Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Διονύσιος Σκλήρης

Για το «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» του Διονύση Σαββόπουλου

Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, Πατάκης, Αθήνα 2025.

Μπορεί τα χρόνια να τρέχουν χύμα στη ροή ενός ηρακλειτείου γίγνεσθαι, αλλά ο Διονύσης Σαββόπουλος αγωνίζεται για τη συγκρότηση μιας πολλαπλής ενότητας: Η πρώτη είναι η ενότητα του εαυτού και εδώ πρυτανεύει όχι η αυτοδικαίωση, αλλά η συμφιλίωση με ζώντες και τεθνεώτες μέσα από την απολογία και τη συγγνώμη. Εδώ ο εθνικός μας τροβαδούρος ακολουθεί το πρότυπο εθνικών ηρώων από άλλες εποχές του Ελληνισμού, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος ήθελε στην περίοδο της ωριμότητας να κλείσει τα προσωπικά, αλλά και τα εθνικά μέτωπα. Ο τόνος του βιβλίου είναι κυρίως απολογητικός, πράγμα που δεν αποκλείει αλλά συνάδει με την εντρύφηση στην αυτάρεσκη εξομολογητικότητα. Γι’ αυτό και πρόκειται για ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, σε αντίθεση με τις αυτοδικαιωτικές αυτοβιογραφίες που είναι κατά κανόνα βαρετές, αν τουλάχιστον δεν περιέχουν ιστορικές αποκαλύψεις. Η αυτοβιογραφική ενότητα εαυτού μέσα από αντιθέσεις είναι μια σύμπτωση του παιδιού που θαυμάζει και του Νέστορα που επαναλαμβάνει, μετά την απομάθηση των πληροφοριών, την ίδια εκστατική αρχή του φιλοσόφου βλέμματος. Αυτή η ενότητα είναι μια υπαρξιακή παλιννόστηση, από την τρελή επαναστατικότητα της νιότης και την πλανητεία του Φορτηγού στη συμφιλίωση με τους βιολογικούς και πνευματικούς πατέρες. Μαζί με μια κατάφαση στη ζωή, υπό όλες τις μορφές της, έναν πανηγυρισμό του γάμου, της οικογένειας, αλλά και της πολιτικής, που εκφράζεται κυρίως μέσα από τολμηρούς επωμισμούς των ελλειμμάτων του αυτοβιογραφούμενου. Εκτός από τον απολογητικό τόνο, ένα άλλο οιονεί «χριστιανικό» στοιχείο της αυτοβιογραφίας είναι οι αναφορές στις περιπτώσεις όπου ο αυτοβιογραφούμενος ήρωας πλήρωσε ακριβά τις επιτυχίες ή τις εκπληρώσεις των επιθυμιών του, όπως αποτυπώθηκε στον στίχο «του Θεού η χάρη μας φυλάει απ’ τα σουξέ». Εξίσου καίρια είναι η καταγραφή της υποκειμενικότητας της ευτυχίας. Ο Σαββόπουλος περιγράφει την υπαρκτική πληρότητα που ένιωθε, όταν κοιμόταν ως άστεγος σε παγκάκια, την οποία δεν βίωνε ίσως στα χρόνια της δόξας.

Η δεύτερη είναι η ενότητα του πολιτικού σώματος των Ελλήνων και εδώ έχει σημασία η περιγραφή του ότι η «δική του αριστερά» είναι ταυτόσημη με την ευαισθησία. Σημαντική είναι, εξάλλου, η σύνθεση ανάμεσα στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη και την αρχαία και νεωτερική Αθήνα. Στο βιβλίο, όμως, υπάρχει έντονη η παρουσία και του οικουμενικού Ελληνισμού της Κωνσταντινουπόλεως και του Φαναρίου, μεταξύ άλλων λόγω της καταγωγής της οικογένειάς του. Ο Σαββόπουλος διεκδικεί μονίμως να είναι σαν ένας «υποκριτής» της πρωτο-τραγωδίας, που διαλέγεται με τον χορό του ελληνικού λαού. Αριστερός, όταν αυτό σήμαινε τη συμπόρευση με τους πολίτες δεύτερης κατηγορίας επί χούντας. Αργότερα, γίνεται αντι-λαϊκιστής, καθώς επιθυμεί να τσιγκλίσει ως «οίστρος» την ελληνική συλλογικότητα αντί να καταφάσκει στις επιθυμίες της.

Μια τρίτη ενότητα είναι αυτή ανάμεσα στη μουσική και τον λόγο ως ενοποίηση διαίσθησης και ακρίβειας, καθώς ο τραγουδοποιός εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο συνθέτει: λίγη μουσική στην αρχή για να πει ενορατικά αυτό που ο λόγος στη συνέχεια διακριβώνει. Με τον τρόπο αυτό, ο Διονύσης Σαββόπουλος τίθεται στη συνέχεια μιας μακραίωνης παράδοσης του Ελληνισμού που δεν θεωρεί τη μουσική αυτονομημένη ως συντονισμό με τον εσωτερικό ψυχικό δυναμισμό της ψυχής, αλλά, αντιθέτως, την εκδέχεται σε σύνθεση με το μέτρο του λόγου, αυτό που ο Νίτσε θα έλεγε συνάντηση του διονυσιακού με το απολλώνιο. Το ζήτημα έχει βεβαίως και πολιτικές προεκτάσεις ως συνταίριασμα του βούλησης με τις θεσμικές μορφές, χωρίς εκτροπή είτε σε βολονταρισμό είτε σε θεσμικό αυταρχισμό. Πολιτική σημασία έχει και η αναφορά του Σαββόπουλου στις διαφορετικές μορφές που λαμβάνει η λογοκρισία, μεταξύ της χούντας των συνταγματαρχών και της μετα-δημοκρατίας της μετα-μεταπολίτευσης. Με διάφορες υπαινικτικές ενθυμήσεις, ο Σαββόπουλος διεκδικεί εμμέσως ένα ρόλο σοφού Νέστορος του Ελληνισμού, σε συμφωνία με την τάση της αυτοβιογραφίας να αποκαθιστά εκπροσώπους παλαιότερων γενεών που ο νεώτερος Σαββόπουλος είχε αμφισβητήσει.

Κύλιση στην κορυφή