Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Στέφανος Δημητρίου

Η αμφισημία της Ισότητας

Το 2022 ανατυπώθηκε το βιβλίο του Αλέξις ντε Τοκβίλ, Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση (μτφ. Ανδρέας Παππάς, προλεγόμενα: Π.Μ. Κιτρομηλίδης, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006). Πρόκειται για βιβλίο που φωτίζει, σε σημαντικό βαθμό, τον πολιτικό στοχασμό του Τοκβίλ και μας βοηθά να κατανοήσουμε όσα αναλύει στο περίφημο Η Δημοκρατία στην Αμερική (εισαγωγή: Γιώργος Μανιάτης, μετάφραση: Μπάμπης Λυκούδης, Στοχαστής, Αθήνα 2008). Και σε αυτό το έργο του, όπως και σε εκείνο, στο οποίο αναφέρεται το παρόν κείμενο, κυριαρχεί ο βαθύς προβληματισμός του Τοκβίλ ως προς τη σχέση ελευθερίας και ισότητας. Η μεγάλη έγνοια του Τοκβίλ είναι το να εντοπίσει και να καταδείξει το τι πρέπει να γίνει, ώστε η πορεία προς την εμπέδωση της δημοκρατίας στη Γαλλία να αποφύγει τον κίνδυνο του δεσποτισμού.

Ο Τοκβίλ είναι βαθιά πεπεισμένος – και το δείχνει και στα δύο έργα του – ότι η δημοκρατία είναι η ιστορική προοπτική των πολιτικών κοινωνιών. Στρέφεται στο να εξετάσει την Αμερική, επειδή, παρουσιάζοντας την εκεί τάξη των πολιτικών πραγμάτων, μπορεί να αναδείξει εναργώς τη σπουδαιότητα των πολιτικών θεσμών που λειτουργούν προστατευτικά και εγγυητικά για την ελευθερία, την ατομική και πολιτική ελευθερία, άρα την ελευθερία του λαού, που είναι και ο φορέας της κυριαρχίας στη δημοκρατία. Υπό την έννοια αυτή, είναι και προπομπός του κράτους δικαίου, εφόσον προκρίνει τη σπουδαιότητα της ελευθερίας του λόγου, του πλουραλισμού, και της σύμφυσής του με τη δημοκρατία και θεσμούς, όπως είναι οι ενώσεις των πολιτών, που νοηματοδοτούν ουσιωδώς και εμπράκτως την αξία του ίσου πολιτικού δικαιώματος, ως εκδήλωσης της πολιτικής ελευθερίας, διά της πολιτικής συμμετοχής. Και αυτό, χωρίς να φέρει σε ανταγωνισμό, πολλώ δε μάλλον σε σύγκρουση, την πολιτική ελευθερία ενός εκάστου με το ατομικό συμφέρον του, ώστε να μπορεί να αναγνωρίζει την αξία του δημοσίου συμφέροντος και της σχέσης του με τις υποχρεώσεις που έχουμε έναντι των άλλων στο πεδίο της συνύπαρξής μας. Με αυτό τον τρόπο, κάθε πολίτης είναι ωφέλιμος και για τους άλλους, όχι μόνο για τον εαυτό του και τον στενό του περίγυρο.

Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν και τον περιορισμό της δημοκρατίας, δηλαδή της κυριαρχίας του λαού. Για τον Τοκβίλ αυτό – που είναι και αποτέλεσμα του αριστοκρατικού φιλελευθερισμού του – προϋποθέτει τη διαρκή παίδευση των πολιτών (όπως το αναγνωρίζει και ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ), ώστε να είναι σε θέση να διαγιγνώσκουν τις προτεραιότητες οι οποίες υπερβαίνουν τα ατομικά τους οφέλη. Τέτοια αξιακή προτεραιότητα και πολιτική σκόπευση θα πρέπει να είναι η αφοσίωση στο δημόσιο συμφέρον, από κοινού με τη διαφύλαξη δικαιωμάτων, και η παράλληλη αφοσίωση στη δικαιοσύνη. Η τελευταία, εκτός από τον θεσμό του ανωτάτου δικαστηρίου και των ορκωτών δικαστών, θα πρέπει να μεριμνά και για το δικαίωμα της διαφοροποίησης από τις πεποιθήσεις της ελευθερίας. Αυτό ανάγεται στην κορυφαία αρχή και εδραία πεποίθηση του Τοκβίλ ότι η ελευθερία, για να μπορεί να ασκηθεί επ’ ωφελεία όλων, και όχι σε βάρος κάποιων (μειοψηφίες), είναι κάτι που μαθαίνεται. Προϋποτίθεται, λοιπόν, η παιδεία της ελευθερίας, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι παιδεία περί το πώς εναρμονίζονται οι διαφορές και οι αντιθέσεις μεταξύ των πολιτών, ώστε η δημοκρατία να μακροημερεύσει εντός του πλουραλισμού και να μην πεθάνει από την ασφυξία του δεσποτισμού.

Για τον Τοκβίλ, τα αιτήματα της δημοκρατίας, τα οποία ανέδειξε η Επανάσταση, αλώθηκαν από το επαναστατικό πάθος, το οποίο οδήγησε σε ακρότητες. Η απουσία ενός θεσμικού συστήματος εδραίωσης της ελευθερίας, καθώς και ισότιμου περιορισμού τους, ώστε η ασύδοτη ελευθερία να μην παράγει τρόμο, δεν επέτρεπε να υπάρξουν οι κατάλληλες οριοθετήσεις στον δημόσιο χώρο. Η ανάδειξη των αποκλεισμένων, κατώτερων κοινωνικών τάξεων σε αυτόν τον χώρο αποτέλεσε, σε πάμπολλες περιπτώσεις, συνθήκη αυθαίρετης εξουσίας. Με άλλα λόγια, δεν κατέστη δυνατή η αναγκαία κυριαρχία των νόμων, που θα διασφάλιζε την ίση ελευθερία όλων. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος για τον οποίον ο Τοκβίλ διαχώριζε το δημοκρατικό πνεύμα από το επαναστατικό. Ένας τέτοιος διαχωρισμός, όμως, απολήγει και στη διάκριση ανάμεσα στο δημοκρατικό, πολιτικό ήθος και τις επαναστατικές συνήθειες. Οι τελευταίες, για τον Τοκβίλ, ιδιάζουν στην αυθαίρετη, ανεξέλεγκτη – ή ολοκληρωτική κατά τη σύγχρονη ορολογία μας – εξουσία. Ο Τοκβίλ δείχνει ότι κάθε εξουσία αυτού του τύπου δεν μπορεί παρά να είναι συγκεντρωτική. Αυτό φαίνεται από την οργάνωση και τη θεσμική διάρθρωση του διοικητικού μηχανισμού.

Τι έκανε, όμως, ως προς αυτό, η Γαλλική Επανάσταση; Αυτό που έκανε ενισχύει την ανησυχία του Τοκβίλ. Το επαναστατικό πνεύμα ταίριαζε σε αυτή την αντίληψη περί συγκεντρωτικής εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Τοκβίλ το διαχώριζε από το δημοκρατικό πνεύμα, το οποίο αντιλαμβανόταν και ως φιλελεύθερο. Η σχετική παρατήρησή του έχει ως εξής: «Την εποχή που ξέσπασε η Επανάσταση, τίποτε σχεδόν από το παλαιό διοικητικό οικοδόμημα της Γαλλίας δεν είχε καταστραφεί ακόμη∙ απλώς, κάτω από το υφιστάμενο οικοδόμημα είχε χτιστεί ένα δεύτερο. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι, για να το επιτύχει αυτό, η κυβέρνηση του Παλαιού Καθεστώτος είχε ακολουθήσει κάποιο σχέδιο, το οποίο είχε μελετήσει λεπτομερώς εκ των προτέρων∙ η ενστικτώδης επιθυμία που έχει κάθε κυβέρνηση να συγκεντρώνει όλα τα νήματα της εξουσίας στα χέρια της, σε όλα τα επίπεδα και σε όλα τα είδη των οργάνων, κυριαρχούσε» (σ. 141).

Με αυτό το σκεπτικό, ο Τοκβίλ εξηγεί και την ανάδειξη του βοναπαρτισμού. Το πνεύμα του βοναπαρτισμού, για τον Τοκβίλ, αναδεικνύεται από τη στιγμή που η καθολική ελευθερία ισοδυναμεί με φόβο της ελευθερίας. Είναι ο φόβος ότι η ελευθερία θα καταλυθεί από τα επαναστατικά ήθη των ακροτήτων, εν ονόματι της ελευθερίας. Και, όπως συχνά συμβαίνει με τον φόβο, η λύση θα αναζητηθεί στην ασφάλεια μιας αυταρχικής, κυρίαρχης εξουσίας, δηλαδή στον βοναπαρτισμό και στο πνεύμα του βοναπαρτισμού, το οποίο θα είναι το πνεύμα της συνύπαρξης σε μία συνθήκη κοινής ασφάλειας. Ως εκ τούτου, η άποψη του Τοκβίλ για τους φιλελεύθερους και δημοκρατικούς θεσμούς της Αμερικής προκύπτει ως συμπέρασμα από έναν εξ αντιδιαστολής συλλογισμό. Αντιδιαστέλλει δηλαδή τους πολιτικούς θεσμούς της Αμερικής προς την αδυναμία αυτών των θεσμών στη Γαλλία, για να καταλήξει στο ότι αυτοί οι θεσμοί, στην Αμερική, διαμορφώνουν ένα κοινό πολιτικό ήθος, το οποίο αντιστοιχεί στην εσωτερικευμένη πεποίθηση ότι είναι αξία η αφοσίωση στο δημόσιο συμφέρον ως όρος συνοχής της πολιτείας, άρα και της ελεύθερης συνύπαρξης όλων υπό καθεστώς γενικής ευνομίας. Γι’ αυτό και η έγνοια του Τοκβίλ αφορά την προοπτική της ελευθερίας στη Γαλλία. Όχι, όμως, επειδή αποστρέφεται την αρχή της ισότητας, αλλά επειδή συνέδεε την ισότητα με την αυταξία της ελευθερίας. Συνεπώς, η σύνδεση των δύο αρχών προϋπέθετε την άρνηση της ισοσθένειάς τους: η ισότητα δεν πρέπει να υποκαθιστά την ελευθερία.

Η αξία της ισότητας έγκειται στο να είναι όλοι εξίσου ελεύθεροι, αλλά για να είναι όλοι ίσοι ως προς την ελευθερία, θα πρέπει να αναγνωρίζεται η ελευθερία ως έχουσα εγγενή αξία, άρα να μην προσδιορίζεται σε αναφορά προς την ισότητα, αλλά η ισότητα να προσδιορίζεται σε σχέση με την ελευθερία και το απαραβίαστο αυτής. Όλα αυτά, όμως, για τον Τοκβίλ, συνδέονται με το καθ’ ημάς αυτονόητο, δηλαδή με τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία, με τον γνώμονα σύμφωνα με τον οποίον θα κατευθύνεται η άσκησή της, άρα και με την ποιότητα των θεσμών και των διοικητικών λειτουργιών, δηλαδή με την ίδια την οργάνωση, τη διάρθρωση και τους σκοπούς του διοικητικού συστήματος. Όλα αυτά, κατά τον Τοκβίλ, εξηγούν το γιατί και το πώς η δημοκρατία κατέληξε στη βοναπαρτική, αυτοκρατορική εξουσία, άρα στον σιωπηρό πνιγμό της ελευθερίας.

Ο Τοκβίλ, με όλες τις ισχυρές επιφυλάξεις που έχει ως προς τη σχέση ελευθερίας και ισότητας, ως υπέρμαχος της πολιτικής ελευθερίας, ο οποίος ανησυχεί για τους πιθανούς περιορισμούς της, καθώς και για τον περιορισμό της ατομικής ελευθερίας, από την απόλυτη εφαρμογή της ισότητας, δεν παύει να θεωρεί ότι οι άνθρωποι δεν είναι ελεύθεροι, εάν δεν είναι εξίσου ελεύθεροι. Αυτό, όμως, προϋποθέτει ότι η κυρίαρχη βούληση του λαού, και η νομιμοποιητική ισχύς της ως προς την αντίστοιχη κυρίαρχη εξουσία, δεν αφορά ένα σύνολο από απολύτως εξατομικευμένα «Εγώ», δηλαδή δεν αφορά ένα άθροισμα μονάδων. Ο ατομικισμός είναι ο μέγιστος αντίπαλος της δημοκρατίας κατά τον Τοκβίλ. Θα συμμεριζόμασταν αυτήν την ανησυχία του και σήμερα;

 Μπορούμε να σκεφτούμε, λοιπόν, αυτό το τελευταίο σε σχέση με τις αντιφάσεις των δυτικών δημοκρατιών, αλλά και σε σχέση με την εμφάνιση του νέου αυταρχισμού στην Αμερική, αλλά και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης, δηλαδή σε σχέση με μία νέα ολιγαρχική παλινόρθωση; Εάν ναι, τότε ίσως εμπεδώσουμε το ότι η υπεράσπιση της πολιτικής, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της φιλελεύθερης δημοκρατίας, μαζί με τη διεκδίκηση κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι και το κρισιμότερο πολιτικό και κοινωνικό διακύβευμα. Το κρισιμότερο, ώστε να εξακολουθεί να υπάρχει η πολιτική ως άσκηση δημοκρατίας, σε κοινωνίες ισότιμης, πλουραλιστικής συνύπαρξης όλων.

⸙⸙⸙

[Ο Στέφανος Δημητρίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.]

Κύλιση στην κορυφή