Σχέδιο: Sergei Eisenstein

Άννα Αφεντουλίδου

Για την «Κρήνη της οδύνης» του Γιάννη Παπακώστα

«Λύπη ας ερχόταν η χαρά»

Γιάννης Παπακώστας, Η κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, εκδ. ΣΩΒ, Αθήνα 2020.

Ερμηνευτικό παράδειγμα

Η κρήνη της οδύνης, το καινούργιο δοκιμιακό βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα δεν αποτελεί μόνο μια σημαντική συμβολή στη μελέτη «του πένθους, του πόνου και της θλίψης ως πηγών λογοτεχνικής δημιουργίας», αλλά αποτελεί και πρόταση ενός ερμηνευτικού παραδείγματος πολύ χρήσιμου παιδαγωγικά. Ο Γιάννης Παπακώστας, ομότιμος σήμερα καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπήρξε για πολλά χρόνια όχι μόνο ένας ακούραστος ερευνητής αλλά και ένας σημαντικός δάσκαλος. Έγνοια του όχι μόνο η προώθηση της φιλολογικής έρευνας αλλά και οι παιδαγωγικές προτάσεις για τη λογοτεχνία στον χώρο της εκπαίδευσης. Μια που μας ενώνει κοινή η αγωνία αυτού του πολύμοχθου αγώνα, θα ήθελα να επανα-διαβάσω το βιβλίο εστιάζοντας κυρίως στην οπτική αυτή.

Το βιβλίο ξεκινά με έναν σύντομο αλλά κατατοπιστικό Πρόλογο για το πώς το τρίπτυχο «πένθος-πόνος-θλίψη» έχει τροφοδοτήσει από παλιά τη λογοτεχνική έμπνευση, ιδίως στην ελληνική γραμματεία. Οι αναφορές του σε παλαιότερα, κλασικά και αναγνωρίσιμα έργα δημιουργούν εκείνο το διακειμενικό υπόβαθρο που χρειάζεται ο αναγνώστης ώστε να γεφυρώσει την αναγνωστική του πορεία με το σήμερα και να ανιχνεύσει τις συνέχειες αλλά και τις ανανεωτικές ανατοποθετήσεις των ζητούμενων αξόνων στον αιώνα μας. Ο μελετητής επιλέγει να εστιάσει στον ποιητικό λόγο, έναν χώρο πολύ πιο απαιτητικό για την έρευνα, μια που οφείλει να προσφέρει ερμηνευτικό γλωσσάρι για κώδικες που ελέγχονται ιδιαιτέρως πολύσημοι, ενίοτε και σκοτεινοί. Ακολουθούν δέκα ανισομερείς ενότητες για ισάριθμους σύγχρονους ποιητές και ποιήτριες: τρεις τεθνεώτες και επτά εν ζωή, τρεις γυναίκες και επτά άντρες. Η μεγαλύτερη ενότητα του βιβλίου είναι η πρώτη όπου στοιχίζονται τέσσερα κείμενα για την ποίηση της Κικής Δημουλά, ενώ ακολουθούν ενότητες όπου μελετώνται ποιητικές συλλογές των Παντελή Μπουκάλα, Αγγελικής Σιδηρά, Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Γιώργου Μαρκόπουλου, Μαρίας Κυρτζάκη, Νάσου Βαγενά, Στέλιου Μαφρέδα, Λευτέρη Πούλιου και Γιάννη Βαρβέρη. Το βιβλίο τελειώνει με έναν σύντομο Επίλογο που συνοδεύει το Βραχύ Ιστορικό των προηγούμενων δημοσιεύσεων και των αλλαγών των κειμένων που απαρτίζουν τις επί μέρους ενότητες της μελέτης.

Ο οριζόντιος άξονας της μελέτης είναι προσεκτικά και αντιπροσωπευτικά δομημένος. Θέλω να πω ότι οι ποιητές και ποιήτριες που απασχολούν το ερευνητικό εργαστήρι του Γιάννη Παπακώστα καλύπτουν ένα μεγάλο τμήμα του φάσματος της ιδιότυπης σχέσης της ποίησης με το πένθος, τον πόνο και τη θλίψη: ο συγγραφέας επιλέγει εκκινώντας από τις περιπτώσεις εκείνες που αφορμώνται από ένα προσωπικό βίωμα απώλειας αγαπημένου προσώπου (του συντρόφου για την Κική Δημουλά, του παιδιού για την Αγγελική Σιδηρά και τον Παντελή Μπουκάλα, ενός συγγενικού προσώπου που σχετίζεται με την παιδική ηλικία και τη συγκρότηση της ατομικής ταυτότητας για τον Νάσο Βαγενά), μέχρι το άμεσο βίωμα της διακινδύνευσης του θανάτου (όπως το βίωμα της ασθένειας του Γιώργου Μαρκόπουλου, πιο έμμεσα του Στέλιου Μαφρέδα και σε μια μακραίωνη σχέση αυτό του Γιάννη Βαρβέρη) αλλά και το βίωμα μιας διαταραγμένης σχέσης με τη ζωή (όπως στην περίπτωση του Λευτέρη Πούλιου) ή τέλος, αυτό μιας μονιμότερης σχέσης συγκατοίκησης με τον θάνατο (περισσότερο ιδιοσυγκρασιακής, όπως στην ποίηση του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, περισσότερο «έμφυλης» όπως στην περίπτωση της Μαρίας Κυρτζάκη). Ο κάθετος άξονας των ερμηνευτικών συμπερασμάτων για την κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές κινείται παλινδρομικά από το γενικό στο ειδικό, από την επαγωγική διάσταση στην παραγωγική, δίνοντας συνεχώς αναλογικά παραδείγματα ως υπόμνηση των αποδεικτικών συλλογισμών και ταυτοχρόνως ως αφορμή ενός ανατροφοδοτούμενου προβληματισμού.

Δέκα ποιητικές περιπτώσεις

Στα τέσσερα κείμενα της πρώτης ενότητας (η οποία είναι αρκετά μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες), ο συγγραφέας ξεκινά από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά Χαίρε Ποτέ, συνεχίζει με το Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, για να μεταβεί στον Δημόσιο Καιρό και στην Άνω τελεία, σε μια αναγνωστική πορεία όπου συμψηφίζονται μερικά από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης της Κικής Δημουλά τόσο ως προς τον συναισθηματικό και εννοιολογικό πυρήνα που την καθορίζουν όσο και ως προς τα μορφολογικά χαρακτηριστικά που την κάνουν ξεχωριστή. Διαρκές συναισθηματικό κλίμα, επισημαίνει, είναι η θλίψη της μοναξιάς ή και ο ερωτικός πόνος, επαναλαμβανόμενος καμβάς είναι η απουσία, το πένθος ή η φθορά του χρόνου. Μορφολογικά ανιχνεύονται η διατάραξη της σύνταξης, οι οριακές μεταφορές, η φαινομενική διασάλευση της νοηματικής αλληλουχίας, απρόσμενες συζεύξεις λέξεων και εννοιών, οι «ισοτοπίες» (π.χ. έρωτας-θρησκεία), η αποφθεγματικότητα, ο διακειμενικός διάλογος, η προσωποποίηση ιδεών και εννοιών, η αντιστροφή υποκειμένου-αντικειμένου, οι ζευγματικές αντιθέσεις κ.ά., αλλά όλα αυτά δεν εντοπίζονται φορμαλιστικά σαν αποδελτιώσεις ενός ψυχρού ερευνητή, αλλά αναλύονται συγκριτολογικά με την παρατηρητικότητα ενός ένθερμου και συγκινημένου ερμηνευτή. Υπάρχει δηλαδή εκείνη η ισορροπία στο λεκτικό, τη δομή και τη συνεκτικότητα που χρειάζεται τόσο ο μυημένος γνώστης όσο και ο ανυποψίαστος αναγνώστης. Οι παρατηρήσεις του συγγραφέα συμπληρώνονται με αναφορές από ομιλίες και συνεντεύξεις της ποιήτριας που λειτουργούν τεκμηριωτικά στον σχολιασμό των κειμένων.

Στη δεύτερη ενότητα για τον Παντελή Μπουκάλα αναλύονται τόσο οι λειτουργίες των δομικών στοιχείων των στίχων –μιλώντας για τις «σημαδούρες λέξεις», όπως πολύ ωραία τις χαρακτηρίζει– όσο και οι εκλεκτικές συγγένειες με το δημοτικό τραγούδι, με αναφορές σε παραδείγματα ομοιότροπων λεκτικών σχημάτων. Η ανάλυση γίνεται στους ομόκεντρους πάντα κύκλους της απουσίας του αγαπημένου γιου, του πένθους για το αμετάκλητο και δυσαναπλήρωτο κενό ενός σπαρακτικού πόνου που σημαδεύει οριστικά τον ποιητικό λόγο. Πολύτιμη για τον αναγνώστη της μελέτης είναι η συνανάγνωση των ποιημάτων της συλλογής Ρήματα του Παντελή Μπουκάλα με τα παράλληλα κείμενα μιας ανέκδοτης συλλογής του (με τον τίτλο Είκοσι).

Η προσέγγιση του βιωματικού πόνου στο ποιητικό αποτύπωμά του στη συλλογή Οίμοι λέγουσα της Αγγελικής Σιδηρά γίνεται με πειστικό όσο και τρυφερό τρόπο. Και δεν είναι μόνο η δόμηση των σκέψεων με συνεκτική αλληλουχία και η συνεχής παραδειγματική τεκμηρίωση, αλλά είναι και εκείνος ο σεβασμός, η προσοχή στην ανθρώπινη διάσταση που καθιστούν τη μελέτη του Γιάννη Παπακώστα, όπως προαναφέρθηκε, «παιδαγωγικά» χρήσιμη. Γιατί ακριβώς δείχνει τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να συστήσουμε χωρίς να κουράσουμε, να εν-νοήσουμε χωρίς να απονευρώσουμε, να ερμηνεύσουμε χωρίς να αφυδατώσουμε τη ζώσα συγκίνηση.

Στην περίπτωση του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου επιτυγχάνεται να αναδειχθεί ο πρωταγωνιστικός ρόλος των οπτικοακουστικών εικόνων ως βυθοσκοπικών εργαλείων σε μια ποίηση που τα ερμηνευτικά αντικλείδια δύσκολα βρίσκονται και ακόμη πιο δύσκολα ξεκλειδώνουν τους αρμούς της. Καθώς ο μελετητής παρακολουθεί τη συναρμογή των εικόνων, κατορθώνει να αποδείξει πώς «από το φαινομενικό χάος αναδύεται μια αρμονία πένθιμη». Ο ποιητής δεν έχει άλλον τρόπο να μιλήσει παρά «διασχίζοντας το δάσος του πόνου, να περάσει μέσα από την κόλαση αυτοτιμωρούμενος». Ο Γιάννης Παπακώστας ακολουθεί έναν ερμηνευτικό ιστό που συνέχει τα κείμενα κυρίως της ποιητικής συλλογής Έκτακτο δελτίο καιρού, κάνοντας εκ παραλλήλου αναφορές και στα ποιητικά βιβλία Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου, Η λύπη των άλλων και Το μαύρο κουμπί.

Η ενότητα για τον Κρυφό κυνηγό του Γιώργου Μαρκόπουλου κατορθώνει, ακολουθώντας τη διάταξη των ποιημάτων της συλλογής, μέσα από τα παραθέματα να προτάξει ότι πράγματι «η συλλογή μοιάζει με Νέκυια και σε προσωπικό επίπεδο με κάθοδο στον Άδη». Ότι όποιος την ανα-γνώσει μέσα από μια τέτοια οπτική και με «εργαλεία την ανίχνευση του εσωτερικού ρυθμού, τις επαναφορές και τις μεταφορές», ανακαλύπτει τα «κρυφά μυστικά» της ως «μιας μελέτης, όπου αποτυπώνονται οι ψυχικοί κραδασμοί ενός ατόμου που πολιορκούνταν επίμονα από τον κρυφό κυνηγό», την ασθένεια και τον θάνατο.

Στην περίπτωση της ποίησης της Μαρίας Κυρτζάκη ο συγγραφέας μάς προσφέρει ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πώς από ένα αντιπροσωπευτικό υποσύνολο μπορούμε να περάσουμε στη γενικότερη θεώρηση, πώς από το τελευταίο ανέκδοτο ποίημα της Κυρτζάκη «Καρένινα», μπορούμε να οδηγηθούμε στα κύρια γνωρίσματα της γραφής της και μετά να τα αναζητήσουμε επαληθεύοντάς τα στο σύνολο του έργου της. Ως χαρακτηριστικά της ποίησής της επισημαίνονται η τραγικότητα και το δραματικό ύφος, αλλά με φορέα έναν στίχο δωρικό, χωρίς υπερβολές, με μια θλίψη που κορυφώνεται με τα κλιμακωτά ασύνδετα σχήματα και τις «δυναστικές επαναλήψεις», καθώς η Κυρτζάκη διαμορφώνει έναν κλοιό θανάτου για την ίδια και τα γυναικεία πρόσωπα που στοιχειώνουν την ποίησή της.

Στην ενότητα για την Πανωραία του Νάσου Βαγενά, διαπιστώνουμε πώς μπορεί μια ποιητική σύνθεση να αναλυθεί χωρίς τον σχολαστικό τρόπο μιας ψυχρής ανατομίας, αλλά παρακολουθώντας τον μυστικό της σφυγμό και επιμένοντας στα σημεία εκείνα που καθορίζουν τον βηματισμό της. Έτσι, ο Γιάννης Παπακώστας χαρακτηρίζει το βιβλίο ως «ένα είδος ποιητικής βιογραφίας και συγχρόνως αυτοβιογραφίας» (με κεντρικό πρόσωπο τη θεία του ποιητή από τη Δράμα, όπου είχε ζήσει τα παιδικά του χρόνια), τονίζοντας το ειρωνικό του στοιχείο που μάς «συμφιλιώνει με την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας». Διαπιστώνει εύστοχα ότι το ποίημα στήνεται θεατρικά, ότι «πρόκειται για αυτοτελή κομμάτια ενός ενιαίου αφηγηματικού σώματος με πολλά στιγμιότυπα», ότι παλινδρομεί στον χρόνο με αναχρονίες, ότι κινείται ανάμεσα στον φανταστικό και ρεαλιστικό κόσμο με εγκιβωτισμούς και «ζευγματικές αντιθέσεις», ότι ζωντανεύει τα πρόσωπα με «τεθλασμένους διαλόγους».

Στην επόμενη ενότητα εξετάζει την ποιητική του Στέλιου Μαφρέδα αναλύοντας τις τρεις τελευταίες συλλογές του, όπου παρατηρεί ότι υπάρχει το ίδιο σταθμισμένο κλίμα της λύπης, χαλιναγωγημένο και ευγενές, χωρίς εξάρσεις. Ο ποιητής συναντιέται συχνά με τον «καταραμένο» ποιητή της γενέθλιας πόλης του, της Πρέβεζας, τον Καρυωτάκη, αλλά δεν έχει τη δική του απαισιόδοξη και τραγική θέαση. Σύμφωνα με τον Γιάννη Παπακώστα, ο ποιητής βρίσκει «φιλοσοφική παρηγορία» στη «μεταφυσική πίστη και τη θρησκευτική ελπίδα» και η ποιητική του έκφραση είναι μουσική και «τελετουργική», συχνά αποκτώντας τη μορφή του σονέτου ή κάνοντας χρήση του δεκαπεντασύλλαβου, ενώ διαλέγεται με τον αρχαιοελληνικό μύθο και τον Όμηρο με νοηματική αφαίρεση και ύφος πειθαρχημένο, με προσεκτική στίξη, φροντισμένη σύνταξη και λεκτικό.

Στην προτελευταία ενότητα για την ποίηση του Λευτέρη Πούλιου υπογραμμίζεται η επικράτηση της μοναξιάς και της αίσθησης του θανάτου μέσα από τη διατάραξη της σχέσης του ποιητή με την ίδια τη ζωή. Ο συγγραφέας μιλώντας για τον «διαταραγμένο του [ποιητή] κόσμο, σε ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί της ζωής», έτσι όπως αποτυπώνεται ποιητικά στο βιβλίο του Μωσαϊκό, κάνοντας και αναφορές στη συλλογή Το διπλανό δωμάτιο, τεκμηριώνει με φυσικό τρόπο την αντίληψη του ποιητή για το βίωμα της μοναξιάς, που οδηγεί αναπότρεπτα στον θάνατο. Συστηματικά προσεγγίζει το πώς βιώνει ο Πούλιος συναισθηματικά τις φυσικές αντιθέσεις της ζωής, πώς αποτυπώνει τον πόνο και το συναίσθημα αποκλεισμού. Πώς προεξέχουν η συνειδητοποίηση της άγνοιας, η υπαρξιακή ανησυχία, οι συναισθηματικές εξάρσεις που δηλώνονται μέσω «της αντιβολής κοινών θεματικών μοτίβων». Όλες οι σχολιαστικές παρατηρήσεις βασίζονται σε εκείνα τα χαρακτηριστικά παραδείγματα που δείχνουν τον βαθύτερο σπαραγμό μιας ποίησης που κατορθώνει να μας συγκινεί μέσα από τη θλίψη και την απόγνωση της μοναξιάς της παρά την αποσπασματικότητα και τη διασάλευση ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό.

Και η μελέτη κλείνει με τη «σπουδή θανάτου» του Γιάννη Βαρβέρη, την ποιητική συλλογή Στα ξένα, όπου ο Γιάννης Παπακώστας δείχνει με τρόπο πειστικό το πώς γίνεται η σπουδή στην ξενότητα και στο αίσθημα ανοικείωσης του ποιητή εν τέλει μια αναρώτηση, ένας διάλογος με/και για τον θάνατο. Ο χώρος της προσωπικής αυτοεξορίας, από όπου βλέπει τη ζωή να περνά ο Βαρβέρης, χαρτογραφείται ως το αλωνάκι του θανάτου, καταδεικνύοντας τη βαθιά σχέση της ποίησης αυτής με το φθαρτό σώμα, τις αδυναμίες και τα πάθη του, την ευαλωτότητα μπροστά στη φθορά και στον θάνατο∙ και άλλο τόσο την αποθέωσή του μέσα από την αντιστροφή του σημαντικού και του ασήμαντου, που υπογραμμίζει με τρόπο δραματικό τη νοσταλγία του ποιητή για αυτό που ανεπίστρεπτα χάνεται.

Με σεβασμό στην ποιητική συγκίνηση

Ο Γιάννης Παπακώστας, αξιοποιώντας στο έπακρο τη φιλολογική του σκευή, την ερευνητική εμπειρία, την παιδαγωγική αγάπη και το λογοτεχνικό του ένστικτο, μάς προσφέρει ένα βιβλίο που, συνταιριάζοντας την ανίχνευση διαχρονικών μοτίβων στη συγκαιρινή μας ποίηση με τις επιλογές αγαπημένων του δημιουργών, υποδεικνύει πώς να κατανοήσουμε και να εντάξουμε στον δικό μας βιωματικό ορίζοντα το ποιητικό έργο, με λεκτικό κώδικα που απευθύνεται μεν στους ομοτέχνους, αλλά χωρίς να αποτελεί άβατο (μεταγλωσσικών όρων) για τον απλούστερο αναγνώστη. Με έναν τέτοιο τρόπο Η κρήνη της οδύνης συνεισφέρει ουσιαστικά στη συζήτηση για το πώς μπορούμε να ξαναδιαβάζουμε την ποίηση, χωρίς να την εξαντλούμε σχολαστικά, να ψηλαφούμε τα κείμενα χωρίς να καταστρέφουμε την ποιητική συγκίνηση, να κάνουμε ερμηνευτικές προτάσεις χωρίς να χρειάζεται να οικοδομούμε συνεχώς νέους και –φεύ!– εφήμερους κανόνες.

[Ο τίτλος του κειμένου είναι στίχος από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής του Κώστα Καρυωτάκη Ελεγεία και Σάτιρες.]

Κύλιση στην κορυφή