Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Je est un autre / séquence Rimbaud

[fragmenta, 189-220] / Οκτώβριος 2024

Track#189 / Οι αναμνήσεις ως συλλογικός κόλαφος στην παρειά της οδυνηρής, ενίοτε, και χαμερπούς πραγματικότητας.

Track#190 /  θὰν τὴν τσακίσω ἐγώ τὴν νοσταλγία σου / Νίκος Εγγονόπουλος

Track#191 / Ligature your etceteras [Eva H. D. / J&F]

Track#192 / “There is no title. But I call it my girlfriend” / [Charlie Kaufman, Antkind]

Track#193 / From Here Whence We’ve Come to Yonder Where We’re Going

Track#194 / EyeAdornoU

Track#195 / A woman wanders the streets of New York City, takes buses and trains, sits in bars and coffee shops, experiencing the city’s diverse neighborhoods, while thinking about her life, her loneliness, unrequited love. She finds moments of communion with various people she meets along the way and with the city itself. DIRECTED BY Charlie Kaufman WRITTEN BY Eva H.D.

Track#196 / Somerset Maugham, Άσεντεν ή ο Βρετανός πράκτορας:  Συμπαθούσε τους ανθρώπους γι’ αυτό που είναι, όχι επειδή δεν αντιλαμβανόταν τα λάθη τους. Δεν τον πείραζαν τα σφάλματά τους· αντίθετα τα δεχόταν ανασηκώνοντας υπομονετικά τους ώμους ή τα δεχόταν επειδή τους απέδιδε αρετές τις οποίες δεν είχαν. Και αφού έκρινε τους φίλους του με ειλικρίνεια, δεν τον απογοήτευαν ποτέ, οπότε σπάνια έχανε κάποιον. Δεν ζητούσε από κανέναν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να δώσει.

Track#197 / Tην τελευταία ημέρα του Σεπτεμβρίου του σωτηρίου έτους 2024, Δευτέρα ήταν, σημείωσε στο τετράδιο εργασίας του ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος: Arthur Rimbaud / Jarama Valley / Charlie Kaufman

Track#198 / C’est en mai 1871 qu’Arthur Rimbaud pose sa célèbre affirmation. Il le fait à deux reprises. Dans une lettre à Georges Izambar, datée du 13 mai, il écrit : «Je veux être poète, et je travaille à me rendre Voyant : vous ne comprendrez pas du tout, et je ne saurais presque vous expliquer. Il s’agit d’arriver à l’inconnu par le dérèglement de tous les sens. Les souffrances sont énormes, mais il faut être fort, être né poète, et je me suis reconnu poète. Ce n’est pas du tout ma faute. C’est faux de dire : Je pense : on devrait dire on me pense. Pardon du jeu de mots. Je est un autre. Tant pis pour le bois qui se trouve violon, et Nargue aux inconscients, qui ergotent sur ce qu’ils ignorent tout à fait ! »

Track#199 / Deux jours plus tard, dans une autre lettre, cette fois à Paul Demeny, il précise : « Car Je est un autre. Si le cuivre s’éveille clairon, il n’y a rien de sa faute. Cela m’est évident : j’assiste à l’éclosion de ma pensée : je la regarde, je l’écoute : je lance un coup d’archet : la symphonie fait son remuement dans les profondeurs, ou vient d’un bond sur la scène. (…) La première étude de l’homme qui veut être poète est sa propre connaissance, entière ; il cherche son âme, il l’inspecte, il la tente, l’apprend. Dés qu’il la sait, il doit la cultiver (…) Je dis qu’il faut être voyant, se faire voyant. Le Poète se fait voyant par un long, immense et raisonné dérèglement de tous les sens. (…) Puisqu’il a cultivé son âme, déjà riche, plus qu’aucun ! Il arrive à l’inconnu, et quand, affolé, il finirait par perdre l’intelligence de ses visions, il les a vues ! »

Track#200 / Viel Glück & Soul Kitchen

Track#201 / Vicks Inhaler

Track#202 / … till the sun went and a blue wind of silence touched human faces and hair. When we came out of the mud we had names [WSB, Soft Machine]

Track#203 / Και να, ιδού, βουαλά, που έρχονται όλα, τρέξτε τα όλα (διαλαλούσε ο Benjamin Péret) & έρχεται ο Bingo Gazingo [Murray Wachs (02.06. 1924 – 01.01. 2010)], έρχονται οι Flaming Lips, ο Αντώνης Ρεπἀνης έρχεται κι ο γιος του ο Μανώλης, ο Arthur Rimbaud παρατάει το Χαράρ και στην Κυψέλη έρχεται, θα έρθει κι ο Denis Lavant παρέα με τον Αλέξανδρο σε δέκα μέρες, κι η Eva H. D. κι ο κύριος Charlie Kaufman σε δώδεκα, στο Κυψελάκι κι αυτοί, η Μεταμοντέρνα Βεατρίκη έχει ήδη έρθει, κι επίσης έχει ήδη έρθει ο Γιάννης Ρίτσος με το Διάδρομος και Σκάλα, ήρθε κι ο Mitch Ryder με τη slow motion ερμηνεία του ύμνου “Soul Kitchen’’, κι ο Βαρώνος Βάσος ήρθε φορτωμένος μ᾽ ένα καμιόνι τζέιμς αναμνήσεις, και θα έχει έρθει (μέρες δύο υπολείπονται) ο Ευγένιος Αρανίτσης δραπετεύοντας από την εθελούσια απομόνωσή του, μαζί του και οι Τρεις Μεταμοντέρνοι Σωματοφύλακες, ο Σωκράτης Τάτζιο, ο Σάββας Ευρυμαθής, κι ο Πάνος Όσιος — χαρές και πανηγύρια κι ό,τι θυμάμαι χαίρομαι και ανάβω ένα κεράκι στης ποίησης το δάσος και τα σκυλιά λυμένα και αποτίναξον το φως και τον σατανά απεταξάμην και φέξε μου και γλίστρησα και σφάξαμε φακές να φάμε τα εντόσθια και μας καθάρισαν αβγά και τζιτζίκια πεταλώσαμε [σημείωσε περιχαρής ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, μετά την τρίτη βότκα, στις 10:54, εκείνο το ευλογημένο πρωί του ηλιοτροπίου και της 28ης Οκτωβρίου του σωτηρίου έτους 2024]

Track#204 / [Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου ούτε το χαβιάρι του φτωχού / René Crevel]

Track#205 / Nous sommes les partisans de l’oubli. Nous oublierons le passé, le présent qui sont les nôtres. Nous ne reconnaissons pas nos contemporains dans ceux qui se satisfont de trop peu.

Track#206 / …οπαδοί της λήθης.

Track#207 / Ως προς αυτά δεν ξέχασα τίποτα. Ήταν το κρύο στο μπαλκόνι, τα χοντρά θαλπερά σκεπάσματα, το χιόνι κι ο αχνός ήχος που άφηναν οι νιφάδες, το βλέμμα της όταν σήκωνε το κεφάλι από τους Δαιμονισμένους, τα μακριά της δάχτυλα όταν κρατούσε το μολύβι και σκάρωνε το προσχέδιο ενός ποιήματος, η πορσελάνη στα ρουθούνια της, το αλάβαστρο στο κούτελό της, εκείνος ο αστράγαλος, το μαργαριτάρι, το γέλιο της το εωθινό, το πώς σκοτείνιαζε άξαφνα το πρόσωπό της όταν την κυρίευε, έστω φευγαλέα, μια ζοφερή σκέψη, το πλατάγισμα των χειλιών της ύστερα από μια γουλιά κόκκινο κρασί.

Track#208 /  I don’t know if she’s telling the truth, but she is beautiful. So I tell her I’ll sleep on it. Then I wake up.” / [Charles Kaufman, Antkind]

Track#209 / Προς το παρόν αλητεύω όσο περισσότερο μπορώ. Γιατί; Θέλω να είμαι ποιητής, και πασχίζω να γίνω Προφήτης. Δεν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, και σχεδόν δεν μπορώ να το εξηγήσω. Σημαίνει να φτάσεις στο άγνωστο μέσα από την εκτροπή όλων σου των αισθήσεων. Κόπος τεράστιος, μα πρέπει να είσαι δυνατός και γεννημένος ποιητής, κι εγώ τό ʼχω νιώσει πως είμαι. Το λάθος δεν είναι δικό μου. Είναι λάθος να λέμε: εγώ σκέφτομαι — θά ᾽πρεπε να λέμε, σκέφτεται κάποιος μέσα μου. — Συγγνώμη για το λογοπαίγνιο. ΕΓΩ είναι ένας άλλος. Τόσο το χειρότερο για το ξύλο που βρέθηκε νά ʼναι βιολί, κι ας πάν’ να χαθούν άμυαλοι που λογομαχούν για πράγματα που αγνοούνε τελείως! / [Ρεμπώ, μτφρ. Στρατής Πασχάλης, εκδ. Κάπα, σ. 237]

Track#210 / Ένα μέτριο αχλάδι έχει περίπου 102 θερμίδες, 27 γραμμάρια υδατανθράκων, 0 γραμμάρια χοληστερόλης, 0,2 γραμμάρια λίπους, 6 γραμμάρια φυτικών ινών, 0,6 γραμμάρια πρωτεΐνης, 1 χιλιοστόγραμμο νατρίου, 17 γραμμάρια ζάχαρης. Ένα μέτριο αχλάδι σας δίνει επίσης: 8 χιλιοστόγραμμα βιταμίνης C 9% της ημερήσιας συνιστώμενης δόσης (DV), 8 μικρογραμμάρια βιταμίνης Κ (7% DV), 0,05 χιλιοστόγραμμα βιταμίνης Β6 (5% DV), 206 χιλιοστόγραμμα καλίου (4% DV).

Track#211 / O Antonin Artaud, σύμφωνα με μαρτυρία του André Breton —σημείωσε στο τετράδιο εργασίας του ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, στις 19 Οκτωβρίου, του σωτηρίου έτους 2024, πειραματίστηκε με τη λεγόμενη εκτροπή ή/και διασάλευση των αισθήσεων, τρώγοντας μόνο ένα πράσινο μήλο ημερησίως, κάτι που τον οδήγησε στη συγγραφή παραληρηματικών κειμένων υπό το κράτος παραισθήσεων, ενώ εμείς, η Μεταμοντέρνα Βεατρίκη κι εγώ, πειραματιστήκαμε παρεμφερώς, και ασμένως, ας σημειωθεί, με τα αχλάδια, ώστε να φτάσουμε σε επίπεδα αλληλοπεριχώρησης απροσπέλαστα έως τότε.  

Track#212 / Γιατί, Εγώ είν’ ένας άλλος. Αν ο χαλκός ξυπνά κι είναι σάλπιγγα, δεν φταίει εκείνος. Για μένα είναι αυτονόητο: είμαι παρών εκεί που η σκέψη μου εκκολάπτεται: την κοιτώ, την ακούω: χτυπώ μια νότα με το δοξάρι: η συμφωνία αναδύεται στα βάθη ή πετάγεται μ’ ένα πήδημα στη σκηνή […] Πρωταρχική μελέτη του ανθρώπου που θέλει νά ʼναι ποιητής είναι η τέλεια γνώση του εαυτού του. Ερευνά την ψυχή του, την ψηλαφεί, τη δοκιμάζει, τη μαθαίνει. Απ’ τη στιγμή που την ξέρει, οφείλει να την καλλιεργήσει […] Εννοώ ότι πρέπει να είσαι Προφήτης, να γίνεις Προφήτης. Ο ποιητής γίνεται Προφήτης μέσα από μια μακρόχρονη, ηρωική και λελογισμένη απορρύθμιση όλων των αισθήσεων […] Αφού καλλιέργησε την ψυχή του, είναι πλουσιότερος απ’ τον οποιονδήποτε! Φτάνει στο άγνωστο, κι εκεί που, τρελαμένος, θα κατέληγε να χάσει τη γνώση των οραμάτων του, τα αντικρίζει! / [Ρεμπώ, μτφρ. Στρατής Πασχάλης, εκδ. Κάπα, σσ. 240-242]

Track#213 / Σήμερα, 27.10. 2014 : Reading / Lou Reed [11 years] / Jacticate / Σαν χθες ο Τιτάνας Νίκος Καζαντζάκης· απεβίωσε / Ακούω μανιωδώς Μάρκο & Παγιουμτζή & Μπαγιαντέρα / Πίσω απ’ το βλέμμα του Rimbaud / «Μα είναι μόλις είκοσι χρονών!» με προειδοποιούν / «Μα είναι ενήλικη», αντιτείνω (ασκαρδαμυκτί) / Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα / i have eaten the flame / i adornoYou / i copypaste: like thucydides, my mind is full of complements / i copypaste: jacticate / Ο Rimbaud στην Παρισινή Κομμούνα — ισχύει; / Εντελώς απονενοημένο & τρελό να διαβάζεις την Αναφορά στο Γκρέκο ύστερα από ακριβώς σαράντα εννέα χρόνια, ή όχι; / Αποτίναξον την μνήμην αυτών μάλλον ή δυσωδίαν βορβόρου / Από το βάθρο προτιμούσε τον βόθρο· ο Cioran / Τάχος τον σταυρόν  αποτίναξον, θαυμασίως τον κλαυθμόν άκουσον, νύκταν και ημερησίως / Sleep no more! Glamis hath murdered sleep! / ύπνον αποτίναξον, καί σπουδαίως επαγρύπνησον / Την αμέλειαν, νωθρότητα και ραθυμίαν αποτίναξον, ως και πάντα βαρύν όκνον / Το φως αποτίναξον [σε Α4, με μολύβι, στο τρίτο συρτάρι στο γραφείο του φύλασσε ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος τούτες τις σκόρπιες φράσεις/καταγραφές που, όσο κι αν έμελλε να φανούν (ακόμα και στον ίδιο) ασυνάρτητες δύο χρόνια μετά τη συγγραφή τους, εντούτοις, όπως τα γεγονότα και κάποιοι, ευάριθμοι —φυσικά!— νεαροί φιλόλογοι έδειξαν, οι εν λόγω σημειώσεις διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στη σύνθεση του Δεύτερου Βιβλίου του Μυθιστορήματος]

Track#214 / Η φρικαλεότητα της φράσης: Τον τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί

Track#215 / Η κρυπτικότητα της φράσης: Έλεγαν ότι η λήθη είναι το κυρίαρχο πάθος τους

Track#216 / Jettison the Light !

Track#214 / Το μεγαλείο της φράσης: Της μίλησε για τον Kurt Schwitters, κι εκείνη τον φίλησε στον λαιμό

Track#215 / Το φως αποτίναξον!

Track#216 / «Η γλώσσα του είναι νέα, χρωματισμένη, βίαιη, σαρκική και “χαρούμενη” με την υλική αίσθηση της λέξεως, περισσότερο από ελεύθερη: αχαλίνωτη. Και ταυτόχρονα είναι προφανής, τείνει προς την απλή και καθαρή έκφραση χωρίς κανένα βάρος. Όλα είναι ελαφρά, αέρινα, σαν μια ωραία ακουαρέλα που έγινε με “γρηγοράδα” (ο Ρεμπώ αγαπά αυτή τη λέξη), με μια απλή κίνηση του πινέλου. Ο Ρεμπώ διέγραφε λίγο, πετύχαινε με το πρώτο», υπογραμμίζει ασμένως ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος στη σελίδα 14 του πολύτιμου τομίδιου Arthur Rimbaud — Γράμματα από το Χαράρ, εισαγωγή: D & N. Petifaux, επίμετρο: Jérôme Vérain, μετάφραση: Απόστολος Καρούλιας, εκδόσεις Άγρα.

Track#217 / Δεν κοιμόταν πια(Glamis hath murdered sleep, etcetera), δεν κωλυσιεργούσε, δεν άφηνε να περάσει μέρα χωρίς να διαβάσει Θουκυδίδη Ρίτσο Καζαντζάκη, δεν εγκατέλειπε τον διάδρομο, δεν απομακρυνοταν από την σκάλα, δεν παρέλειπε να ποτίσει την καλαγχόη την ορτανσία τη μυρτιά, δεν άφηνε τους δίδυμους γάτους (Mr Beckett & Mr Burroughs) ατάιστους, δεν λησμονούσε να γεμίζει το βαζάκι με καραμέλες ραντεβού κάθε πρώτη του μηνός, δεν ξεχνούσε ν’ αερίζει τα υπνοδωμάτια και τη σάλα κάθε πρωί, δεν επέτρεπε να κυλήσει μήνας δίχως να περιπλανηθεί στις σελίδες του Γλαύκου Θρασάκη, δεν διανοούνταν ότι θα ξέμενε ποτέ από αχλάδια μήλα αβοκάντο, δεν σκιαζόταν πια τις αστραπές, δεν έστεργε να συναγελάζεται με  μνησίκακους, δεν ενέκρινε τους αλλαξοπιστήσαντες, δεν σκοτιζόταν για τα κοινόχρηστα, δεν μεριμνούσε για το αύριο, δεν απέστρεφε το βλέμμα από το κάλλος— ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, μετά τα εξηκοντά τέταρτα γενέθλιά του, κοντοζυγώνοντας τα εξηκοστά πέμπτα. 

Track#218 / Παράξενο, σκέφτηκε ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, το γεγονός ότι ενώ ουδέποτε έχω ζήσει κάτι τέτοιο, ενώ επ’ ουδενί δεν ταυτίζομαι, ενώ σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να βιώσω κάτι τέτοιο, με συγκινεί τόσο πολύ το τραγούδι του Μητσάκη «Σούρουπο με συννεφιά» και δη οι καταληκτικοί του στίχοι «Έφυγα μες στη βροχή γιατί παρεξηγήθηκα /  Κι απ’ το θυμό μου όλη τη νύχτα για σένα / Δεν κοιμήθηκα».

Track#219 / Φιλοσοφάρω, θυμόταν· κι αισθανόταν, ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος,  ότι τιτρώσκεται η αξιοπρέπειά του κάθε φορά που ενέδιδε σε κραιπάλες τις οποίες δεν είχε εγκρίνει αλλά στις οποίες διολίσθαινε ενίοτε· μολοντούτο, σε ορισμένους κύκλους ήταν περιλάλητος για την ευκολία του να συγχωρεί τον εαυτό του και να γίνεται πάραυτα οπαδός της λήθης (Debord, κτλ), συνεπώς, όπως ακόμα κι ένας πρωτοετής της συμπεριφορικής ψυχολογίας ή μια, επίσης πρωτοετής, φοιτήτρια της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστήμιου, μπορεί εύκολα να συναγάγει, δεν διατηρούσε παρά ελάχιστες, έως καθόλου, σχέσεις με τη λεγόμενη μεταμέλεια, είχε άλλωστε θέσει ως μότο σε ένα έργο του, που είχε εκδώσει το 1997, το Βιβλίο Συμβάντων και Αναφορών,τη φράση του Marcel Duchamp, «Δεν έχω να σας πω περισσότερα, δεν νιώθω τύψεις».

Track#220 / Ἱστοριῶν ἐνάτη ἐπιγραφομένη Καλλιόπη

Κύλιση στην κορυφή