Δημήτρης Σωτάκης

9 μέρες

Οι περισσότεροι είχαν την εντύπωση ότι αυτή τη φορά ο χρόνος πέρασε αρκετά γρήγορα, τουλάχιστον πολύ γρηγορότερα από την τελευταία φορά και είχαμε αρχίσει να αστειευόμαστε ότι κάτι είχε χαλάσει στο σύστημα και μας ξέχασαν. Τέτοιο ενδεχόμενο φυσικά δεν υπήρχε, ο μηχανισμός είναι χωρίς δεύτερη σκέψη άρτια φτιαγμένος, με εξαίρεση εκείνη τη θλιβερή ανάμνηση προ σαράντα ετών που χάθηκαν τρεις έξοδοι, μια μαύρη επέτειος για την κοινότητά μας που κανείς δε θέλει να θυμάται. Όμως τώρα ήταν αδύνατο να συμβεί κάτι παρόμοιο και σαφώς αυτό το γνώριζαν καλά όλοι, μια που η Κεντρική Διοίκηση επόπτευε από κάθε σχεδόν γωνιά των πόλεων. Ύστερα μάλιστα από την Μεγάλη Εγκατάσταση του 2245, τέτοιου είδους κίνδυνοι δεν υπήρχαν, είχαν εξαλειφθεί πλήρως και το μόνο που μας απασχολούσε στην πραγματικότητα ήταν η ενδελεχής απολύμανση, που κι αυτή θεωρητικά ήταν εξασφαλισμένη, όμως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που γκρίνιαζαν και υπογράμμιζαν ότι εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια η Διοίκηση δεν απολυμαίνει σωστά, με αποτέλεσμα όταν επιστρέφουμε μέσα, πολλοί να υποφέρουν από αναπνευστικά προβλήματα και άλλες παθήσεις που έκαναν πρόσφατα την εμφάνισή τους. Πάντως, πολλοί θεωρούν ότι αυτά είναι ανόητες θεωρίες συνωμοσίας, χωρίς καμία λογική βάση. Παρά τις κατά καιρούς αντιδράσεις, πρέπει κανείς να ομολογήσει ότι είμαστε ευχαριστημένοι από τον τρόπο που ζούμε τον τελευταίο αιώνα. Πέρασαν πολλές μεταβατικές περίοδοι μα, κακά τα ψέματα, όλοι πλέον γνωρίζουν ότι ακόμα δεν έχει βρεθεί καλύτερη μέθοδος για να επιβιώσουμε.

Σε αυτή την σύντομη αφήγηση οφείλω να δώσω κάποια στοιχεία για να γίνω περισσότερο κατανοητός. Το όνομά μου είναι Θ και είμαι 47 ετών. Ανήκω στις γενιές που μεγάλωσαν κάτω από τη γη. Βγαίνουμε στην επιφάνεια και στο φως κάθε 68 μέρες και παραμένουμε εκεί για τις επόμενες 9, ώσπου ξαναγυρίζουμε στις φωλιές μας περιμένοντας. Όχι, αυτό δεν είναι πολύ ακριβές. Ζούμε κανονικά κάτω από τη γη, ζούμε όπως θα ζούσαμε και πάνω, έχουμε σπίτια, φίλους, πίνουμε και χορεύουμε, ονειρευόμαστε το μέλλον, αγγίζουμε ο ένας τον άλλον. Θα μπορούσα να σας διηγηθώ αμέτρητες ιστορίες του νέου μας αυτού τόπου, ιστορίες που δεν αποτελούν μια διασκεδαστική ανάπαυλα, μα είναι πια εκείνες που δίνουν το στίγμα της δικής μας ανθρώπινης ιστορίας, που χαρτογραφούν την πορεία της ζωής μας. Όταν έρθει η ώρα να ανέβουμε, πασχίζουμε να ρουφήξουμε όση ζωική κρούστα έχει απομείνει στο κάποτε σπίτι μας. Πρακτικά είμαστε ελεύθεροι να τις περάσουμε όπως επιθυμούμε, ωστόσο πάντα υμνούμε τους προγόνους μας και νοσταλγούμε τις μέρες εκεί, αν και όπως εύκολα καταλαβαίνετε, κανείς από εμάς δεν έζησε στ’ αλήθεια σε μια από τις πάνω πόλεις, αφού όπως ήδη γνωρίζετε, πάει πια ένας αιώνας που ζούμε κάτω. Όμως ποτέ δεν υπήρξαμε αγνώμονες, θυμόμαστε πάντα ότι αν τώρα μπορούμε να ανοίγουμε το στόμα μας και να βγαίνουν δυο σωστές λέξεις κι όχι άναρθρες κραυγές, αν στη μνήμη μας ριζώνει η λογική και η σύνεση κι όχι το χάος, αν στις καρδιές μας κυλάει ζεστό αίμα κι όχι στάχτη, αυτά όλα οφείλονται στο νήμα που μας δένει με το παρελθόν.

Κάποιοι μυθομανείς –και διαθέτουμε πολλούς απ’ αυτούς– λένε ότι αν μείνει κανείς πάνω από 9 μέρες πάνω, παραμορφώνονται οι αρθρώσεις του, το αίμα του γίνεται μαύρο σαν πίσσα και το στήθος του πρήζεται σαν παραγεμισμένο τσουβάλι. Αν ρωτήσετε όμως έναν σοβαρό άνθρωπο κι όχι εκείνους που πνίγονται στην άγνοια, θα μάθετε ότι μένουμε στην πόλη 9 μέρες γιατί οι δουλειές που γίνονται εκεί πάνω δεν τελειώνουν ποτέ. Συνεχείς απολυμάνσεις, μετρήσεις, έρευνες των Κέντρων που έχουν στηθεί εκεί και εξυπηρετούνται με βάρδιες και τόσα άλλα που έχει βαλθεί να κάνει το σώμα της επιστημονικής κοινότητας, κι έτσι εμείς δεν μπορούμε να είμαστε ανάμεσα στα πόδια τους, αν θέλουμε να κρατάμε ζωντανό το όνειρο κάθε τυφλοπόντικα –όπως ειρωνικά αυτοαποκαλούμαστε– για μόνιμη επιστροφή στα πάτρια εδάφη.

Από ό,τι έχετε ακούσει από μένα έως τώρα, θα φαντάζεστε ότι στη ζωή μας κυριαρχεί η αρμονία, ότι έχουμε ισορροπήσει αυτή την παράλογη συνθήκη, την έχουμε βολέψει στα μέτρα μας και προχωρούμε σε έναν δρόμο ασφαλή και στέρεο. Είναι κι αυτό μια επιλογή. Πολλά μπορεί να φανταστεί ένας άνθρωπος για να μην τρελαθεί. Δε θα πω ότι είμαστε δυστυχισμένοι. Όσα ζούμε έχουν τα χνάρια και το άρωμα μιας ζωής που έχουμε υποψιαστεί, μιας ζωής που ποτέ δεν γνωρίσαμε κι όμως έχουμε γνώση της ύπαρξής της. Και ακριβώς αυτή η γνώση είναι το αληθινό μας μαρτύριο. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν πρόκειται για έναν νοσταλγικό οργασμό, για μια ρομαντικής φύσεως επιθυμία για μόνιμη επιστροφή στα χώματα που γεννήθηκε όλος ο πραγματικός κόσμος, ούτε για μια προοπτική μεγαλύτερων ηδονών και επιτευγμάτων σε έναν χώρο πολύ πιο εύφορο και αχανή, από τις ασφυκτικές μας φωλιές, που μας επιτρέπουν να κάνουμε μόνο τόσα βήματα για να έχουμε την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Γιατί αν δεν το είχαμε κι αυτό, θα χιμούσαμε με λύσσα ο ένας πάνω στον άλλον, θα ξεσκίζαμε τις σάρκες μας από απελπισία και τρόμο. Η Κεντρική Διοίκηση έχει υποσχεθεί ότι κάποια τμήματα των πόλεων θα ανοίξουν, ίσως αύριο ίσως σε είκοσι χρόνια, επικρατεί μια ενοχλητική ασάφεια γύρω απ’ αυτές τις ανακοινώσεις. Εμείς δεν πιστεύουμε λέξη από όλα αυτά. Κανείς δεν έχει δει με τα μάτια του αυτά τα τμήματα των πόλεων που μας περιμένουν. Όταν ανεβαίνουμε πάνω για τις 9 μας μέρες, μπορεί να αισθανόμαστε συγκίνηση, μια απροσδιόριστη τρυφερότητα για έναν τόπο που μας δένει με το παρελθόν, μα δεν είμαστε στα αλήθεια τυφλοί, ούτε έχουμε αποτρελαθεί εντελώς. Μπορούμε να δούμε με τα μάτια μας, να αισθανθούμε με όλες μας τις αισθήσεις ότι η εν λόγω περιοχή είναι ένας εφιάλτης, μια ζωντανή δυστυχία, μια χειροπιαστή θλίψη. Κανείς δεν θα μπορούσε να επιστρέψει εκεί, όση λαχτάρα κι αν έχει για τον περίφημο αυτόν επαναπατρισμό. Μα ρίξτε μια ματιά, δεν είναι και τόσο δύσκολο να το διακρίνει κανείς. Οι τοίχοι των κτιρίων είναι καπνισμένοι και ετοιμόρροποι, το χώμα είναι καμένο και τα δέντρα σαν ξεκοιλιασμένα στέκουν άπνοα, το τσιμέντο έχει συρρικνωθεί, μοιάζει με ρυτιδιασμένο δέρμα και τα σπίτια που κάποτε ήταν ένας πυρήνας ζεστασιάς και θαλπωρής, τώρα μοιάζουν με άψυχα τέρατα. Πώς μπορούμε να περιμένουμε την επιστροφή μας σε έναν τόσο θλιβερό τόπο, πόσο αφελείς πρέπει να είμαστε ώστε να προσδοκούμε μια δεύτερη ζωή εκεί που δεν φυτρώνει πια ούτε η λαχτάρα για την ελπίδα.

Θα ήθελα να πω περισσότερα για τη ζωή μας στο σκοτάδι. Υπάρχουν πολλά που μπορώ να περιγράψω, νομίζω ότι θα βρείτε ενδιαφέροντες τους τρόπους που έχουμε σκαρφιστεί για να αποκτούμε την ψευδαίσθηση ότι αξίζει τον κόπο να παραμένουμε ζωντανοί, να φτιάχνουμε έναν κόσμο που μπορεί να μας κρατήσει σε μια σχετική επαγρύπνηση. Προτιμώ όμως, τελειώνοντας, να σας μιλήσω για εκείνους που έφυγαν, που το έσκασαν, που δραπέτευσαν πάνω, όχι μόνο χωρίς την άδεια της Διοίκησης, αλλά δίχως να πουν λέξη σε κανέναν, εξαφανίστηκαν σαν φαντάσματα, κρυμμένοι μετά το τέλος των 9 ημερών, δεν πήραν τον δρόμο της επιστροφής μαζί με εμάς, με όλους τους άλλους, μα παρέμειναν πάνω, σαν αγρίμια, σαν άγρια ζώα που κρύφτηκαν για πάντα στο βαθύ σκοτάδι. Όταν η κουβέντα κάποτε πάει σ’ αυτούς, κανείς δεν τολμάει να πει πολλά, ρίχνουν το βλέμμα τους στο χώμα, μέσα σε μια αμηχανία και μια ντροπή για εκείνους τους δραπέτες, που η μοίρα τους τώρα αγνοείται. Θα έχουν μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, απόκοσμο και φοβερό, θα λιμοκτονούν περιμένοντας το ξεψύχισμα τους, θα έχουν ακόμα ανοιχτά τα φτωχά τους μάτια στην πνιγηρή σιωπή του πάνω κόσμου; Κι όμως, όταν κλείνω τα δικά μου μάτια τις νύχτες, χωμένος στη φωλιά μου, λίγο πριν αποκοιμηθώ, το μυαλό μου πηγαίνει πάντα σε αυτούς, στους δραπέτες του πάνω κόσμου. Και τότε το βλέμμα μου αντικρίζει μια λάμψη, το αίμα μου βράζει από μια ανεξήγητη ευφορία και αποκοιμιέμαι με τη μεγάλη αναμονή, ότι εκείνοι αργά ή γρήγορα θα ανοίξουν τις πύλες και θα τρέξουμε όλοι ελεύθεροι στον πάνω κόσμο, ζώντας μια ζωή που ποτέ δεν ζήσαμε, μια ζωή σαν ένα ανθισμένο λουλούδι, μακριά από το αιώνιο σκοτάδι, έστω κι αν την επόμενη μέρα η καρδιά μας σταματούσε να χτυπάει.

Κύλιση στην κορυφή