Αισχύλου Ευμενίδες. Μτφρ. Κ.Χ. Μύρης. Χφο, 57σ., 1986. | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Γιώργος Ανδρέου

Ο Γεωργουσόπουλος και ο Μύρης

Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος και ο ποιητής. Ο μεταφραστής αρχαίου δράματος και ο στιχουργός τραγουδιών. Ο Γεωργουσόπουλος ο κριτικός και ο Μύρης ο κρινόμενος.

Στον δημόσιο χώρο της Τέχνης και της Διανόησης, η περίπτωση του Κώστα Γεωργουσόπουλου-Μύρη ξεχωρίζει. Ο προβεβλημένος καθηγητής που έχει γράψει στίχους σε δύο τουλάχιστον αριστουργηματικά έργα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής («Ιθαγένεια» – «Χρονικό», και τα δύο σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου) και έχει δώσει υλικό προς μελοποίηση στην Ελένη Καραΐνδρου και τον Γιάννη Ζουγανέλη (μεταξύ άλλων), ευθύνεται για ένα σπουδαίο σύνολο μεταφράσεων αρχαίων δραμάτων (στα οποία περιλαμβάνονται χορικά που έχουν μελοποιηθεί από τους σημαντικότερους συνθέτες της σύγχρονης ελληνικής μουσικής). Συγχρόνως ο Γεωργουσόπουλος έχει υπηρετήσει μια ολόκληρη ζωή το λειτούργημα του κριτικού στον ελληνικό Τύπο, με εκατοντάδες κριτικά σημειώματα (εύστοχα κατά τη γνώμη μου στην πλειοψηφία τους), παρεμβάσεις και έκφραση απόψεων στον δημόσιο χώρο με παρρησία και «βλέμμα».

Θα επιμείνω στο μεταφραστικό προφίλ του Κ.Χ. Μύρη, εξαίροντας τα ωραία Ελληνικά, το θάρρος της διακριτικής διασκευής (όταν κρίνει πως δεν μπορεί να αποδοθεί «κυριολεκτικά» το νόημα) και την παράθεση «κρυμμένων» αποσπασμάτων από Σολωμό, Παπαδιαμάντη («γύρω-τριγύρω», «ψήλωσε ο νους του» κ.α.) και γενικότερα από το σώμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, στα πολλά αρχαία δράματα που μετέφρασε και είχε την χαρά να τα δει να παρασταίνονται στα σημαντικότερα αρχαία (αλλά και σύγχρονα) θέατρα. Καταγράφω εδώ και τη δική μου μαρτυρία ως συνθέτη της μουσικής δύο τραγωδιών (Ηλέκτρα του Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι / ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΩΝ – σε σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη): Όταν προχώρησα στη μελοποίηση των χορικών, του ζήτησα την άδεια να «αυθαιρετήσω» σε σχέση με τη δική του απόδοση, ώστε να γίνει πιο «βολική» για μένα η ρυθμολογική διάσταση των κειμένων. Βεβαιώθηκε πρώτα (με δυο-τρία διασκεδαστικά διακριτικά τεστ) πως γνωρίζω αρχαία Ελληνικά σε βάθος και μετά όχι μόνο μου έδωσε την άδεια αλλά συνεργάστηκε μαζί μου ενδελεχώς, κατευθύνοντάς με προς λύσεις και εκδοχές που βοήθησαν καθοριστικά τη μελοποίηση.

Ο Γεωργουσόπουλος δεν συμπαθεί τον άκρατο και «στημένο» μοντερνισμό. Δεν αγαπά την αποδόμηση, τη διασκευή που κάνει αγνώριστο το πρωτότυπο. Δεν ενθουσιάζεται από ψυχρές, εγκεφαλικές αποδόσεις θεατρικών κειμένων ούτε συγκινείται από φροϋδικού τύπου αναλύσεις και ερμηνευτικές απόπειρες μεγάλων έργων. Έχει ενστερνιστεί την σεφερική άποψη πως «η Ελλάδα απέχει εξίσου από την Ανατολή και από την Δύση», πιστεύει στον «ελληνικό τρόπο», έχει πλήρη συνείδηση της αριστοκρατικής λαϊκότητας που ο ελληνικός πολιτισμός διατηρεί στην πληρέστερη εκδοχή του. Στις απόψεις του, στους αφορισμούς του «ακούγονται» ο Κουν, ο Τσαρούχης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης (κι όλη η γενιά του ’30), αλλά κι ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Σαββόπουλος… Ο ακραιφνής ακαδημαϊσμός, με την «αφ’ υψηλού» θεώρηση των πραγμάτων, του ήταν εξίσου βαθύτατα αντιπαθής (κι εκείνος του… ανταπέδιδε την φιλοφρόνηση).

Ο Γεωργουσόπουλος λάτρευε τον Σολωμό. Κάποιο βράδυ, στη διάρκεια μιας πρόβας στην Επίδαυρο, του είπα αστειευόμενος: «Φαντάσου ο Σολωμός, αμέσως μετά την απελευθέρωση, να ερχόταν στην Αθήνα και να πρυτάνευε στο πρώτο νεοελληνικό Πανεπιστήμιο Γραμμάτων και Τεχνών, με όλες του τις “αποσκευές” και τις απόψεις – για τη Δημοτική γλώσσα, για το Δημοτικό Τραγούδι, για το “είδος μικτόν και νόμιμον”»… Ο δάσκαλος χαμογέλασε. «Ναι, αλλά έτσι ίσως χάναμε τον Ροΐδη, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Μητσάκη…».

Δεν γνώρισα τον εκπαιδευτικό Γεωργουσόπουλο. Οι μαθητές του αναφέρονται σε εκείνον με αγάπη και σεβασμό. Και είναι πολλοί οι επώνυμοι μαθητές του που τον μνημονεύουν. Πάντοτε με θετικό πρόσημο.

Η κριτική του ενασχόληση γέννησε πάθη και εντάσεις – πώς αλλιώς; Ο Γεωργουσόπουλος υπήρξε θερμός και παθιασμένος, με ισχυρή αριστοφανική πρώτη ύλη στην γραπτή αποτίμηση έργων τέχνης. Δεν τσιγκουνευόταν ούτε επαίνους ούτε ψόγους. Είχε πάντα το θάρρος της γνώμης. Πλήρωσε τις συνέπειες. Πιστεύω πως το θεωρούσε τιμή και καμάρι του.

Αφήνω για το τέλος τον ποιητή των δύο αριστουργημάτων, του «Χρονικού» και της «Ιθαγένειας». Μια ακρόασή τους (με τη συγκλονιστική μελοποίηση του Γιάννη Μαρκόπουλου) ενισχύει την άποψη πως πρόκειται για έργα που θα συγκαταλέγονται (στο διηνεκές) στη μικρή ομάδα των δημιουργημάτων που καθόρισαν και συνεχίζουν να καθορίζουν τον νεοελληνικό πολιτισμό. Αρκούν τα δύο αυτά έργα για να κατατάξουν τον Κ.Χ. Μύρη στην πρώτη εθνική των μελοποιημένων Ελλήνων ποιητών του στίχου, δίπλα στον Γκάτσο, τον Ελευθερίου, τον Παπαδόπουλο, την Παπαγιαννοπούλου, τον Αλκαίο, την Νικολακοπούλου (κι όλους τους σημαντικούς επιγόνους τους).

Ο Έλληνας και διεθνής Κώστας Γεωργουσόπουλος / Κ.Χ. Μύρης. Ο Χρόνος είναι σύμμαχος του. Είμαι βέβαιος. 

Κύλιση στην κορυφή