Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Νικόλας Σεβαστάκης

Τα όρια των ευφημισμών μας

Η εποχή των άκρων δεν έλαβε τέλος

Tα αλυσιδωτά σοκ που έχουν πλήξει τον κόσμο τα τελευταία χρόνια αποδεικνύονται μη διαχειρίσιμα. Ο πόλεμος και οι συγκρούσεις, η πολωμένη πολιτική, η συνεχιζόμενη κρίση του κόστους ζωής και οι διαρκώς αυξανόμενες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής αποσταθεροποιούν την παγκόσμια τάξη.

 Sophie Heading, Ellissa Cavaciuti-Wishart, “These are the biggest global risks we faced in 2024 and beyond”, Από την εισαγωγή στην Έκθεση για τους παγκόσμιους κινδύνους 2024, του Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός.

1.

H εποχή των άκρων στάθηκε, ως γνωστόν, ένας από τους πιο επιτυχημένους και πολυφορεμένους τίτλους[1] για τον «σύντομο» εικοστό αιώνα, τον αιώνα που έζησε τους δυο παγκοσμίους πολέμους, το Άουσβιτς, τα Γκουλάγκ, το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα και επιπλέον κάμποσες γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις στην Οθωμανική Ανατολή, στην Αφρική, στην Ανατολική Ασία και μέχρι τη γειτονιά μας, την τέως Γιουγκοσλαβία.

Από το 1990 και έπειτα οι εξελίξεις βοήθησαν στο να αναδυθεί μια αίσθηση που λειτούργησε παρηγορητικά, τονώνοντας την αυτοπεποίθηση όσων πίστεψαν πως, επιτέλους, βγαίνουμε σε κάποιο ξέφωτο. Η παραπάνω εντύπωση συνδέθηκε κυρίως με την εικασία ότι οι μεγάλες συγκρούσεις και εν πολλοίς οι ένοπλες, αιματηρές ιδεολογικοπολιτικές διαμάχες έβαιναν προς εκτόνωση. Δεν ήταν βέβαια ένα τέλος της Ιστορίας (όλοι έπεσαν να φάνε τον δυστυχή Φουκουγιάμα και ας μην τον διάβασαν προσεκτικά) όσο μια αυταπάτη gentrification της Ιστορίας. Η στιγμή σχετιζόταν, άμεσα ή εκ του πλαγίου, με την πεποίθηση ότι η επίδραση της σύγχρονης δημοκρατίας και της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στην υποκειμενικότητα επιτάχυνε την εξημέρωση των ηθών διευθετώντας, με ευφυείς τρόπους, τα ακραία φαινόμενα. Περνούσαμε στην μικροπαθολογία μιας μελαγχολικής δημοκρατίας, η οποία απλώς δεν γνώριζε πώς να χειριστεί «τα παράπονα» των κάθε λογής «κακομαθημένων παιδιών της». Ήταν θέμα χρόνου, έλεγαν πολλοί, να προκύψει μια πιο αναστοχαστική, ώριμη νεωτερικότητα, με καλύτερους και αποτελεσματικότερους όρους για τα άτομα και τις κοινότητες του εικοστού πρώτου αιώνα. Η διεθνής ζωή, ωστόσο, περιπλέχτηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και τους φοβερούς, πολυαίμακτους πολέμους στο Ιράκ, στη Συρία, στο Αφγανιστάν, στην Ουκρανία, στη Γάζα (και πλήθος ακόμα υποφωτισμένων και βαθιά υποτιμημένων μετώπων με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς). Τα πρώτα πέντε χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα σημαδεύτηκαν από τη γενοκτονία του Νταρφούρ στο Σουδάν, μια από τις πιο αποτρόπαιες, αν βέβαια μπορεί να υπάρξει διαβάθμιση σε τέτοιες κτηνωδίες[2].

Στη συνέχεια οι αναφορές στην κρίση/κρίσεις κυριάρχησαν κατά κράτος στις διαγνώσεις και διαπότισαν τις προγνώσεις των ειδικών και του κοινού[3]. Τα ενυπόθηκα δάνεια στις ΗΠΑ, τα δικά μας μνημονιακά χρονικά, οι αναταράξεις ενός νέου παγκόσμιου και περιφερειακού ανταγωνισμού, όλα, φανέρωσαν την περιπλοκή των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η ιδέα πως καθετί ακραίο χωνεύεται και διορθώνεται από τα checks and balances της έξυπνης φιλελεύθερης αρχιτεκτονικής των θεσμών και των συμπεριφορών, παραμένει αξιοσημείωτα ισχυρή. Διάφορα κύματα σκοτεινών προγνώσεων και ανησυχητικές αφυπνίσεις –για την άνοδο των ακροδεξιών, τη γεωπολιτική αστάθεια, τους κινδύνους από την πουτινική Ρωσία, την Κίνα, τους κυβερνοεγκληματίες, τους τζιχαντιστές και πάει λέγοντας– δεν φαίνεται να ταράζουν το συμβατικό πολιτικοπνευματικό πλαίσιο της ‘Δύσης’. Αυτό το πλαίσιο εξακολουθεί να συγκροτείται στους κλασικούς άξονες της ανταγωνιστικής δημοκρατίας: ιδιοκτησιακή βάση, πλουραλισμός αξιών με τις συναινετικές ή συγκρουσιακές αναγνώσεις του, ανταγωνιστική οικονομία με όρους μεγέθυνσης και συνεχούς επέκτασης των εμπορεύσιμων αξιών. Τα τελευταία χρόνια, σε αυτή τη βασική δομή έχουν επικολληθεί εκείνα τα πολιτισμικά και ιδεολογικά περιεχόμενα και λεξιλόγια που προκαλούν πλέον πολιτισμικούς πολέμους στη δημόσια σφαίρα με την επικέντρωση στη λεγόμενη woke κουλτούρα και στις ‘εκτροπές’ της.

2.

Είναι φανερό ότι ο συμβατικός άξονας της ‘Δύσης’ έχει έναν σκληρό πυρήνα που εκδηλώνεται με αποκλίνουσες και κάποτε έντονα συγκρουόμενες πολιτισμικές λογικές. Η ‘Δύση’ άνοιξε περισσότερους χώρους για τις αποδομήσεις και τις αμφισβητήσεις των θεμελίων της και αυτό δεν είναι ακριβώς καινούργιο. Η ίδια η ‘Δύση’, ωστόσο, εξακολουθεί να διατηρεί μεγάλα αποθέματα ισχύος και ηγεμονικών επιδιώξεων, παρά το γεγονός ότι σε κάποια από τα εκπαιδευτικά της ιδρύματα και στους χώρους της κουλτούρας αναπτύσσεται μια έντονη κριτική στην ιστορία του ‘δυτικού πολιτισμού’ όσο και στο παρόν των κοινωνιών μας[4].

Η αλήθεια διαφέρει από μια εκδοχή πραγματικής αποδυνάμωσης: ανεξάρτητα από την παρουσία της κριτικής και διάφορες διανοητικές προκλήσεις που έχουν στραφεί κατά της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής πραγματικότητας των φιλελεύθερων κοινωνιών, ο άξονας του φιλελευθερο-καπιταλιστικού κοσμοειδώλου δεν έχει μετατοπιστεί. Οι ρηματικοί επαναπροσδιορισμοί και οι ηθικές καμπάνιες αυτοκριτικής και αναθεώρησης πλαισιώνουν συστήματα που συνεχίζουν στις ίδιες ράγες όπως πριν είκοσι και τριάντα χρόνια. Αυτό ίσως συνιστά την παράξενη επιβίωση του ‘νεοφιλελευθερισμού’ παρά την αναξιοπιστία και τη μερική εγκατάλειψη διαφόρων κλασικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών[5]. Γι’ αυτό επίσης και η εκδοτική έξαρση και σχετικώς ευρεία διάδοση στα campus και σε θύλακες των social media λόγων κατά των ποικίλων ανισοτήτων και της κυριαρχίας δεν μαρτυρούν καμία πολιτισμική ηγεμονία των «αριστερών» ή «ριζοσπαστικών» ιδεών: απεναντίας, ο πολιτισμός της κοινωνικής ισότητας εξακολουθεί να είναι υποδεέστερος στο επίπεδο των συσχετισμών δύναμης, αν και στις λόγιες και καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις έχει κανείς την εντύπωση πως δεσπόζουν λεξιλόγια μιας ηθικής, ελευθεριακής αριστεράς. Πλήθος κυβερνήσεων παίρνει ας πούμε αποφάσεις για αυστηρότερη πολιτική ασύλου και μετανάστευσης, ενώ πολλές καλλιτεχνικές ομάδες, κοινωνικοί επιστήμονες, πρόσωπα επιρροής υποστηρίζουν την αντίθετη λογική. Τίποτα δεν δείχνει ότι η αυστηροποίηση αυτή δεν έχει ευρεία λαϊκή αποδοχή. Η ορατότητα και ο θόρυβος ενός «συμπεριληπτικού» ανθρωπιστικού και κριτικού λόγου δεν μεταβάλλει τους όρους των συνοριακών καθεστώτων ούτε το πώς πολιτεύονται οι πλούσιες δυνάμεις απέναντι σε χώρες και περιοχές που υποφέρουν. Αντίθετα, η φορά των πραγμάτων είναι αντίστροφη και δεν επιβεβαιώνει κανενός είδους ισχύ του «πολιτισμικού μαρξισμού» ή άλλων εννοιολογικών φαντασιώσεων με τις οποίες κάποιοι διανοούμενοι και πολιτικοί ντύνουν την πραγματικότητα.

Άλλο παράδειγμα: η θερμή συμπαράταξη του «προοδευτικού Χόλιγουντ» με την Κάμαλα Χάρις – με ονόματα τεράστιας νεανικής απήχησης όπως η Taylor Swift, η Μπιγιονσέ κ.λπ. – δεν είχε κανένα αποτέλεσμα στις κάλπες (ενδεχομένως μάλιστα να συνέβαλε σε ένα είδος πείσματος πολλών Αμερικανών υπέρ του Τραμπ και των όσων αυτός συμβολίζει).

Με άλλα λόγια, η ταύτιση της εποχής με ένα είδος ηγεμονίας πολιτισμικών αριστερισμών στις κοινωνίες μας είναι τελείως ρηχή και πραγματολογικά αστήρικτη, τουλάχιστον αν κοιτάξουμε τα σκληρά υποσυστήματα ισχύος.

Σήμερα φαίνεται απλώς να έχει διαμορφωθεί μια κατανομή σφαιρών, την οποία έβρισκε λογική και αποδεκτή ήδη ο Στρατηγός Ντε Γκωλ τον καιρό του Μάη του 1968: ας έχετε (εσείς) τη διανόηση, αρκεί να έχουμε (εμείς) την αστυνομία, με άλλα λόγια τον σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας. Αυτό που έχει συμβεί είναι μια όξυνση επεισοδιακών πολιτισμικών πολέμων που προσελκύουν την προσοχή των λόγιων ελίτ ή μιας μειοψηφικής δημόσιας σφαίρας σκανδαλισμών και συμβολικών επιθέσεων. Αυτό το φαινόμενο γίνεται αφορμή για μια zeitdiagnone, η οποία απομονώνει επιμέρους, ακραία, γραφικά ή άσχημα στιγμιότυπα από τους πολιτισμικούς πολέμους και πιστεύει ότι ανακάλυψε τα νέα άκρα ή τον ολοκληρωτισμό του εικοστού πρώτου αιώνα.

3.

Τι είναι το ακραίο σύμφωνα με αυτό το νεοσυντηρητικό βλέμμα; Να, ας πούμε, οι συμβολικές ενέργειες της οικο-ακτιβιστικής οργάνωσης Last Generation που ρίχνουν μπογιές σε έναν διάδρομο αεροδρομίου και όχι το γεγονός πως το 2024 υπήρξε η θερμότερη χρονιά από καταβολής μετρήσιμων κλιματικών δεδομένων[6]. Κάτι ανάλογο θα ήταν στην Ελλάδα να θεωρεί κανείς επιτομή της ακρότητας τα σποραδικά, αναρχο-λαϊκιστικά χάπενινγκ ενός Ρουβίκωνα και όχι πολλές πλευρές διάβρωσης των κανόνων σε πεδία της εργασίες, στην οικιστική επέκταση, στην κακή διαχείριση υποδομών ή, στην καθημερινή σχεδόν, εκδήλωση της δράσης του οργανωμένου εγκλήματος.

Η παραπλανητική ιεράρχηση των κινδύνων ακουμπά στην άποψη πως τα σημερινά άκρα απαντούν στη σχέση μεταξύ μιας «ηττοπαθούς» πνευματικά και οικονομικά Δύσης και εκείνων των καθεστώτων και αυταρχικών ιδεολογιών που έχουν περάσει στην αντεπίθεση[7]. Το θέμα μιας υπερβολικά αρνητικής και δυστυχισμένης δυτικής συνείδησης, στοιχειώνει πια μια ορισμένη ανάγνωση της πολιτισμικής κρίσης στη Δύση. Έτσι πιστεύουν συγγραφείς όπως ο Μπένεντικτ Μπέκελτ, που επιμένει στον όρο «οικοφοβία» για να ορίσει τη Δύση που κατηγορεί τον εαυτό της και τις κοινωνίες της[8]. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και η αναδιατύπωση ενός αντιδυτικού οράματος από το Κρεμλίνο και εμμέσως από το Πεκίνο, αντί σε δεύτερο χρόνο, να οδηγήσει σε έναν κριτικό στοχασμό για τις σχέσεις κυριαρχίας και τις ηγεμονικές στρατηγικές στον πλανήτη, έδωσε απλώς λαβή είτε σε έναν παρωχημένο νεοατλαντισμό των υπερεξοπλισμών είτε σε έναν αντιδυτικό νεο-τριτοκοσμισμό. Σαν κόπια του παλαιού ψυχρού πολέμου, βλέπουμε ρητορικές περί συνοδοιπόρων του δυτικού project ή παραμυθίες περί Άξονα της Αντίστασης και εξεγέρσεων κατά της αμερικανο-δυτικής αυτοκρατορίας. Στον χώρο της δημοφιλούς κουλτούρας, μια φαιδρή εκδοχή της ίδιας αντίληψης αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας χωρίζοντας πια με τείχη αμοιβαίας σιχασιάς όσους συντάσσονται τώρα με τον «φιλοϊσραηλινό» συμβιβασμένο φιλελέ Νικ Κέιβ και εκείνους που ταυτίζονται ψυχή τε και σώματι με τον πύρινο «αντισιωνισμό» ενός Ρότζερ Γουότερς ή ενός Έρικ Κλάπτον. Οι μεν αρχίζουν την τοποθέτησή τους από τα εγκλήματα της Χαμάς, οι άλλοι ξεκινούν πάντοτε (δυστυχώς συχνά εκεί τελειώνουν επίσης) από τη φονική δράση του IDF και τις δολοφονικές ευθύνες της ισραηλινής ηγεσίας.

Πώς να οριοθετήσουμε εντέλει τα άκρα όταν αποκλίνουν τόσο οι περιγραφές, οι ερμηνείες και οι αξιολογικές κρίσεις για τόσο σημαντικά φαινόμενα και γεγονότα; Είναι αλήθεια ότι κάθε αναφορά στην ακρότητα φαίνεται να προϋποθέτει ένα juste milieu, μια «υγιή» μεσότητα από την οποία ελέγχονται και κρίνονται οι παρεκκλίσεις και υπερβάσεις. Στην προσπάθειά μας να περιγράψουμε φαινόμενα, προσπερνάμε την αμηχανία επιβάλλοντας ένα πρόθεμα, του τύπου ο υπερ-καπιταλισμός, η υπερ-νεωτερικότητα, ο υπερ-φιλελευθερισμός κ.λπ. Η θολή πολιτική του μετά (post, meta) ή του υπερ (hyper, ultra) μοιάζει με μια μεσοβασιλεία ιδεών σε απορία ή με μια φιλοσοφία της ιστορίας που αναζητεί το στίγμα της. Το χαρακτηριστικό όμως του παρόντος ιστορικού κύκλου είναι περισσότερο η εμφανής αδυναμία συγκρότησης αυτού του «μέσου» λογικού βραχίονα, στη βάση του οποίου θα μπορούσαν να εκτεθούν τα παιχνίδια των ποικίλων «άκρων». Ο λογικός βραχίονας μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν μηχανισμό εξωραϊστικών συλλογισμών και ιδεολογικών εξιδανικεύσεων, με τις οποίες αρνούμαστε το ενδεχόμενο της αποτυχίας, δηλαδή την πιθανότητα της σοβαρής συστημικής βλάβης. Βλέπουμε ας πούμε ότι οι ακρότητες του τεχνο-πολιτισμικού καπιταλισμού γίνεται πρακτικά αδύνατο να τεθούν υπό έλεγχο κανονιστικά και θεσμικά υπό τους όρους των κυρίαρχων μοντέλων καινοτομίας και «δημιουργικών καταστροφών». Τα νέα πλέγματα κυριαρχίας στη βάση των αλγορίθμων και των παραγωγικών μετασχηματισμών είναι τέτοιας ολιστικής κλίμακας ώστε δράσεις πολιτών, αποφάσεις πολιτικών οργάνων ή δικαστικών αρχών δεν μπορούν να «εμποδίσουν» το οτιδήποτε. Οι Επιτροπές Ηθικής και Δεοντολογίας, ακόμα και όταν κάνουν σοβαρή δουλειά βάθους, λοιδορούνται από την ίδια την αναιδή κίνηση πολύπλοκων συστημάτων που διευθετούν σχέσεις ισχύος, μορφές γνώσης, ροές χρήματος και πάσης φύσεως νομικά τετελεσμένα.

Στην άλλη όχθη, τα μη φιλελεύθερα συστήματα συνεχίζουν να αποδεσμεύουν το δικό τους, ιδιαίτερο φάσμα βαναυσοτήτων: ανοιχτές απειλές για χρήση πυρηνικών όπλων, διενέργεια σαμποτάζ σε υποδομές και ευαίσθητα ηλεκτρονικά συστήματα και φυσικά ένας θηριώδης κρατικός αυταρχισμός με την καταστολή των διαφωνούντων είναι στην ημερήσια διάταξη σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.

Χωρίς αμφιβολία υπάρχουν αξιοσημείωτες, ποιοτικές διαφορές ανάμεσα σε μορφές του «κατασκοπευτικού» καπιταλισμού στη Δύση και στην αυταρχία που συναντούμε στη Ρωσία, στην Κίνα, στο Ιράν και σε αρκετές άλλες χώρες. Χρειάζεται όμως να παραδεχτούμε ότι βρίσκουμε και πολλά συγκλίνοντα συμφέροντα και συνέργειες μεταξύ των φιλελεύθερων και αντιφιλελεύθερων ελίτ του Βορρά και του Νότου. Ειδικές οικονομικές ζώνες, εξορυκτικές δραστηριότητες των εταιρικών κολοσσών, αλυσίδες διεθνικής παραγωγής με εξαιρετικά αμφίβολα καθεστώτα εργασίας, ανταλλαγές τεχνογνωσίας μεταξύ των αρχών ασφαλείας δημοκρατικών και αυταρχικών χωρών. Ο κόσμος των φιλελεύθερων δημοκρατιών ενσωματώνει μεγάλες δόσεις σκανδαλώδους εγκληματικότητας, οικονομικής αχρειότητας και πολιτικού κυνισμού από αυτά που βασιλεύουν στις λεγόμενες Illiberal χώρες. Κάτι ανάλογο, τηρουμένων των αναλογιών, συντελείται και στο εσωτερικό των δημοκρατιών μας: κόμματα του συμβατικού Κέντρου και της χριστιανοδημοκρατικής δεξιάς έρχονται κοντά σε προγράμματα, λεξιλόγια και οράματα μιας πιο ριζοσπαστικής εθνοκεντρικής δεξιάς. Ιδέες νεο-αρχηγικού χαρακτήρα δανείζονται την αντιδημοκρατική κουλτούρα του διευθύνοντος συμβούλου στη μείξη της με τον influencer και τον πωλητή (ο Τραμπ το έχει καύχημα άλλωστε, όλα αυτά όμως τα χρωστάμε σε μεγάλο βαθμό στον Μπερλουσκόνι και στον Σαρκοζί).

4.

Η φιλελεύθερη φαντασία, όσο εκλεπτυσμένη και αν γίνει, δεν μπορεί να συλλάβει το «ακραίο» παρά ως ανωμαλία, έκτακτη περίσταση, ρήξη με μια λογική και κανονική ροή. Αυτό ως ένα βαθμό της επιτρέπει την ανίχνευση προβλημάτων της πολιτικής κουλτούρας της ριζοσπαστικής αριστεράς και της εθνικολαϊκιστικής δεξιάς. Πράγματι, προβλήματα «παρέκκλισης» από μια συμβατική νόρμα ή πρωτόκολλα ευπρεπούς ανταγωνισμού επισημαίνονται και στηλιτεύονται από μια φιλελεύθερη κριτική. Αυτό όμως που μένει εκτός ζωτικού ενδιαφέροντος είναι το ίδιο το πράγμα, δηλαδή καταστάσεις του κόσμου μας πάνω στις οποίες συγκροτούνται οι λόγοι (καλοί ή κακοί, αποτυχημένοι ή όχι, «ακραίοι» ή «μετριοπαθείς»). Ένας συμβατικός τρόπος σκέψης επιμένει ότι η ακρότητα αφορά πάντα μια «μικρή μειοψηφία» που κηλιδώνει έναν, κατά τα άλλα, ανεπίληπτο και ορθό μηχανισμό. Αυτό φαίνεται στο πώς προσεγγίζονται καθημερινά φαινόμενα αστυνομικής βίας, καταχρήσεων, απάτες στην αγορά κ.λπ. Ενώ ας πούμε ο ακραίος καπιταλισμός είναι στην αιχμή του τωρινού τεχνολογικού-κοινωνικού μετασχηματισμού, παρουσιάζεται μόνο ως υπόθεση κάποιων κακών εταιρικών πρακτικών ή παραβιάσεων της δεοντολογίας, ως υπόθεση «σκοτεινών δικτύων».

Πώς μπορεί μια σκέψη συμπτωματολογικής επίκρισης και περιστασιακών ηθικών συναγερμών να αναμετρηθεί με τις «ολότητες» της κρίσης; Να αντιμετωπίσει την ανάγκη για ευρείες μεταβολές στους κανόνες, στα οικονομικά και λογιστικά πρότυπα, στις ηθικές αξιολογίες; Να ανοιχτεί, εντέλει, στις δυνατότητες μιας άλλης δημοκρατικής και κοινωνικής θέσπισης, όπου οι πολιτείες οφείλουν να εγγυώνται εμπράκτως και διαρκώς πως κανένα μερικό-ιδιαίτερο συμφέρον δεν μπορεί να κατέχει δεσπόζουσα θέση, πόσο μάλλον να ασκεί κυριαρχία;

Από αυτή την άποψη χρειαζόμαστε μια πραγματική επαναξιολόγηση των αξιών, μια νιτσεϊκή umwertung. Όχι βεβαίως στην κατεύθυνση της ιεραρχίας που διαφυλάσσει τον δημιουργικό βίο μιας ολιγαρχίας εκλεκτών (αυτό ήταν το μεγάλο όραμα του Νίτσε), όσο στην υπηρεσία ενός ριζοσπαστικού μέτρου: απέναντι στις νέες μορφές ακρότητας, το «μέτρο» μεταστρέφεται από την ανώδυνη και πλαδαρή του μεσολάβηση. Στη φάση την οποία διανύουμε Il faut nommer le mal, πρέπει να ονοματίζουμε τα δεινά δίχως τις περιφράσεις που υποτίθεται ότι μας βοηθούν από καιρού εις καιρό να συνυπάρχουμε με τους άλλους στο ίδιο συμβόλαιο. Έχω την εντύπωση ότι οι εξωτερικές προκλήσεις –από ανελεύθερα καθεστώτα και «αντιμοντέρνες» ιδεολογίες– δεν αρκούν καθόλου για να διασώσουν τις κυρίαρχες συμβάσεις και τα κλασικά επιχειρήματα που διαιωνίζουν τεμπέλικα την περίφημη εκδοχή του λιγότερου κακού.

Το ισχνό και το ακραίο

Μετά από την πτώση της κυβέρνησης του Μισέλ Μπαρνιέ, ο Γάλλος Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν επιλέγει ως πρωθυπουργό τον Φρανσουά Μπαϊρού. Τι είναι όμως η περίπτωση Μπαϊρού; Τυπικά, ένας πολιτικός από το ρεύμα του Καθολικού κέντρου, με ρίζες στην ορλεανιστική, φιλελεύθερη και αποκεντρωτική παράδοση. Οι αναφορές του είναι μια ορισμένη επαρχιακή Γαλλία της ήρεμης ζωής και οι συναινέσεις της. Η ιδέα «Μπαϊρού» είναι το γαλήνεμα της χώρας, η ανεύρεση των χρυσών ισορροπιών με τη συνάντηση διαφορετικών ευαισθησιών γύρω από μια λογική πολιτική μεταρρυθμίσεων. Δεν είναι απλώς η γνωστή μας ιδέα της κοινής λογικής όσο μια αδυναμία κατανόησης του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν πάντα win-win συμφωνίες και «εθνικές λύσεις» στα προβλήματα. Ότι στις σημερινές συνθήκες δεν διατίθενται πλέον λύσεις ως απλές προτάσεις εφαρμόσιμων μέτρων παρά σε περιορισμένο και προσωρινό επίπεδο.

Το θέμα που έχει ενσκήψει σε πολλές χώρες είναι αν η απάντησή μας στις κρίσεις μπορεί να είναι «ο Μπαϊρού». Αν η νέα κλιματική συνθήκη, τα κοινωνικά ρήγματα, η έκρηξη των κατακερματισμών, οι πολλαπλοί ρατσισμοί μπορεί να ελεγχθούν (και να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά) από το πολιτικό μαγειρείο προνομιούχων ισορροπιστών που σκέφτονται και ενεργούν με τους όρους μιας άλλης συγκυρίας.

Είναι η ίδια επιμονή όσων πιστεύουν τώρα σε ένα ελληνικό success story με λίγες πινελιές κριτικής και αυτοκριτικής, αντλώντας και κάποια ηδονή από το γεγονός πως γύρω μας οργιάζει η αστάθεια και το γεωπολιτικό χάος. Μάλιστα, αυτό το ίδιο γεωπολιτικό χάος στα πέριξ φαίνεται πως λειτουργεί ως το ιδεώδες σκηνικό για συμβατικά πολιτικά επιτελεία της ευρωπαϊκής περιμέτρου που δρουν ως μηχανές εφησυχασμού.

Σε μια συνέντευξή του, ο ιστορικός του Harvard Jill Lepore, με αφορμή τον Ήλον Μασκ και τα αστρο-πλανητικά του σχέδια που πάνε πολύ πέραν του Twitter (x) ή των ηλεκτρικών οχημάτων της Tesla, σημείωνε:

Θεωρώ τον Μασκισμό ως μια ακραία, εξωφρενική μορφή καπιταλισμού, έναν πραγματικά εξωγήινο καπιταλισμό (extraterrestrial capitalism). Νομίζω ότι είναι ένα είδος ανεξέλεγκτου καπιταλισμού που επιμένει ότι η κυβέρνηση δεν έχει πραγματικά κανέναν ρόλο στη ρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας, σε πρακτικό επίπεδο. Σε πολιτιστικό επίπεδο, ασχολείται πραγματικά με την πώληση στο κοινό της ιδέας του φουτουρισμού ως τρόπου επιβολής οικονομικών συνθηκών που προέρχονται από τo πιο μακρινό παρελθόν.[9]

Ο Lepore ανάγει την έλξη προς τον «ακραίο καπιταλισμό» στην εμμονή με την επιστημονική φαντασία και τη θέση της στην ποπ κουλτούρα.

 Το ζήτημα όμως είναι πως η επικέντρωση στην ιδιοσυγκρασία του ενός ή άλλου μεγιστάνα της νέας οικονομίας ενθαρρύνει μια απλή κριτική σε πολιτισμικά ή χαρακτηρολογικά trends. Αυτό φοβάμαι πως πάει να γίνει σήμερα με ορισμένους τύπους της παγκόσμιας σκηνής: ο Μασκ, ο Τραμπ, ο Φάρατζ κ.λπ. Προορίζονται να ενσαρκώσουν ιδεοτυπικά την ακρότητα για να αποχαρακτηριστούν άλλες πραγματικότητες και πολιτικές εκδοχές. Αυτό ήδη έχει υπάρξει ήδη και από τα πρώτα χρόνια του Τραμπ, του Μασκ, του Ζουκερμπεργκ και πολλών άλλων. Η προσωποκεντρική και ανεκδοτολογική μας κριτική εξαγνίζει την πραγματικότητα στην οποία ασκείται. Το όλο πράγμα καταλήγει σε πικρόχολο για εκκεντρικές διασημότητες και παραδείγματα γελοιότητας ή αλαζονείας, κάτι που, από πολιτική άποψη, γίνεται απίστευτα ρηχό.

Δεν έχει πια νομίζω νόημα η αναγωγή των ακροτήτων σε κραυγαλέα και φαντασμαγορικά γεγονότα με τα σκηνικά της ποπ μυθολογίας. Μάλλον έχει αξία για την πολιτισμική ανάλυση και την εθνογραφία του μεταμοντέρνου σύμπαντος, όχι τόσο για την πολιτική σκέψη. Αυτό που μας φανερώνουν τα ποικίλα ανοιχτά μέτωπα του παρόντος είναι ότι τα ακραία φαινόμενα αντιστοιχούν σε συγχρονικά και επάλληλα επεισόδια στρατιωτικής βίας, συμβολικής αποπτώχευσης, ψυχοπολιτικής χειραγώγησης. Οι ακρότητες παράγονται στους κόμβους επαφής μεταξύ οικονομικής διακυβέρνησης, τεχνολογικής και κοινωνικοψυχικής μεταβολής. Δεν εξαντλείται σε μια τερατολογία χαρακτήρων (ή «κακομαθημένων παιδιών»), ούτε στο πολιτικό trash που μια νέα εποχή προγραμματικής τεχνοκρατίας και «σοβαρής πολιτικής» θα μπορούσε να το περιορίσει σαν παρωχημένο λαϊκισμό.

Μια νέα κριτική πολιτική σκέψη είναι αδύνατο να προσπεράσει αυτές τις παραμέτρους, παραμένοντας, λόγου χάριν, στην κλασική τροχιά μιας κριτικής σε συνταγματικές εκτροπές, σε έναν λόγο περί θεσμικής καχεξίας ή «κοινωνικών ελλειμμάτων». Αυτός ο ενδιάμεσος λόγος, ρεπουμπλικανικά και πολιτειακά εκπαιδευμένος, είναι απαραίτητος αλλά ανεπαρκής. Οι αληθινά ακραίοι της εποχής και οι πράξεις τους δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για εφησυχασμούς. Το κλιματικό καθεστώς, ο απροσμέτρητος ιδιωτικός πλούτος, η εγκληματοποίηση κρατικών πεδίων και επιχειρηματικών τομέων, οι νέοι κατακερματισμοί και ο γεωπολιτικός κυνισμός που διεκδικεί μέχρι και τη στρατιωτικοποίηση του βυθού της Αρκτικής, δικαιολογούν την επιθυμία για μεγάλες αλλαγές παραδειγμάτων. Οποιοδήποτε και αν είναι το πλαίσιο ιδεών από το οποίο εμπνέεται η κοινωνική μας κριτική, χρειάζεται αναμφίβολα άνοιγμα σε πιο τολμηρά εδάφη και σε πραγματικά υπαρξιακά ερωτήματα για τη δημοκρατία, την πολιτική και την κοινωνική μορφή στην οποία λογοδοτούμε. Παραφράζοντας μια κουβέντα που είχα με έναν φίλο, απέναντι στην ύβρι, η σωφροσύνη δεν μπορεί να αποφύγει τη δική της ακρότητα, με άλλα λόγια το να γίνει πολύ πιο απαιτητική και με μεγαλύτερη αίσθηση του κινδύνου.


[1] Eric J.Hobsbawm, Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας (1914-1991), μετάφραση: Βασίλης Καπετανγιάννης, Θεμέλιο, Αθήνα 2010.

[2] https://www.visionofhumanity.org/wp-content/uploads/2023/06/GPI-2023-Web.pdf

[3] Θωμάς Σιώμος, Το νόημα της κρίσης. Χρεοκοπία και ματαίωση, πολιτική επικοινωνία, δημοκρατία και λαϊκισμός, Επίκεντρο, 2023.

[4] Marco Lehti, Ηenna Riika Pennanen, Juka Jouhki, Contestations of liberal order. The West in crisis? Palgrave Macmillan, 2020.

[5] Colin Crouch, L’ étrange suvrie de néolibéralisme, diaphanes, 2016.

[6] Germany: criminal proceedings and investigations against members of climate action group Letzte Generation (joint communication) – UN SR Human Rights Defenders

[7] Συγγραφείς μεγάλου κοινού όπως η Ann Applebaum ή, σε άλλο επίπεδο, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ ή η δική μας Σώτη Τριανταφύλλου αναπτύσσουν πλευρές αυτής της σκέψης.

[8] Ο όρος της «οικοφοβίας» προτείνεται πλέον και ως ερμηνευτικό βοήθημα για την πρόσβαση στην «woke κουλτούρα» και τα επεισόδιά της. Βλ. το βιβλίο του συντηρητικού φιλοσόφου Benedict Beckeld, Western self-contempt: oikophobia in the decline of civilizations, Northern Illinois University Press, 2022.

[9] How a love of sci-fi drives Elon Musk and an idea of ‘extreme capitalism’ | Connecticut Public

Κύλιση στην κορυφή