Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Πάνος Στασινός

Τα «κομματάκια» του Αλέξη Ακριθάκη

Αλέξης Ακριθάκης, Γράφοντας τη ζωγραφική. Ημερολόγια 1960-1990, επιμέλεια: Θάνος Σταθόπουλος-Χλόη Ακριθάκη, Άγρα, Αθήνα 2024.

Όπου ακούς για «κατάλοιπα» καλλιτεχνών, συνήθως πρέπει να προετοιμαστείς για περιφερειακά και επουσιώδη ρετάλια· για ευρήματα που εξαντλούνται στον ερευνητικό ζήλο εκείνου στον οποίον οφείλουν την ανάσυρσή τους, για υλικό που δεν «προσθέτει», δεν «φωτίζει» όψεις (ή, χειρότερα, κιτρινίζει), αλλά βαφτίζεται με το στανιό βαρύνον και άξιο προσοχής. Εν προκειμένω, η περίπτωση του Ακριθάκη είναι το απόλυτο αντιπαράδειγμα. Οποιαδήποτε σχετική φιλολογία ή οποιαδήποτε αναρώτηση σχετικά με την αξία δημοσίευσης των «ημερολογίων» του αίρεται πριν καν διατυπωθεί. Έστω κι ο ελάχιστα υποψιασμένος περί του καλλιτεχνικού ποιού του, καταλαβαίνει πως, για τον Ακριθάκη, «κατάλοιπα» δεν υφίστανται· τα όποια επιμέρους θραύσματα δεν είναι παρά το οργανικό τμήμα ενός έργου απολύτως συνεκτικού και, ταυτοχρόνως, απολύτως «ατάκτως ερριμμένου». Εδώ οι όποιες ψηφίδες του έργου είναι, κατά μία έννοια, το έργο καθεαυτό.

Αποφεύγοντας επιμελώς, κι ενδεχομένως εξ ενστίκτου, το κυνήγι των «μεγάλων έργων», ο Ακριθάκης κατόρθωσε ένα έργο, τόσο διαμελισμένο όσο ομοιογενές. Περιέγραφε τη ζωή (του), μεταφράζοντας ανελλιπώς τα στοιχεία της σε χρώμα και σχέδιο. Με το «τσίκι-τσίκι» του, τον ήχο της δημιουργίας που του αποδίδει ο Κώστας Ταχτσής[1], υλοποιούνταν. Θα ήταν αφελές το αδιάλειπτο και μανιώδες του σκάρωμα σκίτσων να παρερμηνευθεί ως αναλώσιμη προχειρότητα — επρόκειτο, απλώς, για τη φυσική ελαφρότητα του ταγμένου, για έναν αυτοσχέδιο επείγοντα «μηχανισμό αναπνοής». Ακόμα και η αυστηρότητα των περιγραμμάτων του Ακριθάκη είναι χορευτική, κι αυτά δυνάμει μεταβαλλόμενα· το «συγκεκριμένο» προσφέρεται στο έργο του σε τόσες εκδοχές, που παύει να είναι τέτοιο. Γι’ αυτό, άλλωστε, και δεν του χρειάζεται η τρίτη διάσταση· δουλεύει επεκτείνοντας επ’ άπειρον τις δύο και έτσι, στην πορεία, ανακαλύπτει το βάθος του. Η τσιρκολάνικη διάθεση των έργων του, η ψυχεδελική τους αύρα, η αίσθηση ενός αεικίνητου μωσαϊκού, η «ποπ» αισθητική, που ενίοτε παραπέμπει σε comic-strips και τα «σημεία», που εμμονικά και χωρίς φειδώ επανέρχονται και επαναπροσδιορίζονται ως δυναμικά μοτίβα τα τοξάκια κατεύθυνσης, οι καρδιές, οι ήλιοι, οι τροχοί, τα καραβάκια: όλα αυτά συνθέτουν την ιδιαιτερότητά του. Αυτήν τη λόξα φέρουν και οι περίφημες «βαλίτσες» του· πιο εργαλεία απ’ όσο σύμβολα, οι βαλίτσες του Ακριθάκη δίνουν συχνά την αίσθηση πως ήταν εκείνες που περιείχαν, αρχικά, τα περιρρέοντα της εκάστοτε εικόνας. Ταξιδεύοντας, αποθηκεύουν, ανακυκλώνουν και τελικά απελευθερώνουν — παράξενα πράγματα ξεπηδούν από μέσα τους για να κρυσταλλώσουν κάποιο πρωτοφανές στιγμιότυπο, δηλαδή, τελικά, τη σύνθεση. Χάρη στις βαλίτσες, εξασφαλίζεται η ατελεύτητη ροή των εικόνων· εκείνες διασώζουν και διαχέουν, προϋποθέτοντας, βέβαια, την ταραχώδη ζωή του ίδιου του εμπνευστή και ιδιοκτήτη τους. Πάλι ο Ταχτσής το θέτει αφοπλιστικά, στο σχετικό του μικροκείμενο: η βαλίτσα του Ακριθάκη, λέει, περιέχει τα «συντρίμμια» που θα του χρησιμεύσουν στην απόπειρα «ανασυναρμολόγησης του παιδικού ονείρου»[2].

Στο φορτισμένο εισαγωγικό της κείμενο του εν λόγω τόμου, που επιμελήθηκε από κοινού με τον συγγραφέα Θάνο Σταθόπουλο, η κόρη του καλλιτέχνη και επίσης καλλιτέχνιδα Χλόη Ακριθάκη μας ενημερώνει πως όλων των ειδών (και μεγεθών) τα «τετράδια» του Ακριθάκη τοποθετήθηκαν από τη μητέρα της σε μια κόκκινη βαλίτσα, η οποία τις συνόδευε στις περιπλανήσεις τους ανά την Ευρώπη· η σημειολογία είναι προφανής. Τα τετράδια αυτά μάς συστήνονται εδώ, δειγματοληπτικά. Μέρος τους είχε παρουσιαστεί σε διάφορες εκθέσεις ανά τα χρόνια, αλλά έναυσμα για την ψηφιοποίησή τους και την πιο συστηματική τους επεξεργασία αποτέλεσε η έκθεση υπό τον τίτλο Οι ιστορίες του Αλέξη Ακριθάκη (2018), σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Ντένη Ζαχαρόπουλου. Στο εμβριθές εισαγωγικό κείμενο του τελευταίου σημειώνεται πως «τα τετράδια» του Ακριθάκη «παίζουν πρωταρχικό ρόλο στην πρακτική αναδιοργάνωσης του προσωπικού του χάους». Την τριπλέτα των προλογισμάτων συμπληρώνει το μεστό κείμενο του Σταθόπουλου, όπου δηλώνεται απερίφραστα πως «η ποίηση υπήρξε πάντα το ζητούμενο για τον Ακριθάκη». Επιμελητική πρόθεση του Σταθόπουλου δηλώνεται πως ήταν η σύνθεση μιας «θραυσματικής αφήγησης» — το πνεύμα λιτότητας που τον χαρακτηρίζει αποδείχτηκε απολύτως ευεργετικό, το πλέον κατάλληλο αντιστάθμισμα στην πληθωρικότητα του Ακριθάκη. Η επιμελητική στρατηγική του κοσκινίσματος των εκατοντάδων εγγραφών, ώστε να προκύψει ένα πυκνό, υπογείως αφηγηματικό σώμα, δικαιώνεται πλήρως, πετυχαίνοντας τον στόχο· το βιβλίο διαβάζεται σχεδόν ως bildungsroman, ενώ υπάρχουν στιγμές που αναδύονται ατόφιοι στίχοι: «Ο πόλεμος άρχισε όταν σταμάτησα να θηλάζω.» (σελ. 176).

Περιγραφές, αφιλτράριστες σημειώσεις, πάθη, αφορισμοί, σχέδια — παραδίδονται στον αναγνώστη όχι ως αινίγματα προς επίλυση, αλλά ως αποτυπώματα του ακριθακικού πνεύματος. Ενός πνεύματος παθιασμένου με τη ζωή (συνεπώς και αναπόφευκτα αυτοκαταστροφικού…), παιγνιώδους, στοχαστικού και, με τις ώρες του, κριτικού. Σε μία από τις εναρκτήριες εγγραφές, του ’64, ο Ακριθάκης γράφει προταγματικά: «Θα κάνω μια ζωγραφική για μένα. […] Πρέπει ν’ αγαπήσω πολύ τη δουλειά μου. […] Μόνο όταν μπορέσω και μαζέψω τον εαυτό μου θα με καθηλώσω.» (σελ. 35). Σύμφωνα με τον Ακριθάκη, ο πολυτεχνίτης Γιώργος Μακρής «έπαιξε τον πιο καταλυτικό ρόλο επάνω» του, μαθαίνοντάς του «ότι η ζωγραφική δεν είναι γνώση, αλλά παρατήρηση της ζωής μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής»[3]. Ως προς αυτόν τον τρόπο, ενδεχομένως ο Ακριθάκης να στάθηκε το εικαστικό ανάλογο του λογοτέχνη, φίλου και «μέντορά» του Μακρή. Ωστόσο, ο δεύτερος υπήρξε μάλλον η επιτομή του ανθρώπου τον οποίο σκιαγραφεί με ακρίβεια ο Εμίλ Σιοράν — εκείνου που «είναι παρών» διαρκώς «χωρίς να πραγματώνεται», που «είναι κάποιος, χωρίς να δημιουργεί», που «δεν καταδέχεται να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του»[4] (ενδεικτική είναι και η διατύπωση του Νίκου Καρούζου, αναφορικά με τον Μακρή: «Δεν ξέρω αν έγραφε, αλλά μάλλον το αποκλείω.»[5]). Ως προς αυτά, ο Ακριθάκης στάθηκε ακριβώς το αντίστροφο· όχι μόνο χρησιμοποίησε το ταλέντο του, αλλά αφοσιώθηκε στην τέχνη του ολοκληρωτικά, έστησε το σύμπαν του εντός του δικού της. Αναρωτιέται, σε ένα άτιτλό του ποίημα, ο Μακρής: «Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι κομματάκι;» και συνεχίζει επιτόπου αποφαινόμενος «Ποτέ δε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι κομματάκι.»[6]. Όσον αφορά τον Ακριθάκη, όμως, η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν παρουσιάζει κανένα ίχνος πικρίας ή τραγικότητας. Τα δικά του «κομματάκια» είναι παρόντα και, ανταποδίδοντάς του, πια, την ευεργεσία της δημιουργίας, ανασυστήνουν και τον ίδιο τον καλλιτέχνη.


[1] βλ. Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1995, σελ. 70.

[2] βλ. Κώστας Ταχτσής, «Η βαλίτσα του Ακριθάκη», Η λέξη, τχ. 17 (Σεπτέμβρης 1982), σελ. 537.

[3] βλ. Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1986, σσ. 416-417.

[4] βλ. Εμίλ Σιοράν. Επιλογή από το De l’inconvénient d’être né, μτφ: Αντ. Καραβασίλης, Στιγμή, Αθήνα 2017, σελ. 40.

[5] βλ. Νίκος Καρούζος. Πεζά κείμενα, Ίκαρος, Αθήνα 2010 (β΄ έκδ.), σσ. 265-266.

[6] βλ. Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή, ό.π., σελ. 95.

Κύλιση στην κορυφή