1970. Φωτογράφος Χρήστος Τσέλιος | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Θανάσης Θ. Νιάρχος

Κώστας Γεωργουσόπουλος

Σε οποιαδήποτε περιοχή της νεοελληνικής ιστορίας και αν πίστωνε κανείς τον Κώστα Γεωργουσόπουλο είτε επρόκειτο για τη λογοτεχνική και τη θεατρική είτε για την ευρύτερα πολιτιστική, αναμφισβήτητα θα του χρεώνονταν ως μια λειψή τοποθέτηση. Καθώς τόσο ως λογοτέχνης (δόκιμος ποιητής, πεζογράφος και δοκιμιογράφος) όσο και ως θεατρικός κριτικός, μεταφραστής αρχαίων τραγωδιών και βαθυνούστατος μελετητής της εγχώριας και της παγκόσμιας δραματουργίας, αλλά ταυτόχρονα και μια εξόχως διερευνητική γραφίδα της πολιτιστικής ταυτότητας όλων των καταγεγραμμένων περιόδων της ανθρωπότητας, κατέλιπε μία απειρία κειμένων που, συγκροτημένα σε επί μέρους ενότητες, θα καταλάμβαναν, αν όχι εκατοντάδες, οπωσδήποτε δεκάδες τόμους. Μια ακαταπόνητη δραστηριότητα που έλαμπε ως μια αστείρευτη δημιουργικότητα, είχε ως αποτέλεσμα ένα δύσκολα, αν όχι ακατόρθωτα πια, χειραγωγήσιμο συγγραφικό «όλον», με κυρίαρχο χαρακτηριστικό του μια νεότροπη εκδοχή της έννοιας της δικαιοσύνης. Οι πνευματικές κορυφώσεις, προκειμένου να τις κατακτήσει κανείς, προϋποθέτουν και μάλιστα ως απαράβατο όρο, τη γνώση των ήσσονος σημασίας αντίστοιχων καταθέσεων. Με τα διαμορφωμένα με τον πλέον αυστηρό τρόπο κριτήριά του, χάρη στην αδιάλειπτη και σε βάθος επικοινωνία του με το έργο των μέγιστων πνευματικών δημιουργών, μπορούσε να αναγνωρίζει τη σημασία ακόμα και πρωτολειακής μορφής επιδόσεων. Χωρίς ωστόσο να μπορεί να κατηγορηθεί για μια διαβλητή, για λόγους εξωκαλλιτεχνικής σκοπιμότητας, υστεροβουλία, καθώς η επίμονη από πλευράς του αναφορά, στις πιο εμπνευσμένες του ώρες, στις «σταθερές» μιας αδιαπραγμάτευτης πνευματικά συνθήκης, έμοιαζε να νομιμοποιεί ή και να αθωώνει ακόμη και την πιο ριψοκίνδυνη παρέκκλιση σε σχέση με αξίες που ο ίδιος υπογράμμιζε ως απαραβίαστες.

Μια ιδιότητα τελικά που χάρη στον συγκινητικό και συγκινημένο αφετηριακά χαρακτήρα της, μπορούσε να μεταβάλλει σε εξίσου μυθιστορηματικές μορφές – κυρίως στον χώρο του θεάτρου – πρόσωπα που, αν και άγνωστα στο ευρύ κοινό, συναγωνίζονταν σε γοητεία τα αμετακίνητα για δεκαετίες στην πρώτη γραμμή της αναγνωρισιμότητας πρόσωπα, έτσι ώστε ο Ευάγγελος Μαμίας, ο Νίκος Παρασκευάς και η Αθανασία Μουστάκα, να συγκινούν χάρη στον τρόπο που τα αξιοποιούσε ο Γεωργουσόπουλος γράφοντας γι’ αυτά, να συγκινούν όσο η Κυβέλη, ο Αιμίλιος Βεάκης και ο Δημήτρης Χορν. Με το ίδιο ακριβώς να συμβαίνει και στον χώρο της ποίησης ώστε, ενώ έγραφε το «πληρέστερο» για τον Οδυσσέα Ελύτη κριτικό κείμενο – χαρακτηρισμό που τον είχε κάνει ο ίδιος ο νομπελίστας ποιητής – να μη φείδεται καλών λόγων για μια ποιήτρια που είχε δημοσιεύσει ένα μόνο ποιητικό βιβλίο, την Αλίνα Ακρίτα. Ίσως αυτή η βαθιά γνώση του χώρου της λογοτεχνίας και του χώρου του θεάτρου ταυτόχρονα να είναι που έκανε ώστε πρόσωπα της λογοτεχνίας όπως ο Ιωάννης Συκουτρής, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Έκτορας Κακναβάτος, να αποκτούν στα αποτιμητικά γι’ αυτούς κείμενα του Κώστα Γεωργουσόπουλου την προοπτική ενός θεατρικού χαρακτήρα, και πρόσωπα του θεάτρου, όπως η Κατίνα Παξινού, η Βάσω Μανωλίδου και η Μαίρη Αρώνη να συνειδητοποιούνται ως καθαρόαιμες ποιήτριες. Δεν χρειάζεται παρά μια απλή αναγωγή, να θεωρήσει δηλαδή κανείς την ιδιότητα αυτή του Κώστα Γεωργουσόπουλου να καλύπτει όλο το φάσμα της νεοελληνικής και όχι μόνο καλλιτεχνικής δημιουργίας, για να αντιληφθεί το μέγεθος της συμβολής του και του προσωπικού του αποτυπώματος στον σύγχρονο πνευματικό μας πολιτισμό.

Κύλιση στην κορυφή