Δημήτρης Ελευθεράκης ή Ρέκβιεμ για έναν φίλο
Μου φαίνεται δύσκολο, αδιανόητα δύσκολο και παράλογο να βρίσκομαι σήμερα στη θλιβερή θέση να γράφω ένα κείμενο στη μνήμη του Δημήτρη Ελευθεράκη. Φίλου ακριβού και σημαντικού ποιητή που χάθηκε ξαφνικά πριν από λίγο καιρό. Δηλώνω εξ αρχής την αμηχανία μου, την αδυναμία να σκεφθώ ένα κείμενο με τον τρόπο που κάνω συνήθως, θέτοντας σε κίνηση τους συνήθεις μηχανισμούς της γλώσσας, επικαλούμενος τη μάταιη αλχημεία του λόγου, όλες τις σοφιστείες και τα τεχνάσματα που ένας συγγραφέας επιστρατεύει για ν’ αναμετρηθεί με το έτσι κι αλλιώς αδύνατο και απ’ την αρχή χαμένο στοίχημα της γραφής.
Θα προσπαθήσω ωστόσο εδώ να πω αυτά τα ελάχιστα και αδέξια λόγια στη μνήμη ενός ανθρώπου σπάνιου, ο οποίος με τίμησε αληθινά και άδολα με τη φιλία του. Τώρα που τον σκέπτομαι από την αρχή και ξαναδιαβάζω τα ποιήματα που έγραψε, τώρα που αναπολώ τις συναντήσεις και τις συζητήσεις μας και τον βλέπω φωτισμένο από το αδιανόητο φως του θανάτου, πιστεύω ότι έζησε τον λιγοστό χρόνο που του δόθηκε με τους αγκώνες, όπως γράφει κάπου ο Γιάννης Ρίτσος, στηριγμένους στην ποίηση αλλά επιπλέον ήταν προικισμένος, το υποψιαζόμουν τότε και είμαι σήμερα βέβαιος, με την οξύτατη διαίσθηση που τον έκανε να κατανοεί ότι ούτε η ποίηση από μόνη της αρκεί για να δικαιώσει και να στηρίξει μια ζωή ολόκληρη. Ποίηση και ζωή, το γνώριζε καλά, είναι ένα και το αυτό άγιο πνεύμα, αδιαχώριστο και αδιαίρετο, και ο ποιητής μένει μισός αν δεν πατά γερά στον ουρανό και στη γη ταυτόχρονα.
Ο Δημήτρης Ελευθεράκης έφυγε ξαφνικά τη στιγμή που καινούργιες ιδέες ωρίμαζαν μέσα του και η σκέψη και το βαθύ του ποιητικό ένστικτο κατευθύνονταν προς περιοχές καινούργιες που σε μας θα παραμείνουν παντοτινά άγνωστες. Θα τον σκεπτόμαστε με νοσταλγία και θλίψη στα χρόνια που θα ʼρθουν. Θα τον σκεπτόμαστε πάντα σαν έναν ευγενικό και αθώο Ελπήνορα που χάθηκε κι αυτός νωρίς, που πέρασε ανάμεσά μας για μια στιγμή μόνο και χάθηκε γρήγορα όπως τα βιαστικά σύννεφα. Τώρα έχει κι αυτός την τρομερή όψη του αγγέλου όπως έγραψε κάποτε σ’ εκείνο το συγκινητικό Ρέκβιεμ για ένα φίλο. Έφυγε την ώρα που ζούμε όλοι κάτω από την απειλητική σκιά της γκρίζας πανούκλας, αυτή τη θλιβερή εποχή που όπως έχει ειπωθεί ήδη αλλού, είναι η εποχή του αδύνατου, του ανολοκλήρωτου πένθους και νιώθω ότι η πρόωρη απώλειά του θα σημαδέψει βαθιά τη γενιά μας που ξεκίνησε κάποτε ορμητικά και, θέλω να πιστεύω, μ’ έναν αέρα αθωότητας. Τώρα το πλοίο εισέρχεται στο λιμάνι, αλίμονο, με μαύρα πανιά. Κάτι σαν μια πιστολιά τέλους ακούστηκε, υπάρχει πια μια σκιά θανάτου ανάμεσά μας, ένα ράγισμα, μια απώλεια ανεπανόρθωτη και τίποτα πια δεν μπορεί να είναι όπως πριν. Για εμάς τους υπόλοιπους όμως, για όλους εμάς που προς το παρόν παραμένουμε σ’ αυτή την όχθη αν και περισσότερο θλιμμένοι, πιο ευάλωτοι από ποτέ άλλοτε, σαστισμένοι και αβέβαιοι για το μέλλον, υπάρχει το χρέος να κρατήσουμε ζωντανή τη φλόγα του κεριού τιμώντας τη μνήμη του φίλου που χάσαμε, να μην εγκαταλείψουμε ποτέ το δονκιχωτικό όραμα του εξευγενισμού του κόσμου και του ανθρώπου, να συνεχίσουμε προσπαθώντας να μεταμορφώσουμε αυτό το ανολοκλήρωτο, λόγω της πανδημίας, πένθος σε ποίημα λυτρωτικό και φως ιλαρόν, σε εγκώμιο και ύμνο της ζωής και κυρίως ας θυμόμαστε πάντα ότι, όπως ο ίδιος κάποτε έγραψε, η ποίηση είναι ένα γιγαντιαίο project αγάπης.
Οι «αποχαιρετισμοί» του Δημήτρη Ελευθεράκη
Η απώλεια του Δημήτρη Ελευθεράκη είναι μεγάλη και βαρύνουσα. Χάσαμε έναν ποιητή που έδωσε μορφή σε έναν λόγο που σπανίζει, τον λόγο «για τα έσχατα πράγματα» [1]. Το ποιητικό του σύμπαν, κατοικημένο από νεκρούς ποιητές και τις μετενσαρκώσεις τους, από ψυχές «αγγέλων που λαμπαδιάζουν» και από «εσταυρωμένους σαλτιμπάγκους», είναι απερίφραστα εκτεθειμένο στα έσχατα. Τα πρόσωπα των μεγάλων ποιητικών μύθων εκείνος τα ανταμώνει στην αρχέγονη ερημία κι εκεί ανασμιλεύει, σαν ταπεινός ιχνηλάτης, τη μορφή του Ομήρου, του Οβίδιου, του Μάντελσταμ, του Παστερνάκ, των ποιητών που νίκησε ο Άδης αλλά όχι ο χρόνος.
Όσο γι’ αυτήν εδώ την ψυχή, μακάρι να μην ταξιδέψει
προς τα πάνω ή προς τα κάτω παρά μόνο διαβαίνοντας
την εύκρατη κοιλάδα των μετενσαρκώσεων
να φέρει μαζί της τα μικρά σωματίδια ενός ραγισμένου δοχείου
ένα δροσερό πρωινό που κάποιος θα βλέπει
το μακρύ μανίκι του να ξεχειλίζει
από εκείνο το ζώο που είναι το χέρι του(«Μετενσαρκώσεις», Άσπρα μήλα)
Ο Δημήτρης Ελευθεράκης ασκήθηκε σε μια ποίηση που θα την ονόμαζα «των αποχαιρετισμών». Το 2005 στη Θεσσαλονίκη έγραψε μια σειρά με ποιήματα αφιερωμένα σε Ρώσους ποιητές. Ήταν τα ποιήματα της συλλογής Η Στέππα. Τα πρωτοδιαβάσαμε σε χειρόγραφο [2]. Ήσαν ποιήματα που επιχειρούσαν με μεγάλη ένταση την μυστική επανένωση με τον Άλλο μέσα από τη μεταφορική και υπαινικτική γλώσσα της ποίησης. Οι Ρώσοι ποιητές ήσαν εκείνοι που βίωσαν περισσότερο από άλλους στον αιώνα μας τον κατατρεγμό, την εξορία, τον θάνατο, την ποίηση εν διωγμώ. «Του χωρισμού την επιστήμη έχω σπουδάσει /Μες στις λυσίκομες της νύχτας οιμωγές» έγραφε ο Μάντελσταμ [3]. Στους ποιητές που σπούδασαν την επιστήμη του χωρισμού, δεν ταιριάζουν τα μνημόσυνα, παρά μόνο ένα ευγενικό νεύμα αποχαιρετισμού, μέχρι να ξαναβρεθούν στον ευκτήριο οίκο όπου συγκατοικούν οι εξόριστοι ποιητές των αιώνων.
Εάν ο θάνατος ενός ποιητή είναι ο τελευταίος κρίκος στην
αλυσίδα των επιτευγμάτων του,
τότε το τέλος του ποιήματος είναι η αρχή της εξορίας,
Οβίδιε.(«Οσίπ Μάντελσταμ», Η Στέππα)
Η ποίηση για τον Ελευθεράκη είναι το αχνό φως που φωτίζει τα σκοτάδια της Ιστορίας.
Σβήσε το φως· ένα κερί αρκεί
για να φωτίσει την στολή της ψυχής-
μεθαύριο θα μας δεξιωθεί
ο Ιησούς της Ιστορίας.(«Ιωσήφ Μπρόντσκι», Η Στέππα)
Η ποίηση του 20ού αιώνα, αιώνα των παγκόσμιων πολέμων, έγινε τέχνη ενός ζοφερού τοπίου, με λιγοστά ξέφωτα που μόνο η μνήμη μπορεί να φτάσει. Κι ο Δημήτρης Ελευθεράκης με τη Στέππα στράτευσε τη φωνή του σ’ αυτήν την θρηνητική και ευλαβική παράδοση της μνήμης. Στο Ρέκβιεμ για έναν φίλο (2005), ποίημα αποχαιρετισμού για τον Ηλία Λάγιο, ο ποιητής παρουσιάζει τους «φύλακες αγγέλους» που οραματίστηκε ο Χέλντερλιν, τους «τρομερούς αγγέλους» του Ρίλκε, να παραστέκουν στον θάνατο των ποιητών σωπαίνοντας.
Ανάμεσα στο σκοτεινό και το γαλάζιο αστράφτουν οι άγγελοι. Όμως οι ουράνιοι
ξέρουν καλά την όψη μας να προστατεύουν
από τη λάμψη των φτερών τους· μας δίνουν το λυκόφως.
[…]
Μα κοίτα· πέφτει επάνω στο γυαλί του παραθύρου
μια μεταφυσική ψιχάλα.
μαζί με την απόλυτη βεβαιότητα
ότι δεν αφουγκράζεσαι από κάπου τις σκέψεις μου.
Όμως αυτή η σιωπή των αγγέλων είναι που δίνει φωνή στους ποιητές. Δικό τους έργο είναι οι αποχαιρετισμοί, τα «adieux», τα «εγκώμια». Μετά τη Στέππα και το Ρέκβιεμ για ένα φίλο, στην επόμενη συλλογή του, τα Εγκώμια (2013), θα συνυφάνει πένθιμα εγκώμια, μαζί με «εγκώμια άλατος», όπως ονόμαζαν οι αρχαίοι τους σκωπτικούς λόγους, φτιάχνοντας ένα αμάλγαμα γλυκόπικρης ποίησης για να αποχαιρετίσει πρόσωπα της ιστορίας και του μύθου, προτομές «αθανάτων», αγάλματα ηρώων, πλάι σε τραγικές φιγούρες των αφανών. Εδώ χαιρετά λυρικά αλλά και σαρκαστικά, και οργισμένα:
Δεν είναι αυτή πατρίδα για κανέναν!
Στο φως του Άδη πισωγύρισε και χάσου
Με ξύλινο άλογο σε ψεύτικη αρένα
και πλαστικό περίστροφο, θα ‘ρθω κοντά σου.«Περικλής Γιαννόπουλος», Εγκώμια
Το ποίημα που προτάσσει στη συλλογή Εγκώμια, είναι μια επιστολή που γράφει ο Μαρσύας στον Απόλλωνα, αλλά κι ένας χαιρετισμός στον Καρυωτάκη, τον Σεργκέι Γεσένιν, την Μαρίνα Τσβετάγεβα:
Τουλάχιστον θα έχω παίξει τον αυλό
(αυτή την τέχνη της αναπνοής)
κι ύστερα θα ’μαι ολόκληρος μία πληγή:
το αίμα μου θα γίνει πίδακας,
οι μύες μου θα κρέμονται γυμνοί, κι οι φλέβες μου
θα πάλλονται στον ανοιχτό αέρα σαν χορδές.
[…]
Και το τομάρι που θα κρέμεται απ’ τα κλαδιά μιας λεύκας
θα λέει: είναι του θεού η τέχνη, όχι δική μου.«Επιστολή του Μαρσύα στον Απόλλωνα»
Τα ποιήματα της συλλογή Εγκώμια (2013) προσθέτουν στη μνήμονα φωνή την ειρωνεία του θνητού μπροστά στους ίσκιους των «αθανάτων». Με βλέμμα αμείλικτο ο ποιητής περιπλανιέται στις στενωπούς της ιστορίας:
[…] Η ιστορία είναι μια επιτύμβια πλάκα
με αριθμούς κι ονόματα. Κι ο ποιητής
μια πολυμήχανη σκιά που ασπρίζει στο φως.(«Οδυσσέως δίκη», Εγκώμια)
Τι σημαίνουν τα ποιήματα αποχαιρετισμών του Δημήτρη Ελευθεράκη; Η σκέψη αυτή με βασανίζει από παλιότερα. Γιατί διαλέγει αυτόν τον τρόπο για να ρίξει το «λυρικό βέλος» του; Αποχαιρετά τους θνητούς πριν εισέλθουν στην αιωνιότητα; Δεξιώνεται τους νεκρούς για να κρυφοκοιτάξει αυτό που είδε ο Ορφέας; Εδώ μπορώ μόνο να εκφράσω μια σκέψη μου, ότι ίσως οι αποχαιρετισμοί του Δημήτρη Ελευθεράκη μπορούν να διαβαστούν σαν μια σύγχρονη «μελέτη θανάτου», που γίνεται σκοπός και στάση ζωής· σ’ αυτήν, ζωτική θέση έχει η μνήμη, η μνημόνευση, η αναμνημόνευση που γίνεται συμφιλίωση με τον θάνατο και αγάπη για τη ζωή. Το ποίημα επιστρέφει στην πηγή του, γίνεται κραυγή, ευχή, προσευχή, αγάπη. Ίσως ο ποιητής του Ρέκβιεμ και των Εγκωμίων θέλει να μας θυμίσει ότι αυτός είναι ο κύριος ρόλος του ποιητή «σ’ έναν μικρόψυχο καιρό», κι ανάλογα χαράζει την πορεία του. Η επίγνωση των ηθικών προβλημάτων που ανέκυψαν στην ανθρώπινη κοινότητα μετά από τη μαζική εξόντωση εκατομμυρίων άμαχων έγινε προσωπική ευθύνη του καθενός, κι έτσι την προσέλαβε κι ο ίδιος, που επί χρόνια στη Γερμανία ασχολήθηκε με το Ολοκαύτωμα. Ίσως μέσα από αυτήν την προσωπική εμπειρία αισθάνθηκε ότι η γραφή για τον ανθρώπινο κατατρεγμό και τον θάνατο δεν είναι καθήκον αλλά δικαίωμα που κερδίζεται: «όταν η ιστορική εμπειρία γίνεται βίωμα προσωπικό, πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης κερδίζει [αυτό το] το δικαίωμα» [4].
Τα ποιήματά του Δημήτρη Ελευθεράκη συνθέτουν έναν κόσμο ανοιχτό στην φυσική και μεταφυσική α-πορία, αλλά όχι στην ποίηση που «κλείνεται αυτάρεσκα σε μια κουραστική αυτοαναφορικότητα», ή σε μια «τουριστική αντίληψη της ζωής και της τέχνης» [5]. Τα μεγάλα ηθικά διλήμματα, όμοια με την «πληγή» που από μέσα της βγαίνει το ποίημα [6], κατευθύνουν τον μετρημένο και είρωνα λυρισμό του.
«Θα με ενδιέφερε περισσότερο ο Θεός που φανερώνεται στον άλλο ως πρόσωπο, ένα πέρασμα δηλαδή από την μεταφυσική στην ηθική», γράφει ο Ελευθεράκης. Η έγνοια για το άγνωστο και το έσχατο, η συνείδηση της ηθικής στάσης μπροστά στο βλέμμα του άλλου, για την οποία μιλά ο Λεβινάς, τον οδηγεί σ’ αυτό το πέρασμα και στο κομβικό ερώτημα: «Άραγε είναι εφικτή μια αναβάπτιση των λέξεων στη χαμένη τους αθωότητα, μετά τα “σκοτάδια θανατηφόρου λόγου” του Τσέλαν;» [7].
Στην τελευταία συλλογή του, Άσπρα μήλα (2020), ο Δημήτρης Ελευθεράκης επιδίδεται σε μια άσκηση που πλησιάζει την τελετουργία: παίζει τις λέξεις σαν νότες σε μικρό κλειδοκύμβαλο πατώντας ελαφρά τα πλήκτρα και τις μεταμορφώνει σε κάτι άλλο, σαν τα μήλα που γίνονται άσπρα και λάμπουν ολόλευκα, σ’ αυτόν και τον άλλο κόσμο. Ποιήματα εμβληματικά, που σου εντυπώνονται και τα αποθέτεις στο στήθος σου:
Τώρα γνωρίζω τι σημαίνει αγάπη:
η πείνα του ποιητή για μελάνι και δέρμα·
ο θρίαμβος της γλώσσας και των δοντιών,
τροφή, η ανάγκη μας για τον άλλο.(«Η μούσα του κανενός»)
Εδώ ο ποιητής των Εγκωμίων αποχαιρετά τους ποιητές ρίχνοντας γέφυρες που ενώνουν το έσχατο της ζωή με το άρρητο του θανάτου:
Άλλοι φεύγουν γλιστρώντας απ’ το κατάστρωμα ενός καραβιού κι άλλοι με τα μάτια στο ταβάνι ένα ξημέρωμα μόνοι,
άλλοι την ώρα του ύπνου κι άλλοι με μια σφαίρα στο στήθος.
[…]
Όλοι πάντως μένουν μόνοι: σε μια φωτισμένη παγόδα ή σ’ ένα κρεβάτι που τυλίγουν οι φλόγες
κι ύστερα γίνεται βάρκα σ’ αμίλητα σκοτεινά νερά.(«Ευχή»)
Εμείς, άφωνοι μπροστά στον άκαιρο θάνατό του και στο κενό που αφήνει στις καρδιές μας, κρατάμε σαν μάθημα ζωής τα ποιήματα του αποχαιρετισμού που μας άφησε. Θα συνεχίσει να μας μιλά γι’ αυτά, θα πιάνει την γραφή από εκεί που ξεγράφεται, για να την δέσει στην ψυχή ξανά και ξανά.
Θέλω να μιλήσω γι’ αυτά, δένω κλωστή στη γλώσσα
και ξεδένεται, πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.
Σημειώσεις
- Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι. Μια συζήτηση για την ποίηση μεταξύ των ποιητών Δημήτρη Αγγελή, Δημήτρη Ελευθεράκη, Σταμάτη Πολενάκη, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2010.
- Ο Δημήτρης Ελευθεράκης έδειξε τα ποιήματα της Στέππας στον Ηλία Λάγιο, που αναγνώρισε αμέσως την αυθεντικότητα και την ιδιαιτερότητα της φωνής του, μιλούσε γι’ αυτά με θαυμασμό και μεσολάβησε να βγουν στις εκδόσεις Νεφέλη, όμως το βιβλίο εντέλει τυπώθηκε μετά τον θάνατό του.
- Από το ποίημα Τristia της ομώνυμης συλλογής που δημοσίευσε ο Μάντελσταμ το 1922 –σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου. Ο Ρώσος ποιητής αναφέρεται υπαινικτικά στα Tristia (Θλιβερά ποιήματα) του εξόριστου Οβίδιου, που έπεσε θύμα της δυσμένειας του ηγεμόνα.
- Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι…, ό.π., σ. 23.
- Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι…, ό.π., σ. 25.
- «Είναι πολύ δύσκολο να γράψει κανείς χωρίς μια πληγή, και αυτή η πληγή είναι σαφώς και ιστορική… », Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι…, ό.π., σ. 24.
- Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι…, ό.π., σ. 61.
Κανένας δεν μαρτυρεί για το τέλος
Ήταν καλοκαίρι του 2001 όταν συναντήθηκα για πρώτη φορά με τον Δημήτρη Ελευθεράκη, κατόπιν της προτροπής του Ηλία Λάγιου. Εκείνη η πρώτη συνάντηση έμελλε να εξελιχτεί σε μια φιλία που κράτησε γερά μέσα στα χρόνια. Ο ξαφνικός και τόσο αδόκητος θάνατος του Δημήτρη διέκοψε απότομα την κοινή μας πορεία, τουλάχιστον ως φυσική παρουσία, γεγονός που δεν μπορώ να διαχειριστώ συναισθηματικά. Ακόμα κι αυτό το μικρό σημείωμα μού βγήκε δύσκολα, σαν να επαναστατούσε το ασυνείδητό μου στο τετελεσμένο γεγονός ότι ο φίλος μου δεν είναι πια ανάμεσα μας.
Η αλήθεια είναι, λόγω του ότι ζούσα στο εξωτερικό, οι φορές που βρεθήκαμε από κοντά ήταν λιγοστές, παρ’ όλα αυτά καθοριστικής σημασίας. Δεν θα ξεχάσω τις ολονύχτιες συζητήσεις μας με τον Λάγιο, ούτε το ότι προθυμοποιήθηκε να μιλήσει για το βιβλίο μου Στο σκοτάδι μετέωρος, σε εκείνη την παρθενική παρουσίαση έργου μου στην Αθήνα. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που επισκέφτηκα το πατρικό του και είδα το γεμάτο βιβλία δωμάτιό του. Κρατώ ως πολύτιμο δώρο δυο τεύχη της Νέας Εστίας του 1948 που μού χάρισε, όπως και το ότι επειδή εκείνος επίμονα με παρακίνησε άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά με τη θεωρία της λογοτεχνίας, για την οποία είχα μαύρα μεσάνυχτα.
Όταν ήρθε να ζήσει στη Γερμανία είχαμε την ευκαιρία να βρισκόμαστε πιο συχνά. Διαπίστωσα πως αν και στις ζωές μας είχαν αλλάξει τόσα πολλά, οικογενειάρχες και οι δυο πια, η παλιά εκείνη νεανική φλόγα δεν είχε σβήσει. Ούτε το πάθος μας για τη λογοτεχνία. Ένιωθα τυχερός που επιτέλους είχαμε τον χρόνο να αναλύσουμε σε βάθος τις ποιητικές μας μεθόδους, να προσεγγίσουμε κριτικά τα ποιήματα που γράφαμε και οι δύο εκείνη την εποχή, να συνομιλήσουμε ουσιαστικά για το έργο μας και να ορίσουμε πώς θα κινηθούμε στο μέλλον λογοτεχνικά.
Αυτό που κρατώ ως παρακαταθήκη από τον Δημήτρη είναι η σεμνότητά του. Δεν έχω γνωρίσει προσωπικά πιο σεμνό άνθρωπο στον χώρο μας. Ποτέ δεν τον άκουσα να παινεύεται για τις επιτυχίες του, και δεν ήταν λίγες, στον χώρο των γραμμάτων άλλα και σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Ένας άνθρωπος μορφωμένος με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, που δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τις δάφνες και τα μετάλλια, αλλά συνέχιζε πάντα ταπεινά να αναζητά νέες μεθόδους βελτίωσης του έργου του. Άοκνος στη συνεχή μάθηση. Πιστός στον στόχο του, χωρίς μεγαλοστομίες και φανφαρονισμούς. Η ποίησή του, την οποία τόσο αγαπώ, εξελίχτηκε μέσα στα χρόνια επειδή κι αυτός εξελισσόταν ως άνθρωπος. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που οφείλει να κερδίσει ένας καλλιτέχνης: να γίνει η τέχνη το μέσο που θα τον οδηγήσει στο να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Ο Δημήτρης το κατάφερε.
Η τελευταία φορά που βρεθήκαμε ήταν τον Φλεβάρη του 2020. Με είχε καλέσει στη Σχολή Μωραΐτη όπου δίδασκε για να διαβάσω ποιήματά μου στους μαθητές του. Μια όμορφη εμπειρία. Αλλά το πιο όμορφο ήταν πως μας δόθηκε με αφορμή το γεγονός αυτό να συνομιλήσουμε ξανά για την ποιητική τέχνη και πώς μπορεί να επηρεάσει τις επόμενες γενιές. Θυμάμαι σε ένα καφέ να συζητάμε με πάθος, να καταστρώνουμε σχέδια, να προβληματιζόμαστε για το μέλλον. Όταν αποχαιρετιστήκαμε δώσαμε υπόσχεση να βρεθούμε οικογενειακώς το καλοκαίρι. Ακολούθησε όμως η πανδημία, δεν κατάφερα να ταξιδέψω στην Ελλάδα, όπως είχα προγραμματίσει, και δυστυχώς δεν καταφέραμε να συναντηθούμε.
Το ότι έφυγε από τη ζωή έτσι ξαφνικά, είναι κάτι αδιανόητο. Ένα βαθύ πλήγμα για όλους. Εκεί που νιώθεις παντοδύναμος, εκεί που κάνεις σχέδια για το μέλλον, αψηφώντας το πόσο εφήμερα είναι όλα, ο θάνατος έρχεται και ανατρέπει τα πάντα. Δεν μπορώ να δεχτώ πως εκείνη η συνάντηση του Φλεβάρη ήταν η τελευταία μας. Δεν μπορώ να δεχτώ πως δεν θα τον δω ξανά, πως δεν θα δει τα παιδιά του να μεγαλώνουν, δε θα ξαναγράψει πια. Δεν ξέρω αν θα συμφιλιωθώ ποτέ με την ιδέα ότι ο φίλος μου δεν είναι πια ανάμεσά μας. Τα ποιήματά του θα συνεχίσουν να μου ζεσταίνουν την καρδιά, η μόνη παρηγοριά που απομένει για να απαλύνει το κενό της απουσίας του.
Αιφνίδια διακοπή συνομιλίας
Όταν το 1998 δημοσιεύτηκαν τα ποιήματα του Δημήτρη Ελευθεράκη, και μάλιστα πρωτοσέλιδα, στη Νέα Εστία του Σταύρου Ζουμπουλάκη –κάτι που έκτοτε, αν δεν κάνω λάθος, δεν συνέβη ξανά για πρωτοεμφανιζόμενο– όλοι θορυβηθήκαμε: ποιος ήταν τέλος πάντων αυτός ο εικοσάχρονος άγνωστος που παρουσιαζόταν ξαφνικά και με τέτοια ορμή στο προσκήνιο –και τι ωραία ποιήματα, βέβαια, που είχε γράψει.
Τότε περίπου γνωριστήκαμε και με τον Δημήτρη, σε συντροφιές με τον Ηλία Λάγιο και τον Δημήτρη Κοσμόπουλο, κάποιες φορές και με τον Νάσο Βαγενά ή τον Σταύρο Ζουμπουλάκη. Ακολούθησαν παθιασμένες συζητήσεις για ποιητές και ποιήματα, πολύωρες τηλεφωνικές συνομιλίες, περίπατοι, καφέδες και οικογενειακές εκδρομές –η φιλία μας παρέμεινε ειλικρινής και αδιατάρακτη από τις διαβολές και τις θεωρίες συνομωσίας των μεγαλύτερων. Εξέδωσε Το καθαυτό χειρόγραφο, την Προσωρινή μετάθεση, το Ρέκβιεμ για ένα φίλο, ένα συγκινημένο βιβλίο για τον αυτόκτονο μέντορά του Λάγιο ως άγγελο, τη Στέππα με τα ποιήματα για Ρώσους συγγραφείς, το πιο αγαπημένο μου βιβλίο του, που είχε γραφτεί νωρίτερα αλλά το Ρέκβιεμ προηγήθηκε. Τον έφερα σε επαφή με τον Τσιρόπουλο για το διδακτορικό του πάνω στον Παπατσώνη, επιμελήθηκε με ζήλο τις εκδόσεις του Καρυωτάκη και του Καβάφη, που σημείωσαν και εμπορική επιτυχία, παρέδωσε με τον δικό του αθόρυβο και σεμνό τρόπο μεταφράσεις.
Οι τρεις μας –ο Ελευθεράκης, ο Πολενάκης κι εγώ– συζητήσαμε ατέλειωτες ώρες για την ποίηση πάνω στα κοινά μας ενδιαφέροντα (πολιτική, Ιστορία, θρησκευτικότητα, Ολοκαύτωμα, ηθική ευθύνη) και μάλιστα καταγράψαμε τους διαλόγους μας σ’ ένα μικρό βιβλίο του 2010, που έφερε τον προκλητικό τίτλο, δικής του εμπνεύσεως αν θυμάμαι καλά, Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι. Κι ύστερα ήρθαν τα αρχαιόθεμα Εγκώμια (τον γνώρισα στον γλύπτη Κώστα Ανανίδα για το σχέδιο στο εξώφυλλο), που τιμήθηκαν με το βραβείο του Αναγνώστη, ακολούθησε το πεζό της Δύσκολης τέχνης που μεταφράστηκε και στα γερμανικά, ενώ πιο πρόσφατα συζητούσαμε για μια από κοινού ανθολόγηση της πρόσφατης ελληνικής ποίησης με αυστηρά κριτήρια (σχέδιο που εγκαταλείφθηκε γρήγορα μόλις φτάσαμε στην ονοματολογία και είδαμε πόσους και τι θηριώδεις εχθρούς θα αποκτούσαμε) και για ένα ολιγοσέλιδο έντυπο περιοδικό για την ποιητική τέχνη. Τον τελευταίο καιρό είχε ενθουσιαστεί με κάποιους αμερικανούς ποιητές, ενώ παθιαζόταν και με την αγγλοσαξονική ιδέα των Selected Poems, σκεφτόταν μάλιστα να εκδώσει μια επιλογή απ’ τα παλαιότερα ποιήματά του μαζί με νέα. Στο μεταξύ, μου είχε ήδη στείλει τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής Άσπρα μήλα που ετοίμαζε –μάλιστα δημοσιεύσαμε και δύο απ’ αυτά στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Με την τριετή απουσία του στη Γερμανία, για τις ανάγκες του δεύτερου διδακτορικού του για το εβραϊκό Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα, ένιωθε ότι είχε χαθεί απ’ το προσκήνιο κι έτσι δέχτηκε να δημοσιευτούν τα ποιήματα. Και τι παράξενο, ήταν αυτά στα οποία παρέπεμψαν όλοι την ημέρα που ανακοινώθηκε ο αιφνίδιος θάνατός του, αφού γενικώς απέφευγε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η παρουσία του στο διαδίκτυο ήταν μάλλον περιορισμένη.
Είναι παράδοξο που αυτός ο φωτεινός και θετικός απέναντι στη ζωή άνθρωπος έγραψε τόσα θανατοκεντρικά ποιήματα (ή ποιήματα με χαρακτήρα «φιλολογικό», που κι αυτά παραπέμπουν σ’ έναν κόσμο βυθισμένο στη λήθη και στο πένθος). Προαίσθηση, φόβος, εμπειρία ή απλώς εμμονή; Ή μήπως είναι μια ερμηνεία εκ των υστέρων απ’ τη δική μας μεριά, μια προοικονομία, ένα προμήνυμα που νιώθουμε τύψεις επειδή δεν κατανοήσαμε το σκοτεινό του περιεχόμενο εγκαίρως; Δεν ξέρω τι απ’ όλα ακριβώς –«ο θάνατος είναι γεμάτος μεταφορές», είχε γράψει κι ο ίδιος–, όμως αν παρακολουθήσει κανείς την πορεία του, πέρα από τα μεμονωμένα ποιήματα, υπάρχει η Στέππα, υπάρχει το Ρέκβιεμ, υπάρχουν και τα Άσπρα μήλα. Και μαζί μ’ αυτά, υπάρχει «ένα ποίημα στρατευμένο στο χάος που χαμογελά», όπως μονίμως χαμογελά και ο Δημήτρης στη γνωστή του φωτογραφία. Σε χιονισμένο τοπίο τώρα περπατά και αφουγκράζεται τις σκέψεις μας, αλλά η συνομιλία μας έχει πλέον διακοπεί…
(Πολύ με στένεψε αυτός ο απρόσμενος θάνατος. Κι ακόμα δεν τον έχω πιστέψει.)

