότι είναι αυθεντικός. Πώς η αυθεντικότητα είναι η μόνη ίσως δυνατότητα να ζήσει ένας άνθρωπος μια ζωή αξιοβίωτη, με τους δικούς του ψυχικούς όρους.

Αυθεντικές στιγμές είναι οι στιγμές του παιδικού παιχνιδιού, ιδίως όταν έχει επιτραπεί σε ένα παιδί να παίζει ελεύθερα, να μη φοβάται, να μη λογοκρίνεται, να μην υπάρχει ανάγκη συμμόρφωσης σε κάτι που θέτει ο ενήλικος. Το παιδί δεν είναι αυτόνομο στη ζωή του, αλλά τις ιερές στιγμές του παιχνιδιού είναι αυθεντικό, είναι μοναχικό, αλλά συνομιλεί με τα εξωτερικά και τα εσωτερικά του αντικείμενα σε αγαστή συνεργασία. Πολύ συχνά εκεί στον κόσμο που χτίζει μέσα στο παιχνίδι, μέσα στο δωμάτιό του, τις ημέρες της καραντίνας, διαθέτει τη μέγιστη σοβαρότητα στη δημιουργία του κόσμου του. Θα γεννηθεί μέσα σε λίγα λεπτά και θα γκρεμιστεί στα επόμενα, αλλά για όσο διαρκεί αυτό είναι το πιο σοβαρό παιχνίδι του κόσμου, πιο πολύ και από την πανδημία, τη στέρηση, την έλλειψη, τον θάνατο. Ο Θεός είναι ο Θεός των μικρών πραγμάτων, εκεί στηρίζεται η ανθρώπινη ζωή. Στις λεπτομέρειες που κρατάνε το κάθε υποκείμενο στην ομοιότητα της ράτσας του και στη διαφοροποίηση της υποκειμενικής ανάγνωσης του κόσμου, της ψυχικής διαφοροποίησης, του παιχνιδιού που κρατά ζωντανή την όρεξη του καθενός.

Κανένα παιδικό παιχνίδι δεν είναι ένα απλό παιχνίδι. Όπως και καμία ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο νομίζουμε. Ιδίως όταν αυτή έχει προδώσει την έννοια του παιχνιδιού, της ζαριάς και της σκηνοθεσίας πάνω στη δυνατότητα να ανοίγουμε τα παραθυράκια μας για να ζούμε εμείς τη ζωή που θέλουμε, μέσα στα πλαίσια και τους κανόνες που τίθενται, αλλά με μια υπόγεια χαρά, ότι η ζωή μάς ανήκει. Σκάβοντας ένα λαγούμι μέσα στην ψυχή μας και έναν θόλο στη σκέψη μας, με μικρές τροποποιήσεις που δεν επιβαρύνουν τον άλλον, δεν βλάπτουν τη δημόσια υγεία αλλά και τον συνάνθρωπο, ανοίγουμε τη χαραμάδα που θα μπει εκείνη η αχτίδα που θα μας κάνει ζωντανούς για τον δικό μας, κατάδικό μας λόγο.

Αυτό πραγματεύεται η σουηδική τηλεοπτική σειρά «Love and Anarchy». Την έννοια του παιχνιδιού και της αυθεντικότητας. Ευτυχώς στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης δεν ταξιδεύει μόνον η πανδημία από τα πέρατα του κόσμου, αλλά και οι τηλεοπτικές σειρές μέσω Netflix. Μπροστά στα δράματα, στους φόνους, στις πολιτισμικές ανισότητες και στη δράση που προσφέρουν άλλες σειρές, αυτή η επιφανειακά «ήσυχη» και κάπως αστεία σειρά μπορεί να περάσει στα αζήτητα και στα ψιλά. Γιατί πλέον έχουμε εθιστεί στις τόσο μεγάλες συγκινήσεις, που αν δεν υπάρχει φτώχεια, πόλεμος, βασιλιάδες, σκοτωμοί και αιμομειξίες, δεν μπορούμε να συντονιστούμε στις οθόνες μας. Έχουμε ανάγκη από συνεχή αληθοφανή δράση, να κρατιόμαστε γερά από την οδύνη που φέρνει η πραγματικότητα. Η οδύνη όμως υπάρχει περίσσεια, η πραγματικότητα είναι ένας καταιγισμός γεγονότων. Και δυσάρεστων πολύ συχνά. Ζούμε σε έναν πολύ πλούσιο ιστορικό χρόνο συνεχούς ρευστότητας, τόσο που ο ανθρώπινος ψυχισμός που έχει άλλους ρυθμούς αδυνατεί να συλλάβει. Ως αντιστάθμισμα σε όλα αυτά το «Love and Anarchy» δίνει διέξοδο μέσω ενός παιχνιδιού που παίζουν οι πρωταγωνιστές του στη δυνατότητα να στοχαστούμε πάνω στην πραγματικότητα. Να σκεφτούμε ότι όλα γύρω μας γίνονται δραματικά γιατί οι ενήλικες φοβούνται τον παιδικό τους εαυτό. Φοβούνται τα συναισθήματά τους. Και γιατί πολύ συχνά σε οριακές συνθήκες, τα συναισθήματα οδηγούν σε πράξεις. Ο ενήλικος πρέπει πάντα να κάνει κάτι. Αντιθέτως το παιχνίδι είναι μια μη πράξη, χωρίς αντίκτυπο στην πραγματικότητα, αλλά με αντίκτυπο στην ψυχική ζωή. Ο θυμωμένος ενήλικος δεν χρειάζεται να κάνει καταστροφές, δεν χρειάζεται απαραίτητα να γίνει αλκοολικός ή να βυθιστεί σε κατάθλιψη. Δεν χρειάζεται να τον ρουφήξει η ματαίωση της ζωής. Μπορεί να παίξει με τη ματαίωση της ζωής αναζητώντας το δικό του παιχνίδι. Και την ίδια στιγμή να πάρει λιγότερο στα σοβαρά τον εαυτό του, τον θάνατο και όσα τον απειλούν, γιατί όλα αυτά θα συνεχίσουν να είναι εκεί. Είτε παίξει με την πραγματικότητα είτε όχι.

Έτσι τα «παιδιά» θα συνεχίσουν να παίζουν ησύχως στα δωμάτιά τους και να ονειρεύονται: Ότι ο κόσμος δεν θα είναι μόνο χρήμα, εξουσία, έλεγχος, αποδόσεις και συμμόρφωση. Ότι ο κόσμος δεν θα είναι μόνο πόνος, αρρώστια και απώλεια. Ο κόσμος δεν θα είναι σημαντικός μόνο για τα μεγάλα και τα υψηλά. Ότι δεν θα έχει σημασία μόνο το κατέχειν και το έχειν, η φαντασίωση της τελειότητας, των επιδόσεων και της αριστείας. Ο κόσμος δεν θα είναι γεμάτος φθόνο και βία. Και επιβολή. Και δίπολα.

Ο άνθρωπος σήμερα περισσότερο από ποτέ έχει ανάγκη την ησυχία. Τους κήπους. Τα μικρά και αθόρυβα, το παιχνίδι. Το κέντημα κλωστών και μικρών συναπαντημάτων. Ο άνθρωπος έχει ξανά ανάγκη τον έρωτα. Την ανθρώπινη έμπνευση. Το φλερτ, τις λέξεις που δεν χρειάζεται να γίνουν πράξεις. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη το γέλιο. Για τα ελαττώματά μας, για όσα δεν έχουμε, για τις διαφορές των φύλων. Για το ότι κάποιος είναι κοντός και ο άλλος ψηλός. Χωρίς διάθεση να αφανιστεί κάποιος, αλλά για να έρθουμε πιο κοντά. Ο άνθρωπος θα έπρεπε να μην έχει ανάγκη από άλλη προσποίηση. Να έχει ανάγκη από αυθεντικότητα. Από μικρές υποκειμενικές φωνές, που δεν επιβάλλουν στους άλλους τα «πρέπει», αλλά αναζητούν τη δική τους θέση στον κόσμο αενάως, αιωνίως.

Το πιο σοβαρό πράγμα του κόσμου είναι το παιχνίδι. Γιατί το ξεχάσαμε;

Κύλιση στην κορυφή