Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Στέφανος Δημητρίου

Διακυβεύματα και παλινωδίες στην «εποχή των άκρων»

I.

Νομίζω ότι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τη σημερινή εποχή ως «εποχή των άκρων», εν επιγνώσει βεβαίως του ότι αυτός ο προσδιορισμός αποκλίνει αρκετά από την αρχική, κυριολεκτική σημασία του. Σήμερα παρατηρούμε τη μεγάλη ταχύτητα, σχεδόν καταιγιστική, των ραγδαίων αλλαγών που αναθεωρούν απαρασάλευτες, μέχρι τώρα, βεβαιότητες, αλλάζουν ό,τι εθεωρείτο – καλώς ή κακώς – κεκτημένο και αναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίον καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Πρόκειται για έναν «παγκόσμιο» κόσμο, υπό την έννοια ότι, πλέον, δεν τον καταλαβαίνουμε και δεν τον εξηγούμε μέσω των τοπικών πεδίων και ταυτοτήτων, ιδίως του ισχυρού πεδίου και της συναφούς ταυτότητας, των εθνικών κρατών. Σε αυτή τη συνθήκη των ραγδαίων αλλαγών, όπου δεσπόζουν η πρόσφατη πανδημική κρίση, η κλιματική αλλαγή και η επαναστατική έλευση της τεχνητής νοημοσύνης, τα νέα διακυβεύματα δεν φαίνεται να ορίζονται σε αναφορά προς ισχυρά ιστορικά αιτήματα, αλλά σε σχέση με πολύ κρίσιμες διακινδυνεύσεις. Οι τελευταίες, ιδίως σε ό,τι αφορά την κρίση της πολιτικής, όπως μέχρι τώρα κατανοούσαμε την πολιτική, καθώς και τη συμφυή σχεδόν κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, κάνουν τον χρόνο, που όπως είπαμε κινείται με την ταχύτητα των ραγδαίων αλλαγών, να δείχνει ότι, με παρόμοια ταχύτητα, επίσης οπισθοδρομεί. Κινείται προς τα πίσω, γι’ αυτό και πυκνώνουν οι αναλογικοί συσχετισμοί με την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ζούμε αυτήν τη διπλή κίνηση, αυτό το τραμπάλισμα ενός «επάνω-κάτω», ως κρίση και του νοήματος των κοινών αξιών. Αυτό το τελευταίο είναι διακριτό και στους μετασχηματισμούς που αποτυπώνονται στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της συζυγίας Αριστεράς-Δεξιάς.

Η άνοδος της Άκρας Δεξιάς στην Ευρώπη φαίνεται να διαμεσολαβεί αυτή την αντίθεση ως εξής: η Αριστερά έχει καταφανώς υποβαθμίσει το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων και της συνακόλουθης πολιτικής υποαντιπροσώπευσης μεγάλων μερίδων της κοινωνίας, επειδή δεν καταφέρνει να συνθέσει επιτυχώς και δημιουργικώς το εν λόγω ζήτημα, με τα ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων, που συχνά προβάλλονται χωρίς αντίστοιχη αναφορά σε ίσες υποχρεώσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κακώς προβάλλει τα ατομικά δικαιώματα, σε αναφορά προς αντίστοιχες ταυτότητες. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν προβάλλει ισοτίμως και τα κοινωνικά δικαιώματα και τη συλλογική ταυτότητα του ανήκειν σε έναν πολιτισμό, δηλαδή τον ευρωπαϊκό, δυτικό πολιτισμό, ο οποίος, παρόλες τις αντιφάσεις του (φασισμός, ναζισμός, αποικιοκρατία), που αποτέλεσαν έργα των αρνητών του, είναι αυτό που ανέδειξε την αξία της σύνθεσης ατομικής και πολιτικής ελευθερίας, καθώς και των συμφυών δικαιωμάτων. Είναι ο πολιτισμός της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη», έκγονος του ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού, καθώς και του αναγεννησιακού, Διαφωτιστικού και δημοκρατικού ανθρωπισμού. Την αμφισβήτηση, όμως, του αξιακού συστήματος αυτού του πολιτισμού την βλέπουμε και από την Άκρα Δεξιά και τις αυταρχικές-λαϊκιστικές εκδοχές της. Το αποτέλεσμα των πρόσφατων αμερικανικών εκλογών έχει και αυτή τη διάσταση. Αυτό το αποτέλεσμα είναι έκφραση της υποχώρησης των δυτικών δημοκρατιών. Η φιλελεύθερη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία παύει πλέον να αποτελεί αυταξία. Δεν υφίσταται το απροσμάχητο, μέχρι πρότινος, δημοκρατικό αυτονόητο. Ο λεγόμενος «τραμπισμός», χωρίς να είναι αμιγώς ακροδεξιός, είναι το ισχυρότερο μείγμα ανορθολογισμού (π.χ. οι συνωμοσιολογικές θεωρίες), αποδοχής του αυταρχισμού του Πούτιν, επιθετική αντιμεταναστευτική πολιτική, απαξίωση των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά και του πολιτικού συστήματος της πολιτικής δημοκρατίας, που τα συνθέτει με πολιτικές αξίες. Να μη λησμονούμε ότι το αμερικανικό Σύνταγμα είναι επιτομή του πολιτικού φιλελευθερισμού, καθώς και ότι ο Τζων Ρωλς –ο πιο συγκροτημένος θεωρητικός ενός σοσιαλδημοκρατικού, πολιτικού φιλελευθερισμού– συνδέει τη διασφάλιση των ατομικών ελευθεριών με πολιτικές εγγυήσεις αντιμετώπισης των κοινωνικών ανισοτήτων. Το «να μην ξεχνάμε», όμως, δεν συνεπάγεται, κατ’ ανάγκην, ότι το λαμβάνουμε και υπόψη. Αλλιώς, η Ευρώπη δεν θα «υπνοβατούσε» (δανείζομαι την εύστοχη, ευρηματική χρήση του ρήματος από σχετικά κείμενα του Ευάγγελου Βενιζέλου, επειδή πιστεύω ότι κατοπτρίζει ακριβέστατα την ενεστώσα κατάσταση στην Ευρώπη) σκοντάφτοντας, όπως ένας υπνοβάτης επάνω σε διάφορα έπιπλα, σε πραγματικά προβλήματα, η αντιμετώπιση των οποίων απαιτεί η ίδια πλέον να αναλάβει ηγετικό ρόλο, αλλά και να αποκτήσει στρατηγική αυτάρκεια.

II.

Η επιτυχία του «τραμπισμού», καθώς και των ευρωπαϊκών ομόλογων σχημάτων του, προϋποθέτει το να καταλάβουμε τον θυμό μεγάλου μέρους των δυτικών κοινωνιών έναντι των λεγόμενων «ελίτ». Οι τελευταίες, θεωρούμενες ως φορείς προνομίων, λογίζονται σαν ένα σύγχρονο ancien régime, του οποίου οι εκπρόσωποι ευημερούν σε βάρος των πολλών. Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμη ερώτημα, που ίσως και να έχει οδηγητική αξία ως προς το να κατανοήσουμε βαθύτερα και να εξηγήσουμε επαρκέστερα το γιατί μεγάλες μερίδες των δυτικών κοινωνιών βλέπουν τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο: ποιες αντιφάσεις έχουν οι σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες, που δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες των δυτικών κοινωνιών; Αυτό το ερώτημα πιστεύω ότι μας οδηγεί στο να ψηλαφήσουμε τα χαρακτηριστικά της νέας «εποχής των άκρων». Αυτές οι αντιφάσεις δεν μπορεί παρά να συνδέονται με την ίδια την παγκοσμιοποίηση. Ως εκ τούτου, είναι αντιφάσεις και του πολιτικού φιλελευθερισμού και του επικρατήσαντος και κυριαρχούντος νεοφιλελευθερισμού. Η λεγόμενη «παγκόσμια νέα τάξη» έχει παύσει, εδώ και καιρό, να είναι ενιαία. Η αποδιοργάνωση της συνοχής της οφείλεται στην κατανομή της παγκόσμιας ισχύος λόγω της εμφάνισης νέων συντελεστών πολιτικής και οικονομικής ισχύος, όπως η Ινδία και η Κίνα και, βεβαίως, η επιθετική πλέον, αυταρχική Ρωσία. Συνεπώς, η ηγεμονική ισχύς της Αμερικής δεν είναι πλέον αδιαμφισβήτητη. Οι γεωπολιτικές εντάσεις και αντιπαραθέσεις το δείχνουν αυτό ολοκάθαρα. Αυτές συνδέονται με τους παντοειδείς εθνικισμούς και την ανατίμηση της σημασίας του εθνικού κράτους ως πεδίου ισχύος, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και ως κέντρο ανασύστασης ισχυρών συλλογικών ταυτοτήτων, οι οποίες αναδεικνύουν και αντίστοιχες παραστάσεις κοινών αξιών, που προβάλλονται ασύμβατες με άλλες, διαφορετικές από τις ίδιες, άρα ασύμβατες –και συχνά ανταγωνιστικές– με τον πολιτικό και αξιακό πλουραλισμό, που είναι δικαιικός πυρήνας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αυτή η μερίκευση όμως, σε σχέση με την έννοια του παγκόσμιου που ανέδειξε η παγκοσμιοποίηση, πλήττει και την αξία της οικουμενικότητας. Η τελευταία είναι προϋπόθεση ώστε τα ανθρώπινα δικαιώματα, εκτός από ατομικά, να είναι και οικουμενικά, υπό την έννοια ότι συνάπτονται με την αξίωση να έχουν οικουμενική ισχύ, δηλαδή να είναι σεβαστά για όλους και από όλους. Η αξίωση, βεβαίως, δεν συνιστά πραγματικότητα, αλλά χωρίς αυτήν και το οικουμενικό της κύρος πώς θα προσδιορίζαμε ως πράξεις ηθικώς αποδοκιμαστέες, έως και βάρβαρες, την παραβίασή τους;

Όμως, η πολιτική, φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία υποχωρεί και για λόγους που αφορούν την κρίση και των πολιτικών συστημάτων των ευρωπαϊκών χωρών. Η αυξανόμενη τάση, που μπορεί να ονομαστεί «αντιπολιτική» (σε αυτήν την περίπτωση, όχι «μεταπολιτική», εφόσον δεν υπονοείται ένα τέλος της πολιτικής, αλλά η απαξίωσή της, στη μορφή που την γνωρίζαμε), δοκιμάζεται στη σχέση της και με τους μετασχηματισμούς του χρηματοπιστωτικού, άυλου καπιταλισμού. Είναι δηλαδή το είδος της πολιτικής που αναδύεται μέσα από τις αντιφάσεις της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, του είδους της πολιτικής που αναδεικνύει αυτή η μορφή καπιταλισμού, καθώς και της επιθετικής έξαρσης των εκδοχών του λαϊκιστικού αυταρχισμού. Οι τελευταίες είναι εκφράσεις του δεξιού ριζοσπαστισμού, ο οποίος εκδηλώνεται ως αντισυστημισμός. Αυτό συνδέεται και με την κρίση που διέρχεται ο θεσμός του πολιτικού κόμματος, δηλαδή η κρίση των κομμάτων ως φορέων εκπροσώπησης συλλογικών, κοινωνικών συμφερόντων. Από τον 19ο αιώνα, όταν οι φιλελεύθερες ολιγαρχίες περιελάμβαναν κόμματα που εκπροσωπούσαν φορείς προνομίων σε ένα φιλελεύθερο κράτος χωρίς τις συνταγματικές εγγυήσεις της δημοκρατικής κυριαρχίας και του κράτους δικαίου, περιοριζόμενο να εγγυάται μόνο την ατομική ασφάλεια και ιδιοκτησία, καθώς και την οικονομική ελευθερία ως σχεδόν αποκλειστική μορφή ελευθερίας, μεταβήκαμε, στα τέλη αυτού του αιώνα και στις αρχές του 20ού, στα μαζικά κόμματα, στα εργατικά συνδικάτα και σωματεία, και στα σοσιαλιστικά, εργατικά, σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ως φορείς κοινωνικού μετασχηματισμού, καθώς και στα κομμουνιστικά κόμματα ως φορείς της οργανωμένης επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού. Αυτά τα κόμματα, μαζί με τους κομματικούς φορείς του δημοκρατικού συντηρητισμού, που καταφάσκει την πολιτική του κοινωνικού κράτους, δεσπόζουν κατά την τριακονταετία του ιστορικού συμβιβασμού κεφαλαίου και εργασίας. Είναι μία συνθήκη ηγεμονίας, την οποία εγγυάται η πολιτική ισχύς και αξιοπιστία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Όμως μετά την κατάρρευση της σοβιετικής εκδοχής σοσιαλισμού, η παρεπόμενη κρίση των πολιτικών ιδεολογιών καθώς και των ιστορικών της επαγγελιών, η κρίση δηλαδή της σοσιαλδημοκρατίας, του πολιτικού φιλελευθερισμού, του δημοκρατικού σοσιαλισμού, αλλά και της χριστιανοδημοκρατίας, στην πιο προοδευτική εκδοχή της, οδηγεί στην ανάδειξη μιας διαχειριστικής εκδοχής της πολιτικής. Το λεγόμενο «New Public Management» αναπροσδιορίζει τις λειτουργίες του κράτους με γνώμονα την οργάνωση και τη λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το ίδιο ισχύει και για τον σύγχρονο ρόλο των κομμάτων: γίνονται κόμματα-κομπάρσοι στην πολιτική σκηνή των δυτικών δημοκρατιών και αφήνουν τους μάνατζερ να αναλαμβάνουν ρόλο διαχειριστικού πρωταγωνιστή. Αυτό, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ισχύει και για τα Πανεπιστήμια και βαθμηδόν έρχεται και στη δική μας Ανώτατη Εκπαίδευση. Με αυτό τον τρόπο, η ίδια η έννοια του δημοσίου αγαθού υποβιβάζεται σε εκμεταλλεύσιμο, καταναλώσιμο είδος. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική: είναι πλέον καταναλώσιμη, εκμεταλλεύσιμη προς χρήση ατομικών και μόνο επιδιώξεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές έννοιες του προηγούμενου αιώνα έχουν αποσυρθεί στο προσκήνιο, ευρισκόμενες στην κατάσταση του «λάθε βιώσας». Αντιθέτως, είναι παρούσες, αλλά πολύ διαφορετικές, εμφανιζόμενες μέσα από εκδοχές και ενός νεόκοπου αριστερού ριζοσπαστισμού, ο οποίος διαγωνίζεται σε αντισυστημική απαξίωση της πολιτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας τον νεοφανή επίσης δεξιό ριζοσπαστισμό, αλλά και μέσα από την ακροδεξιά επιθετική απαξίωση των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών, που βεβαίως αναζητεί ερείσματα και στις δύο προαναφερθείσες εκδοχές του αντισυστημικού ριζοσπαστισμού.

III.

Τι μπορεί να γίνει, λοιπόν; Ποια πολιτική είναι ενδεδειγμένη και με ποια κριτήρια, ώστε να είναι επαρκής στη σημερινή «εποχή των άκρων»; Προφανώς και δεν μπορώ να δώσω ευθεία και επαρκή απάντηση. Νομίζω, όμως, ότι πρέπει να ξεκινήσουμε έχοντας επίγνωση ότι έχουμε σαφή πολιτική ταυτότητα (ο ίδιος μιλώ από τη σκοπιά της δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής Αριστεράς, που αποσκοπεί σε μία σοσιαλδημοκρατική πολιτική αντιμετώπισης των κοινωνικών ανισοτήτων και αναγνωρίζει τον δημοκρατικό σοσιαλισμό ως πολιτική δημοκρατία με κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτικό φιλελευθερισμό, εντός του αξιακού συστήματος του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού), ότι οι πολιτικές μας ταυτότητες –αριστερές και δεξιές εντός του δημοκρατικού φάσματος– δύσκολα μπορούν να χωρέσουν τις νέες πολύπλοκες αντιφάσεις και, γι’ αυτό, βρίσκονται σε στρατηγική αμηχανία και συχνά σε αλαλία, παρά την εκατέρωθεν φραστική πλειοδοσία. Οι δυνάμεις, λοιπόν, που αναφέρονται υπαρξιακά στη δυτική δημοκρατία, τη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, θα πρέπει, ανασυντασσόμενες, να υπερασπιστούν τη συνθήκη όχι μόνο της ιδρυτικής τους οργάνωσης, αλλά και της υπαρκτικής τους βεβαίωσης, ώστε να έχουν μέλλον εντός αυτής της δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια η πολιτική δημοκρατία θα πρέπει να έχει μέλλον. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη ή θα παρακμάσει ακόμη περισσότερο ή θα αποφασίσει να απελευθερωθεί από την αυτοκαταστροφική «υπνοβασία» και να μετασχηματίσει τον εαυτό της κάνοντας ένα δυναμικό άλμα προς την πολιτική της ενοποίηση και τη στρατηγική της οργάνωση. Αυτό θα ανοίξει αντίστοιχη προοπτική και για τη χώρα μας, προκειμένου και η ίδια να συμβάλει σε αυτήν την κατεύθυνση. Αυτό, όμως, συνεπάγεται και το να αναγνωρίσουμε, πέρα από οποιαδήποτε αριστερή και δεξιά αυτοβεβαίωση –όπου ανήκει ο καθένας δηλαδή– το εύρος των δημοκρατικών ιδεολογιών, που είναι και σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες και κάπως πιο συντηρητικές και κάπως πιο ριζοσπαστικές, ώστε να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία και την αξιακή σύμφυσή της με το κράτος δικαίου, να μειώσουμε τις κοινωνικές ανισότητες, για να περιορίσουμε την πολιτική υποαντιπροσώπευση και την απαξίωση των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών, να αντισταθούμε σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, ιδεολογικού φονταμενταλισμού, που ενδημεί σε εκδοχές τόσο του συντηρητισμού όσο και του καταγγελτικού και «ακυρωτικού» της ελευθερίας της έκφρασης και της σκέψης προοδευτισμού, χωρίς να ταυτίσουμε, όμως, με αυτές τις εκδοχές την υπεράσπιση των ίσων δικαιωμάτων για όλους, σε αναφορά προς τις ίσες υποχρεώσεις όλων μας. Η υπεράσπιση του πλανήτη, η αντιμετώπιση των τεχνολογικών εξελίξεων, ιδίως της τεχνητής νοημοσύνης, που θα επηρεάσει την ίδια την πολιτική, αλλά και την καθημερινή, εργασιακή ζωή, η υπεράσπιση πρωτίστως της αξίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ίδιας της αξίας του ανθρώπου, ως προϋπόθεσης για την ίση αναγνώριση και την ισότιμη συνύπαρξη όλων, είναι «τα νέα καθήκοντα, στη νέα κατάσταση» (για να θυμηθούμε, φιλοπαιγμόνως, αλλά με μεγάλο σεβασμό στην Ιστορία, και μια χαρακτηριστική «ζαχαριαδική» φράση), δηλαδή είναι οι ατομικές και συλλογικές μας δεσμεύσεις εντός του δύσκολου παρόντος και του αναγκαίου, για την πολιτισμένη ανθρωπότητα, μέλλοντος της φιλελεύθερης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δηλαδή του πολιτικού και αξιακού μας πλανήτη. Αλλιώς, οι προεκτεθείσες αντιφάσεις, δυσκολίες και κρίσεις θα αρχίσουν να μοιάζουν ανησυχητικά πολύ με τις αντίστοιχες των αρχών του 20ού αιώνα, δηλαδή μιας άλλης, ιστορικά καταγεγραμμένης –και επικίνδυνα, για εμάς τώρα, απωθημένης– «εποχής των άκρων». Γιατί, άλλο η προσδιορισμένη, αναλογική ομοιότητα και άλλο η αμείλικτα πραγματική…

⸙⸙⸙

[Ο Στέφανος Δημητρίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.]

Κύλιση στην κορυφή