Περί το 1972; Φωτογράφος Νίκος Μήτσουρας. | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Κατερίνα Θεοδωράτου

Ο λόγος ως σωσίβιο ζωής

«Ο λόγος ως σωσίβιο ζωής[1]»:
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ως κριτικός και ως δάσκαλος

«[…] Οι λέξεις είναι ιερές. Δικαιούνται σεβασμό.
Διαλέγοντας τις σωστές, με τη σωστή σειρά,
μπορείς να μετακινήσεις λίγο τον κόσμο…»

Tom Stoppard, The Real Thing (1983, σ. 53)

«Εκκίνησα με δύο παραδοχές που τελικά είναι μία:
“Η κριτική είναι δημόσια ανάληψη ευθύνης” (Κάντιος) και
“Κριτική είναι τεκμήρια, λογικά και πραγματολογικά”…»
Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Η κριτική ως
 δημόσια ανάληψη ευθύνης» (in.gr, 27/1/2020)

Στην εποχή της υπερ-πληροφόρησης –όπου απουσιάζει η Γνώση– ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ήταν ίσως από τους τελευταίους δασκάλους που δίδασκε πρωτίστως με την ύπαρξη και την παρουσία του, γνωρίζοντας σε τέτοιο βάθος και εύρος το αντικείμενό του, ώστε οι «παρεκβάσεις» του να είναι περισσότερο πολύτιμες από την όποια «ύλη». Αντίστοιχα, στην εποχή της ακατάσχετης φλυαρίας –όπου απουσιάζει ηχηρά ο Λόγος– υπήρξε από τους ελάχιστους κριτικούς θεάτρου που συνέθεταν επιστημονικά δοκίμια σε πείσμα των εφήμερων, επικαιρικών φληναφημάτων, ασμένως αποδεκτών και προβεβλημένων από τους ίδιους τους ανθρώπους του θεάτρου, που υποκαθιστούν στις μέρες μας τον κριτικό λόγο. Σε αυτές τις δύο –μεταξύ πολλών– ιδιότητές του θα επιχειρήσει να εστιάσει το παρόν σημείωμα.

Ακολουθώντας την εύστοχη διάκριση μεταξύ θεωρίας και κριτικής θεάτρου με σωσσυριανούς όρους λόγου και ομιλίας (Langue-Parole)[2] και τη διαπίστωση ότι, αν η θεωρία ορίζει τον κώδικα, το σύστημα και τα εργαλεία του, η κριτική περνά στην αποκωδικοποίησή του, οι κριτικές του Κώστα Γεωργουσόπουλου αποτελούν θαυμαστά δείγματα συνύπαρξης και διάδρασης θεωρίας και πρακτικής.

Τα κριτικά του κείμενα, ειδικά οι επιφυλλίδες του στον Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, των τελευταίων ετών, συνιστούν εκλεκτά προϊόντα παραγωγικής φιλοσοφικής μεθόδου στη γραφή: Ερείδοντας στέρεα στο θεμέλιο της θεωρίας, εκκινώντας από το «γενικό» και διαμοιράζοντας γενναιόδωρα τη θεατρική του τεχνογνωσία και ιστοριογνωσία, απολήγει στο «ατομικό και ανεπανάληπτο» της παράστασης. Η τεκμηρίωσή του υπήρξε ανέκαθεν αδιαφιλονίκητη, ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς μαζί του στο «διά ταύτα», είναι αδύνατο να αμφισβητήσει τη μέθοδό του ή να εντοπίσει ανακολουθίες και ασυνέπειες στην επιχειρηματολογία του. Η δομή των κειμένων του, που έχουν ενίοτε κακόβουλα απαξιωθεί ως μαξιμαλιστικά, υπερβολικά θεωρητικά, ακόμα και «διδακτικά», ήταν πάντα συγκεκριμένη και σταθερή: 1) Συνοπτική αλλά σαφής και περιεκτική αναφορά στο υπό παράσταση έργο καθώς και στο είδος του. 2) Ιστορική αναδρομή σε προγενέστερες παραστασιακές εκδοχές του, τοποθέτηση της υπό μελέτη παράστασης εντός της θεατρικής διαχρονίας. 3) Λεπτομερής (λιγότερο ή περισσότερο) κριτική προσέγγιση στην παράσταση αναφοράς. Στο συγκεκριμένο τρίπτυχο, Θεωρία/Ιστορία/Κριτική του θεάτρου[3], ο Κ. Γεωργουσόπουλος έχει διαρθρώσει εμβληματικά κείμενα, χυμώδη, απαλλαγμένα από κάθε υποψία μορφολογικού ή κριτικού φορμαλισμού, που μπορούν να σταθούν και ως αυτόνομες μελέτες, πέρα και πάνω από την εγγενή επικαιρικότητα της θεατρικής κριτικής. Εξισορροπεί αριστοτεχνικά το «γενικό» με το «ειδικό», αποφεύγοντας τον σκόπελο τόσο της υπερβολικής θεωρητικολογίας που διακινδυνεύει να παραβλέψει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας παράστασης, όσο και της τυποποίησης του κριτικού κώδικα, που τείνει συχνά να παράγει ανούσιες παραστασιακές «παραφράσεις»[4].

Οι κριτικές του σε παραστάσεις αρχαίου Δράματος άφησαν εποχή, όπως και οι, πάντα τεκμηριωμένες αλλά και sui generis, προσεγγίσεις του σε αυτές. Θυμίζω ενδεικτικά την αναφορά του στην ευριπίδεια Ιφιγένεια εν Αυλίδι ως «ειρωνική τραγωδία»[5], σε σύγκρουση με την επικρατούσα ρομαντική-ιδεαλιστική ερμηνευτική άποψη, θέση που απηχεί και η έξοχη μετάφρασή του στο έργο το 1982 για λογαριασμό του Αμφι-θεάτρου.

«Δεν δίστασα […] να γίνω δυσάρεστος[6]»: Προκλήσεις και η αμεροληψία της κριτικής

Αν κύρια προϋπόθεση της κριτικής είναι η αμεροληψία και η συνέπεια λόγων και έργων[7] καθώς και, θα συμπληρώναμε, η τόλμη της αυτο-έκθεσης στον δημόσιο λόγο κόντρα σε αυτό που θα λέγαμε «πίεση των ομοτίμων» (peer pressure), ο Κ.Γ. ανταποκρίθηκε σε αυτό το αίτημα με θάρρος και παρρησία, παρακάμπτοντας τήν, σε πλείστες περιπτώσεις, «κατακραυγή». Άσκησε όσο κανείς τον δημόσιο διάλογο. Τόλμησε να εξάρει την προσφορά δημιουργών τάχα «παλιών και ξεπερασμένων», όπως του Δημήτρη Μπόγρη[8] ή του Γρ. Ξενόπουλου[9] αλλά υπήρξε ανοιχτός και στο «νέο», παραμένοντας ωστόσο επιφυλακτικός απέναντι σε αυτό· τίποτα δεν αποδέχτηκε a priori, ούτε ως «καινούργιο» ούτε ως «παλιό και οικείο» και δυσκολευόταν να συμμεριστεί τον εύκολο ενθουσιασμό απέναντι σε μόδες και τάσεις. Δεν δίστασε ποτέ να διαφοροποιηθεί από τον συρμό, ούτε να «πάρει θέση», γιατί η αμεροληψία του κριτικού δεν σημαίνει πολιτική ορθότητα των «ίσων αποστάσεων», αλλά ευθύνη και θάρρος της γνώμης.[10] Δεν παραβίασε ποτέ ανοιχτές θύρες, τα πάντα περνούσαν από την εξαντλητική βάσανο της κριτικής του ματιάς, αυστηρής αλλά και δεκτικής. Από αυτόν διδαχθήκαμε ότι δεν υπάρχουν «κατώτερα θεατρικά είδη», ούτε καν ακριβώς «κακοί συγγραφείς» ή «ατάλαντοι/ες ηθοποιοί», αλλά μόνο κακά έργα, ανεπιτυχείς παραστάσεις, τηλεοπτική-εμπορική αισθητική, αδίδακτοι/ες ηθοποιοί. Ως παράδειγμα της απροκατάληπτης δεκτικότητάς του θα αναφέρω ενδεικτικά την ενεργό παρουσία του στο ξεκίνημα της stand-up κωμωδίας στην Ελλάδα από τη Λουκία Ρικάκη το 1995.[11] Παροιμιώδης άλλωστε υπήρξε η αγάπη και η υποστήριξή του στο Ελληνικό λαϊκό θέατρο και τους/τις λειτουργούς του. Δεν δίστασε να αφιερώσει κοινή νεκρολογία στις Ειρήνη Παπά και Μάρθα Καραγιάννη[12], τονίζοντας τις κοινές επιθεωρησιακές καταβολές των δύο ηθοποιών, ενώ δεν έκρυψε ποτέ τη βαθιά του εκτίμηση για την Αλίκη Βουγιουκλάκη.[13] Τόλμησε ακόμα, σε πείσμα της εγχώριας θεατρικής και θεατρολογικής ιντελιγκέντσιας αλλά και του δημοσιογραφικού κατεστημένου να ασκήσει ενθουσιώδη –και φυσικά τεκμηριωμένη– κριτική σε επιθεωρησιακό διασκεδαστή παράστασης του Δελφινάριου, τον Μάρκο Σεφερλή.[14] Άγνωστο αν δικαιώθηκε ή μέλλει να δικαιωθεί από τον χρόνο, η τόλμη του όμως να διακινδυνεύσει ανυστερόβουλα το κύρος του, υπερασπιζόμενος μία «ανοιχτή θύρα» που ο καθείς αρεσκόταν να κρούει για την εύκολη απολαβή ευσήμων «ποιότητας», είναι ήδη ιστορικά καταγεγραμμένη.

Ευρυμαθής, λάτρης και βαθύς γνώστης του παγκόσμιου θεάτρου, έδινε ωστόσο πάντα προτεραιότητα στην εγχώρια δραματουργία, θεωρώντας την ραχοκοκαλιά του θεάτρου μας[15]. Θεωρούσε σημαντικό στοιχείο προστιθέμενης αξίας την εντοπιότητα, τη σύνθεση δραματουργικής ιδιοπροσωπίας, και στήριξε τους Έλληνες και τις Ελληνίδες συγγραφείς, ανεξαρτήτως ύφους και είδους που υπηρετούσαν, από τον Καμπανέλλη ως τον Ζιώγα.[16] Δεν έπαυε να τονίζει τη σημασία της στήριξης του νεοελληνικού έργου από την Πολιτεία: είχε επανειλημμένα προτείνει τη δημιουργία και συντήρηση Σκηνής προορισμένης αποκλειστικά για αυτό, σε επίπεδο Κρατικών Θεάτρων.[17]

«Η γλώσσα ως Έρως»[18]

Προερχόμενος από τον χώρο της Κλασικής Φιλολογίας αλλά και εκείνον του «ενεργού» θεάτρου –μαθήτευσε κοντά στον σπουδαίο Δ. Ροντήρη– ο Κ.Γ. έδινε τεράστια σημασία τόσο στην εκφορά επί σκηνής όσο και στη χρήση της γλώσσας. Το ύφος του αναγνωρίσιμο, στέρεο, ενίοτε λυρικό αλλά κατά κανόνα απλό, ύφος κριτικού που οι λέξεις του δεν συγκαλύπτουν αλλά φανερώνουν, που συγκροτούν και κωδικοποιούν το πνευματικό του βάθος και εύρος, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουν να λένε απερίφραστα και χωρίς περιστροφές και ακροβασίες «τα πράγματα με το όνομά τους». Έγραφε απλά και λιτά όπως μιλούσε και ταυτόχρονα μιλώντας «έγραφε», τόσο συγκροτημένος και συνεκτικός ήταν –και– ο προφορικός του λόγος. Αξιοποίησε σε πολλές περιπτώσεις το αιχμηρό του χιούμορ στα κείμενά του, άλλοτε καλοκάγαθα, άλλοτε βιτριολικά, πάντοτε όμως σε ένα αριστοφανικό σατιρικό πνεύμα, εύστοχα και χωρίς χολή.

«Για έναν δάσκαλο, βιογραφία του είναι οι μαθητές του»[19]

Ως δάσκαλος δεν διόρθωνε ποτέ ως «σωστό ή λάθος» την κρίση των σπουδαστών. Παρείχε ερεθίσματα για συζήτηση, έδινε και έπαιρνε, και μέσα από την ώσμωση αυτή προέκυπτε το διδακτικό «συμβάν». Κάθε διάλεξή του ήταν ένα «συμβάν», ένα κλειδί, μία νέα δίοδος· αντί να καθορίζει προορισμούς, άνοιγε δρόμους. Κοντά του μάθαμε να συγκρίνουμε και να αξιολογούμε, να μη χάνουμε την εγρήγορσή μας, αλλά, κυρίως, να παράγουμε και να αρθρώνουμε δικό μας, αυθύπαρκτο λόγο. Η ρητορική του υπήρξε ακαταμάχητα γοητευτική: ανατρέχοντας σε σημειώσεις από τα φοιτητικά χρόνια, οι δικές του ήταν οι περισσότερο απρόβλεπτες και ιδιαίτερες. Κάποτε θέλησα να τον «μιμηθώ» σε προφορική εξέταση εξαμήνου, και εισήγαγα σε απάντησή μου τη λέξη «ταραχή», όρο που είχε επανειλημμένα χρησιμοποιήσει εκείνος στις παραδόσεις του για να περιγράψει με τον δικό του ιδιάζοντα και ανορθόδοξο τρόπο την πρωτογενή, δημιουργική έμπνευση που καλείται να ενεργοποιήσει ο/η κριτικός αλλά και ο/η μεταφραστής/τρια θεάτρου. Μου απάντησε σκωπτικά, με το ομώνυμο, γνωστό λαϊκό τραγούδι της εποχής! Όχι, το προσωπικό ύφος και η λεκτική επιλογή επινοούνται, δεν αντιγράφονται, το αντιληφθήκαμε με τον καιρό αυτό, εμείς οι φοιτητές του. Η έμπνευση και το παράδειγμά του ωστόσο έκανε σε όλους μας λίγο πιο υποφερτό τον περιβόητο «τρόμο του λευκού χαρτιού»!

«…Να πλάσει ένα κοινό»[20]: Για μία παιδαγωγική του θεάτρου

«…Σκοπός του μαθήματος του θεάτρου στα σχολεία, δεν είναι να βγάλει ηθοποιούς, αλλά να πλάσει ένα κοινό», έγραφε ο Κ. Γ. σαράντα και πλέον χρόνια πριν. Αντίστοιχα, σκοπός του/της κριτικού δεν είναι, προφανώς, να ενημερώσει «δημοσιογραφικά», αλλά να ανοίξει έναν δημόσιο διάλογο γύρω από μια παράσταση, καθώς και να καλλιεργήσει το αισθητήριο και την αισθητική του κοινού.[21] Αυτήν την αναγκαιότητα του πεπαιδευμένου θεατή υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή ο Κ.Γ., τόσο ως κριτικός θεάτρου όσο και ως δάσκαλος στη Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Γι’ αυτό και τα κριτικά του κείμενα υπήρξαν «μαθήματα» και όχι λιβανωτοί. Στην εποχή του μαξιμαλισμού της πληροφορίας, όπου ελλείπει η βαθιά και ουσιαστική Γνώση, περισσεύουν, όπως προαναφέρθηκε οι light απόψεις από “viewsers”[22], οι οποίες, δυστυχώς, ενθαρρύνονται, αναπαράγονται και διασπείρονται από τους ίδιους τους ανθρώπους του θεάτρου.[23]

Σε αυτήν την αισθητική οχλαγωγία, η νηφάλια αλλά με πάθος ταγμένη στην υπηρεσία του θεάτρου και του λόγου κριτική «φωνή» του Κώστα Γεωργουσόπουλου θα λείπει πάντα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, Β. (2021) Η ιστορία «ενός θρύλου»: Η Ελένη Ουράνη και η θεατρική κριτική (1915-1971). Εκδ. Ι. Σιδέρης

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. στο περιοδικό Εκκύκλημα: «Για τη θεατρική παιδεία» αρ. 1 Οκτ-Δεκ. 1983, σσ. 17-19.

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. στο περιοδικό Διαβάζω: «Εισαγωγικά και παρενθέσεις σε δέκα παραγράφους» αρ. 89, 7/3/1984, σσ. 12-15

ΠΕΦΑΝΗΣ, Γ. Π. (2003). «O ερμηνευτικός λόγος της θεατρικής κριτικής» στο Τοπία της Δραματικής Γραφής. Δεκαπέντε μελετήματα για το Ελληνικό Θέατρο. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Ακαδημία Αθηνών

STOPPARD, T. (1983) The Real Thing. Boston & London: Faber and Faber

WILKINS, P. (2018) «The Art of Theatre Criticism» στο περ. Scene τ. 3, Μάιος 2018, σσ. 26-29

ΑΡΘΡΑ ΣΕ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥΣ

ΒΑΛΑΡΗΣ, Σ. (12/4/2025) 30 χρόνια πριν, στο μπαρ Κούνιες, γεννήθηκε το ελληνικό stand-up. Lifo.gr Ανακτήθηκε 13/4/2025) από https://www.lifo.gr/culture/theatro/30-hronia-prin-sto-mpar-koynies-gennithike-elliniko-stand

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (28/8/2011) «Λαϊκό σατιρικό θέατρο», εφ. ΤΑ ΝΕΑ. Ανακτήθηκε 23/4/2025 από https://www.tanea.gr/2011/08/28/lifearts/culture/laiko-satiriko-theatro

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (9/7/2017) «“Ιφιγένεια εν Αυλίδι”: Ειρωνικός Ευριπίδης», εφ. ΤΑ ΝΕΑ. Ανακτήθηκε 22/4/2025 από https://www.tanea.gr/2017/07/09/lifearts/ifigeneia-en-aylidi-eirwnikos-eyripidis/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (25/1/2020) «Η κριτική ως δημόσια ανάληψη ευθύνης», εφ. ΤΑ ΝΕΑ. Ανακτήθηκε 10/4/2025 από https://www.tanea.gr/print/2020/01/25/lifearts/i-kritiki-os-dimosia-analipsi-eythynis/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (4/9/2021) «Τα πρώτα γράμματα», in.gr. Ανακτήθηκε 22/4/205 από https://www.in.gr/2021/09/04/apopsi/ta-prota-grammata/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (4/2/2022) «Φάλαινα στα ρηχά», in.gr. Ανακτήθηκε 22/4/2025 από https://www.in.gr/2022/02/04/apopsi/falaina-sta-rixa/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (10/6/2022) «Η γλώσσα ως έρως», in.gr. Ανακτήθηκε 21/4/2025 από https://www.in.gr/2022/06/10/apopsi/glossa-os-eros/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (22/7/2022) «Μνήμη Αλίκης Βουγιουκλάκη», in.gr. Ανακτήθηκε 21/4/205 από https://www.in.gr/2022/07/22/apopsi/mnimi-alikis-vougiouklaki-1934-1996/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (5/8/2022) «Μια ποίηση στοχαστική», in.gr. Ανακτήθηκε 18/4/2025 από https://www.in.gr/2022/08/05/apopsi/mia-poiisi-stoxastiki/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (14/10/2022) «Δύο κυρίες του θεάτρου», in.gr. Ανακτήθηκε 21/4/2025 από https://www.in.gr/2022/10/14/apopsi/dyo-kyries-tou-theatrou/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (1/3/2024) «Η ποίηση ως σωσίβιο ζωής», in.gr. Ανακτήθηκε 19/4/2025 από https://www.in.gr/2024/03/01/apopsi/poiisi-os-sosivio-zois/

ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (5,12,19/8/2024) «Ο Ξενόπουλος και το φιόρο του», «Η γοητεία της μαστοριάς», «Το κατ` εξοχήν αστικό δράμα». Εφ. ΤΑ ΝΕΑ. Ανακτήθηκε 24/4/2025 από https://www.tanea.gr/tag/grigorios-ksenopoulos/

ΜΠΟΖΙΝΗ Νατάσα (αρχισυνταξία) (17/10/2015) : Δημήτρης Μπόγρης στο Ταξίδι στον Πολιτισμό” Σειρά: Ταξίδι στον Πολιτισμό για το Υπουργείο Πολιτισμού – Βιογραφίες δημιουργών – Υπεύθυνος έργου: Κώστας Γεωργουσόπουλος

https://www.youtube.com/watch?v=iU1VSt0brz8 (ημ. πρόσβασης 4/3/2025)

ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ Σ. (2023). «Δοκιμασίες και αδιέξοδα της σύγχρονης θεατρικής κριτικής». Στο Θεάτρου Πόλις. Διεπιστημονικό περιοδικό για το θέατρο και τις τέχνες. σσ. 34–45. Ανακτήθηκε 18/4/2025 από https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/theatrepolis/article/view/34543

ΠΕΦΑΝΗΣ, Γ. Π. (2007) «Στοιχεία για μια κριτική της θεατρικής κριτικής» στο Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμ. ΛΗ΄, (2006-2007), σσ. 248-276 Ανακτήθηκε 18/4/2025 από https://epub.lib.uoa.gr/index.php/epetirisphil/article/view/1463/1691

ΠΕΦΑΝΗΣ, Γ.Π. (2010) «Όψεις της σύγχρονης κριτικής θεάτρου» στο Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Τόμ. ΜΑ΄, (2009-2010), Σσ. 269-289. Ανακτήθηκε 18/4/2025 από https://epub.lib.uoa.gr/index.php/epetirisphil/article/view/2040/1754

⸙⸙⸙

[Η Κατερίνα Θεοδωράτου είναι θεατρολόγος – Μέλος Ε.Ε.Θ.Μ.Κ.]


[1] Παράφραση του τίτλου άρθρου του Κώστα Γεωργουσόπουλου στα Νέα της 29/2/2024: «Η Ποίηση ως σωσίβιο ζωής».

[2] Πεφάνης, 2003: 537-538

[3] Πεφάνης, 2010: 270.

[4] Πεφάνης, 2007: 248.

[5] Γεωργουσόπουλος, 2017.

[6] Γεωργουσόπουλος, 4/9/2021.

[7] Γεωργοπούλου, 2021: 12.

[8] Γεωργουσόπουλος, στο Μποζίνη, 2015.

[9] Γεωργουσόπουλος – Σειρά άρθρων στα Νέα (5-19/8/2024)

[10] Wilkins, 2018: 28.

[11] Βαλάρης, 2025.

[12] Γεωργουσόπουλος, 14/10/2022.

[13] Γεωργουσόπουλος, 22/7/2022.

[14] Γεωργουσόπουλος, 2011.

[15] Γεωργουσόπουλος, 1984: 15.

[16] Ό.π. σελ. 14.

[17] Γεωργουσόπουλος, 4/2/2022.

[18] Γεωργουσόπουλος, 10/6/2022.

[19] Γεωργουσόπουλος, 5/8/2022.

[20] Γεωργουσόπουλος, 1983: 18-19.

[21] Wilkins, 2018: 29.

[22] Πατσαλίδης, 2023: 39.

[23] Ό.π.: 45.

Κύλιση στην κορυφή