Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο

«Εγκατέλειψα για χάρη της Ελλάδας τη δική μου ποιητική δημιουργία»

Συνέντευξη στον Δημήτρη Αγγελή

Πότε ακριβώς ξεκίνησες να γράφεις ποιήματα; Ποια ήταν η αφορμή, ποιοι ποιητές σε επηρέασαν, ποια βιβλία θεωρείς σταθμούς στο έργο σου;

Γεννήθηκα στη Σεβίλλη το 1946 και ανήκω, με βάση την ημερομηνία των πρώτων δημοσιεύσεών μου, στη λεγόμενη Γενιά του ʼ70. Γεννήθηκα σε μια πόλη που, παρεμπιπτόντως, είχε κηρύξει μια πραγματική πολεμική κραυγή στο Πανεπιστήμιο και σε διάφορα ιδρύματα: «Η ποίηση πέθανε, ζήτω το μυθιστόρημα!» Απέναντι σ’ αυτή τη διακήρυξη αντέδρασαν οι ποιητές της δεκαετίας του ʼ50 (κυρίως με την κοινωνική ποίηση) και εκείνοι της δεκαετίας του ʼ60. Η Σεβίλλη παρέμεινε διαιρεμένη σε ομάδες αντικρουόμενων συμφερόντων και κατέληξε μια κλειστή κι απομονωμένη πόλη. Το 1973 μου απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης Adonáis, το οποίο εποφθαλμιούσαν όλοι οι νέοι της εποχής, για το βιβλίο μου Διθύραμβοι για την αυτογελοιοποίησή μου, μια σειρά ποιημάτων με έντονο σουρεαλιστικό χαρακτήρα που ακολουθούσαν τα βήματα του Βιθέντε Αλεϊξάνδρε και τον σουρεαλισμό του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα στο έργο του Ποιητής στη Νέα Υόρκη.

Το 1979 τώρα, εξέδωσα τα Ποιήματα του Φαίδρου, χρησιμοποιώντας το πρόσωπο του Πλάτωνα ως ετερώνυμο, στο ύφος του Φερνάντο Πεσσόα, και παρουσιάζοντάς τα ως ποιήματα που γράφτηκαν από τον ίδιο τον Φαίδρο στα γεράματά του. Έγινε θέμα σε πολλά τηλεοπτικά προγράμματα κι εμφανίστηκε σε διάφορα εξώφυλλα περιοδικών. Πολλοί Ισπανοί και Ιταλοί ποιητές έγραψαν εξαιρετικές κριτικές για το βιβλίο, πιστεύοντας ότι επρόκειτο για γνήσιες μεταφράσεις. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Πάμπλο Άλβαρεθ του Πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν, και στα ελληνικά έχει μεταφραστεί από τον Βασίλη Λαλιώτη (Ενδυμίων, 2022) και τον Στέλιο Καραγιάννη (Εκάτη/Ars Poetica, 2022).

Το 1985 μου απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Χουάν Ραμόν Χιμένεθ για το βιβλίο μου Κάθοδος στη μνήμη (Bajar a la memoria, Ουέλβα 1985). Ο τίτλος αυτού του βιβλίου χρησίμευσε ως βάση για μια εκτενή ανθολόγηση του έργου μου που εκδόθηκε στην Αθήνα από τον Στέλιο Καραγιάννη (Κάθοδος στη μνήμη, Εκδ. Εκάτη/Ars Poética, 1992).

Αργότερα, το 1999, δημοσίευσα το βιβλίο μου με ποιήματα Τα ελεγεία του Άθω (Las elegías del Monte Atos), στο οποίο παρίστανα ότι βρισκόμουν στο Άγιο Όρος και έγραφα όλα τα ποιήματα εκεί. Ήταν, στην πραγματικότητα, μια προσποίηση που κάποιοι εξέλαβαν για πραγματικότητα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν βρέθηκα ποτέ στο Άγιον Όρος.

Ακολούθησαν οι Τελευταίες παλίρροιες (Εκδ. Vaso roto, Μαδρίτη-Μεξικό, 2012) και οι Είκοσι στιγμές διαύγειας (Εκδ. Point de lunettes, Σεβίλλη, 2016), τα οποία αργότερα κυκλοφόρησαν στη Θεσσαλονίκη σε μετάφραση του Σταύρου Γκιργκένη (Εκδ. Γράφημα, 2021). Τελευταίο εξέδωσα το Altamar (Εκδ. Luces de Gálibo, Χιρόνα-Μάλαγα, 2023), το οποίο επίσης παρουσιάστηκε σε μετάφραση του Σταύρου Γκιργκένη ως Ανοιχτό πέλαγος (Εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη, 2023).

Ποιο ήταν το λογοτεχνικό περιβάλλον στην πόλη σου (συγγραφείς, περιοδικά, παρέες); Εντάχθηκες σε αυτά, σε βοήθησαν;

Η πόλη μου ήταν ένας κλειστός κύκλος, αφοσιωμένος αποκλειστικά στις δικές του παραδόσεις: στη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πανήγυρι. Ελάχιστοι ποιητές μόνο, με τη βοήθεια πολιτικών κομμάτων και τραπεζών, κυριαρχούσαν στην πενιχρή πολιτιστική σκηνή της εποχής. Ήταν μοναχικά νησιά, που αγωνίζονταν να ανέλθουν, να ευδοκιμήσουν, να προσελκύσουν την προσοχή ενός κοινού που δεν διάβαζε ούτε αγόραζε βιβλία. Κανείς δεν με βοήθησε τότε. Και περιπλανιόμουν μόνος, αναζητώντας τον εαυτό μου.

Πώς και πότε ήρθες για πρώτη φορά σε επαφή με την ελληνική λογοτεχνία; Ποια θεωρείς την πιο σημαντική σου συνάντηση σε αυτήν;

Στο Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης, ακολούθησα την ειδίκευση της Κλασικής Φιλολογίας. Μόλις τελείωσα τις λατινικές και ελληνικές σπουδές μου, πραγματοποίησα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα, όπως συνήθιζαν όλοι οι συμφοιτητές μου που ολοκλήρωναν αυτή την ειδικότητα. Είχαμε σπουδάσει κατά τη διάρκεια των πέντε ετών τόση ελληνική λογοτεχνία, ιστορία και φιλοσοφία που πραγματικά νιώθαμε πως επιστρέφουμε στο σπίτι μας. Αλλά συνέβαιναν παράξενα πράγματα που δεν τα περίμενα ποτέ. Για παράδειγμα, μπορούσα εύκολα να διαβάσω τα ονόματα των δρόμων, αλλά όταν πήγαινα σε καφετέριες και ζητούσα «ύδωρ», κανείς δεν με καταλάβαινε. Και έμενα χωρίς νερό. Έμαθα, λοιπόν, να λέω «νερό».

Τη δεύτερη μέρα, είχα στην τσέπη μου τη διεύθυνση της Ακαδημίας Θερβάντες (η οποία δεν έχει καμία σχέση με το σημερινό Ινστιτούτο Θερβάντες), όπου εργαζόταν μια καθηγήτρια από το Κάδιθ. Ήθελα να τη χαιρετήσω. Περπατούσα για ώρα. Δεν μπορούσα να βρω ούτε την οδό ούτε τον αριθμό του σπιτιού. Πολύ κουρασμένος και μη γνωρίζοντας καθόλου νέα ελληνικά, μάζεψα όλο μου το θάρρος και μπήκα σ’ ένα μικρό μαγαζί όπου καθόταν ένας τσαγκάρης κι έφτιαχνε το τακούνι ενός παπουτσιού. Του έδειξα το χαρτί με τη διεύθυνση γραμμένη επάνω. Ο άντρας με κοίταξε λυπημένα και μου έκανε νόημα ότι δεν ήξερε να διαβάζει. Δεν μπορούσα να το πιστέψω! Ο μισός μου κόσμος κατέρρευσε, επειδή στα φοιτητικά μου χρόνια είχα αποκτήσει τη βεβαιότητα ότι όλοι οι Έλληνες ήταν καλλιεργημένοι άνθρωποι που καταλάβαιναν τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και την ιστορία. Τόσο πολύ είχαμε εξιδανικεύσει την Ελλάδα, που τώρα μας πονούσε και μας έθλιβε.

Την επόμενη χρονιά επέστρεψα στην Αθήνα. Και μόλις έφτασα, μου συνέβη κάτι πολύ παρόμοιο με αυτό που είχε συμβεί στον Σεφέρη όταν ανακάλυψε τον Έλιοτ και τον Γκρέκο σ’ ένα βιβλιοπωλείο του Λονδίνου, και όπως είχε συμβεί στον Ελύτη όταν ανακάλυψε τον σουρεαλισμό σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας.

Ανακάλυψα τότε τον πραγματικό, λαίμαργο κόσμο της Πλάκας, όπου όλα αγοράζονται και πωλούνται, όπου οι άνθρωποι σε σταματούν για να σου πουν: «Good sex and good girls here», και για να σε παροτρύνουν ν’ αγοράσεις σε κάθε γλώσσα που μπορείς να φανταστείς, ακόμα και στα βασκικά! Τις μικρές βυζαντινές εκκλησίες, την ανάβαση στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, τις παραλίες, τα μουσεία, τα καφενεία και τα πάμπολλα βιβλιοπωλεία της οδού Σόλωνος.

Στη βιτρίνα ενός απ’ αυτά τα βιβλιοπωλεία πρόσεξα το εξώφυλλο ενός όμορφου βιβλίου. Ήταν απλώς η φωτογραφία μιας νεαρής γυναίκας, γυμνής από τη μέση και πάνω. Η πλάτη της ήταν γυρισμένη, το κεφάλι της ελαφρώς γερμένο. Είχε αρκετά μακριά, πολύ σκούρα, σχεδόν βελούδινα μαλλιά, απαλά σγουρά σε πολύ συγκεκριμένα σημεία. Η φωτογραφία ήταν τόσο υποβλητική και αισθησιακή ταυτόχρονα, που με άφησε άφωνο. Δεν είχα άλλη επιλογή απ’ το να μπω και να το αγοράσω. Για το εξώφυλλο και μόνο. Μπορούσα εύκολα να διαβάσω τον τίτλο, Μαρία Νεφέλη, αν και δεν ήξερα τι σήμαινε, και το όνομα του συγγραφέα, Οδυσσέας Ελύτης, μου ήταν παντελώς άγνωστο.

Έφυγα από το βιβλιοπωλείο, τρελός από ενθουσιασμό. Πλημμυρισμένος από μια ανησυχία και μια νευρικότητα που, όταν το σκέφτηκα, μου φάνηκε εντελώς αδικαιολόγητη. Ήταν το πρώτο βιβλίο που αγόραζα στην Ελλάδα. Σε μια απ’ τις πολλές γνωστές στοές στο κέντρο της Αθήνας, κάθισα για έναν καφέ κι άρχισα να διαβάζω με όλες μου τις αισθήσεις και το πάθος. Αλλά δεν κατάλαβα τίποτα. Ή μάλλον, έπιανα μόνο μεμονωμένες λέξεις, τη μία εδώ, την άλλη εκεί, αλλά ποτέ το νόημα μιας ολόκληρης φράσης, όσο σύντομη κι αν ήταν. Καθώς δεν υπήρχαν καλά λεξικά ή γραμματικές εκείνη την εποχή, αγόρασα από έναν άντρα στον Πειραιά που φορούσε σουβενίρ από την Ελλάδα γύρω απ’ τον λαιμό του, ένα μικροσκοπικό λεξικό τσέπης (εκδ. Σιδέρη), το οποίο πολύ λίγο με βοήθησε εκείνη την εποχή στην κατανόηση της σημασίας μερικών λέξεων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το λεξικό ήταν στην Καθαρεύουσα, όχι στη Δημοτική. Κάποια χρόνια αργότερα θα καταλάβαινα τη διαφορά.

Επέστρεψα στην Ισπανία και άρχισα, όπως μπορούσα, να διαβάζω τα ποιήματα της Μαρίας Νεφέλης, με μια μικρή γραμματική της ελληνικής γλώσσας στα αγγλικά, με κάποια μαθήματα της μεθόδου Assimil στα γαλλικά και με το μικρό μου λεξικό του Σιδέρη. Κανείς στη Σεβίλλη δεν μπορούσε να με βοηθήσει να κατανοήσω τα κείμενα, ούτε καν στο Πανεπιστήμιο, επειδή κανείς δεν ήξερε τίποτα για τα νέα ελληνικά εκείνη την εποχή.

Αποφάσισα τότε να ταξιδέψω στη Μαδρίτη μόνο για να ρωτήσω ορισμένες λεπτομέρειες τον χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου, που τη διεύθυνσή του μου είχε δώσει ένας ζωγράφος από τη Σεβίλλη. Ο Δημήτρης είχε αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην τέχνη της χαρακτικής, σ’ ένα διαμέρισμα στο ισόγειο της οδού Μοντέστο Λαφουέντε, το οποίο είχε μετατρέψει σε εργαστήριο. Τεράστιες μηχανές, φούρνοι και χαρτί σε κάθε γωνιά. Αριθμημένα αντίγραφα χαρακτικών σε παράξενα μεγέθη: 8/40, 10/40, 39/40. Αυτό, σκέφτηκα, είναι το εργαστήρι ενός καλλιτέχνη όχι μόνο λόγω των εργαλείων της δουλειάς του, αλλά και λόγω της αταξίας του. Πολυάριθμοι πίνακες με αντίγραφα των έργων του κρέμονταν στους τοίχους. Παρατήρησα ότι τα έργα του είχαν πάντα μια έντονη ελληνική χροιά στα χτενίσματά τους, στα ξυλόγλυπτα και τα τοπία τους. Και παρ’ όλο που ο Δημήτρης ήταν ένθερμος θαυμαστής του Ρίτσου (είχε εκδώσει μια μετάφραση ποιημάτων του στη Βαρκελώνη), του οποίου την άψογη, ιερατική γραφή μπόρεσα να δω για πρώτη φορά, είχε επίσης εκδώσει μια υπέροχη έκδοση της Καλωσύνης στις λυκοποριές του Ελύτη. Δεν το γνώριζα αυτό κι έμεινα έκπληκτος. Είχε επίσης δουλέψει πάνω σε κάποια ποιήματα του Ισπανού ποιητή Χοσέ Ιέρο.

Ο Δημήτρης αρχικά εξεπλάγη που έναν απ’ τη Σεβίλλη τον προσέλκυε ο Ελύτης, αλλά με δέχτηκε με την ίδια καλοσύνη που συνέχισε να μου δείχνει και τα επόμενα χρόνια. Δεν άλλαξε ποτέ μέχρι τον θάνατό του. Ήταν κοντός, όχι πολύ αδύνατος, με άψογους τρόπους, ευγενικός στις συζητήσεις, φορώντας στο κεφάλι ένα πηλίκιο Έλληνα ναυτικού που δεν το αποχωριζόταν ποτέ, και παρόλο που τα ισπανικά του ήταν πολύ καλά, δεν είχε χάσει ορισμένες προφορές της μητρικής του γλώσσας. Και, πράγματι, χαιρόταν που ένας εκκεντρικός Σεβιγιάνος ενδιαφερόταν για έναν Έλληνα ποιητή, δεδομένου ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν μόνο τρεις ή τέσσερις Ελληνιστές σε όλη την Ισπανία.

Με διαφώτισε όσο περισσότερο μπορούσε στην ανάγνωση της Μαρίας Νεφέλης και, προς έκπληξή μου, μου έδωσε τη διεύθυνση του Ελύτη, ώστε ο ίδιος ο ποιητής να μπορέσει ν’ απαντήσει στις αμφιβολίες μου. Ήταν αυτό ακριβώς που ήθελα. Και το έκανα. Επικοινώνησα με τον ποιητή της οδού Σκουφά για πρώτη φορά.

Εκείνος μου απάντησε στα γαλλικά ως εξής: «Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 1979. Αξιότιμε κύριε, Σας ευχαριστώ για την ευγενική σας επιστολή. Είναι αλήθεια ότι η Ισπανία είναι η χώρα στην οποία έχω μεταφραστεί λιγότερο, αν και πιστεύω πως η γλώσσα της προσφέρεται πολύ περισσότερο από άλλες για τις ιδιορρυθμίες της ελληνικής γλώσσας. Πιστέψτε με, θα σας ήμουν πολύ ευγνώμων αν μια μέρα οι προσπάθειές σας θα μπορούσαν να με φέρουν πιο κοντά στους αναγνώστες σας. Είμαι πολύ απασχολημένος αυτή τη στιγμή και δεν μπορώ να σας γράψω λεπτομερώς. Αυτό θα γίνει αργότερα. Προς το παρόν, αυτό που έχει σημασία είναι να ξέρω ποια από τα βιβλία μου δεν έχετε.

Όσον αφορά τις βιογραφικές σημειώσεις, μπορώ να σας στείλω τη Βιβλιογραφία 1935-1970 του Mario Vitti και το ειδικό τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Books Abroad, που είναι αφιερωμένο στο έργο μου. Δυστυχώς, αυτό το τεύχος έχει εξαντληθεί. Θα προσπαθήσω να βρω ένα αντίτυπο μεταξύ των φίλων μου. Όσον αφορά την επιλογή σας, θα σας φανεί χρήσιμο να συμβουλευτείτε μια ανθολογία του έργου μου, που εκδόθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, την επιλογή την έκανα ο ίδιος. Παρόμοιες ανθολογίες θα κυκλοφορήσουν στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και στην Πολωνία.

Η Μαρία Νεφέλη δεν περιλαμβάνεται σε καμία απ’ αυτές. Θα εκδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες τον επόμενο χρόνο. Πείτε μου, αγαπητέ μου φίλε, ποια βιβλία σας λείπουν. Και αργότερα, αν είναι δυνατόν, στείλτε μου μερικά ποιήματα ή αποσπάσματα για να μπορέσω να αξιολογήσω τη μέθοδο εργασίας σας και την αντίληψή σας για την ποιητική μεταφορά από τη μία γλώσσα στην άλλη. Από την πλευρά μου, είμαι πεπεισμένος ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει μεγάλη ελευθερία και να χρησιμοποιούνται εικόνες και μεταφορές κατ’ αναλογία. Θα έχουμε χρόνο να τα συζητήσουμε αυτά στο μέλλον, όταν η μετάφραση θα φτάσει στην τελική της μορφή. Με φιλικούς χαιρετισμούς…»

Λίγες μέρες αργότερα, το βιβλίο του Mario Vitti (Βιβλιογραφἰα 1935-1971, Ίκαρος, Αθήνα 1977), η ανθολογία του έργου του (Οδυσσέας Ελύτης, Άκμων, Αθήνα 1979) και το τεύχος του περιοδικού Books Abroad έφτασαν στο σπίτι μου. Στις 28 Οκτωβρίου ανακοινώθηκε ότι θα παραλάμβανε το βραβείο Νόμπελ στις 10 Δεκεμβρίου. Κι εγώ, που είχα δημοσιεύσει μόλις πέντε ποιήματά του στη Σεβίλλη εκείνη την εποχή, σε όμορφο σχήμα και δίχρωμο ημιδιαφανές χαρτί που είχε εφεύρει ο φίλος μου ο Παντίγια, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι θα ακολουθούσε. Ξαφνικά βρέθηκα περιτριγυρισμένος από δημοσιογράφους και να μου παίρνουν συνέντευξη από την ισπανική τηλεόραση στη Μαδρίτη για να μιλήσω για το ελληνικό βραβείο Νόμπελ. Μία ακόμη τρελή ιστορία, όπως τόσες άλλες.

Από τις 20 Οκτωβρίου έως τις 6 Νοεμβρίου 1980, ο Ελύτης επισκέφθηκε την Ισπανία μετά από επίσημη πρόσκληση της κυβέρνησης του Αδόλφο Σουάρες και, κατά συνέπεια, επειδή επρόκειτο για επίσημο ταξίδι, έπρεπε να τηρήσει το κρατικό πρωτόκολλο. Στις 22 Οκτωβρίου έδωσε μια ομιλία στο Ινστιτούτο της Ισπανίας (γραμμένη πολύ βιαστικά και μικρής αξίας, κατά τη γνώμη μου) και αμέσως μετά περιόδευσε στο Τολέδο, τη Σεβίλλη, την Ουέλβα, τη Γρανάδα και τη Βαρκελώνη. Συνοδευόταν από τον φίλο και εκδότη του Νίκο Καρύδη και από διάφορα μέλη της ελληνικής πρεσβείας στη Μαδρίτη.

Για την άφιξή του εμείς, στον εκδοτικό μας οίκο Dendrónoma, είχαμε ετοιμάσει την έκδοση του βιβλίου του Ήλιος ο Πρώτος. Είναι αλήθεια ότι οι Λουίς ντε Κανίγκραλ, Δημήτρης Παπαγεωργίου και Πέδρο Μπάντενας είχαν επίσης εκδώσει δύο μικρά βιβλία του ποιητή στη Ciudad Real, στις εκδόσεις του Μουσείου, τα Πενήντα ποιήματα και το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αλλά ο Ελύτης κατέληξε πολύ θυμωμένος μαζί τους λόγω της ποιότητας της έκδοσης. Ο Κανίγκραλ μου έγραψε: «Εδώ και έναν μήνα δεν θέλω να ξέρω τίποτα, ούτε καν ν’ ακούσω το όνομα του Ελύτη».

Συμφώνησε να παρουσιάσει το βιβλίο του, αλλά λόγω πρωτοκόλλου, αστυνομικής ασφάλειας και αδιαφορίας του πανεπιστημίου, η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο «Alfonso XIII» στη Σεβίλλη, ακριβώς δίπλα στο Τμήμα Φιλολογίας. Ο ποιητής άφησε δημοσιογράφους και παρευρισκόμενους να περιμένουν για πάνω από μία ώρα. Ένα μεγάλο πλήθος από δημοσιογράφους και ποιητές είχε συγκεντρωθεί απ’ όλες τις επαρχίες της Ανδαλουσίας. Υπήρχε μια έκδηλη νευρικότητα στην ατμόσφαιρα, την οποία δεν ξέραμε πώς να διαχειριστούμε. Ερωτήσεις, θυμός, διαμαρτυρίες, κούραση. Τελικά, εμφανίστηκε ο Ελύτης, η εκδήλωση ξεκίνησε, είπα λίγα λόγια γι’ αυτόν και ο ποιητής απάντησε σε όσες ερωτήσεις του έθεσαν στα γαλλικά. Μόνο ο Χόρχε Ουρούτια, καθηγητής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο, μετά από μια άβολη ερώτηση για τον Καβάφη, πήρε μαζί του, σχεδόν προσβεβλημένος, τον ορισμό του Ελύτη για τον Αλεξανδρινό ποιητή: «Passe partout». Την επόμενη μέρα, σύσσωμος ο Τύπος εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον ποιητή και δεν μπορούσε να καταλάβει την καθυστέρηση μιας ώρας στην εμφάνισή του. Ωστόσο, μετά την παρουσίαση, ο Ελύτης, ο Καρύδης, κάποια μέλη της Πρεσβείας, ο Μανουέλ Χουράδο και εγώ επισκεφτήκαμε κάποια ιδιαίτερα μέρη στη Σεβίλλη, τα οποία σχολίασε ο ποιητής κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Παρατήρησα σιωπηλά ότι νοιαζόταν περισσότερο για τα λουλούδια παρά για τα κτίρια και περισσότερο για τις προσωπικότητες παρά για τους ίδιους τους ανθρώπους. Ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος.

Την επόμενη μέρα ο Ελύτης ζήτησε από την Πρεσβεία και τους υπεύθυνους του πρωτοκόλλου την άδεια να τον συνοδεύσω στην Ουέλβα. Την έδωσαν. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, άρχισα να νιώθω σαν ένα ακόμη μέλος της συνοδείας. Δεν καταλάβαινα ακριβώς γιατί ο ποιητής είχε επιμείνει τόσο πολύ να τον συνοδεύσω στην Ουέλβα. Στην πραγματικότητα, ήμασταν μαζί μόνο τρεις φορές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, επειδή ήταν συνεχώς περιτριγυρισμένος από κυβερνήτες, δημάρχους, προέδρους ιδρυμάτων και δημοσιογράφους.

Μετά από μια πολύ λεπτομερή επίσκεψη στο Σπίτι-Μουσείο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, το οποίο γνώριζα πολύ καλά, περπατήσαμε, όπως επέμενε ο Ελύτης, προς το νεκροταφείο του Μογκέρ. Υπήρξε μια στιγμή που ο ποιητής στάθηκε μόνος μπροστά στη λευκή ταφόπλακα που κάλυπτε τα λείψανα του Χουάν Ραμόν και της συζύγου του, Ζενόβια Καμπρουμπί. Με αναζήτησε με το βλέμμα. Πλησίασα και μου είπε: «Τόσο λίγα λόγια για κάποιον που έγραψε τόσα πολλά! Μόνο οι ημερομηνίες γέννησης και θανάτου!»

Αμέσως, μετά από λίγα λόγια του δημάρχου, μας οδήγησαν στο Μοναστήρι Λα Ράμπιντα, απ’ όπου ο Κολόμβος απέπλευσε για το ταξίδι της ανακάλυψης της Αμερικής. Η επίσκεψη ήταν μακρά και ενδελεχής. Οι μοναχοί με κούρασαν με τα σχόλια και τις εξηγήσεις τους, τα οποία ο υπεύθυνος Τύπου της Πρεσβείας μετέφραζε στα ελληνικά. Ο Ελύτης μπόρεσε τότε να δει και δείγματα εδάφους από κάθε χώρα της Νότιας Αμερικής, εκτεθειμένα σε γυάλινες προθήκες. Τον συνάντησα στα μεγάλα παράθυρα της Ράμπιντα, που έχουν θέα τις εκβολές των ποταμών και τη θάλασσα, και μου είπε: «Αυτός ο ουρανός είναι πανομοιότυπος με τον ουρανό της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών. Και το φως είναι το ίδιο φως. Ένα έντονο φως που πονάει τα μάτια». Μας προσκάλεσαν σ’ ένα υπέροχο γεύμα κοντά στη Ράμπιντα και, προς έκπληξή μου, εμφανίστηκαν αμέσως περισσότεροι από εκατό καλεσμένοι. Το σούρουπο, η συνοδεία των μαύρων αυτοκινήτων με άφησε στη Σεβίλλη κι εκείνος πήρε τον δρόμο για τη Γρανάδα αναζητώντας τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Την επόμενη χρονιά επέστρεψα στην Ελλάδα με την επιθυμία ν’ αγοράσω κάθε βιβλίο που μπορούσα να βρω σχετικά με τον Σεφέρη. Είχα ήδη ξεκινήσει να ετοιμάζω τη διδακτορική μου διατριβή για τον ποιητή από τη Σμύρνη, και το Πανεπιστήμιο μου είχε δώσει την άδεια να την ξεκινήσω με την προϋπόθεση ότι ο τίτλος θα περιλάμβανε κάποια αναφορά στην κλασική Ελλάδα. Έτσι, ο εγκεκριμένος τίτλος ήταν Η ανάκληση του κλασικού στο έργο του Γιώργου Σεφέρη. Αγόρασα ό,τι μπορούσα, βιβλία και περιοδικά, και ο Νίκος Καρύδης και οι κόρες του μου έδωσαν όσα βιβλία είχαν για τον ποιητή. Και ήταν προφανές ότι έπρεπε να επισκεφτώ την οδό Σκουφά. Ο Ελύτης θυμήθηκε με αγάπη το ταξίδι του στη Σεβίλλη και με κάλεσε για μεσημεριανό γεύμα στο σπίτι κάποιων φίλων στην Κηφισιά. Εγώ, όπως πάντα, ένιωθα ξένος, μακριά απ’ όλα αυτά.

Το 1982, δημοσίευσα τη μελέτη μου για τη ζωή και το έργο του Ελύτη στον εκδοτικό οίκο Júcar στη Μαδρίτη. Μου είχε στείλει προηγουμένως φωτογραφίες και κολάζ για την έκδοση, και ήξερε ότι αυτή η εργασία αποτελούσε αυτό που τότε ονομάζαμε διπλωματική, δηλαδή την τελευταία πτυχιακή εργασία. Ήταν, στην πραγματικότητα, η πρώτη μελέτη για τη νεοελληνική λογοτεχνία που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης και, μακροπρόθεσμα, θα μου έφερνε μεγάλη θλίψη και απογοήτευση. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγα στην Αθήνα και παρουσιάστηκα για άλλη μια φορά στην οδό Σκουφά με μερικά αντίτυπα στο χέρι. Μπήκα στο διαμέρισμα και με χαιρέτησε θερμά και στοργικά. Αμέσως είδα στον τοίχο τα κολάζ του με ανέμους, αγάλματα και ελληνικά τοπία, και στο τραπέζι, την κομψή και όμορφη έκδοση του Suhrkhamp (Frankfurt am Main, 1981) της Μαρίας Νεφέλης. Η δική μου έκδοση του Júcar ήταν πιο ταπεινή. Πολύ πιο ταπεινή. Πήρε το βιβλίο στα χέρια του και με ρώτησε: «Πόσο πωλείται κάθε αντίτυπο;» «Δεν ξέρω», απάντησα. Δεν ήταν θέμα χρημάτων, αφού ευγενικά μου είχε παραχωρήσει τα δικαιώματα, αλλά μάλλον ρωτούσε για το κόστος της ίδιας της έκδοσης. Στην πραγματικότητα, ο ποιητής δεν είχε πάρει καθόλου συγγραφικά δικαιώματα. Στη συνέχεια εξήγησα ότι η συλλογή περιλάμβανε τους καλύτερους ποιητές όλων των εποχών, μαζί με τις αντίστοιχες μελέτες τους. Παρέμεινε σιωπηλός και σήκωσε τα φρύδια του. Τελικά, οπλισμένος με θάρρος, τόλμησα να πω: «Αλλά μπορείτε να είστε βέβαιος ότι κάθε φοιτητής στην Ισπανία και τη Νότια Αμερική θα διαβάσει το βιβλίο». Ηρέμησε, χαμογέλασε ελαφρά και, αφού ήπια ένα ποτό, έφυγα. Αργότερα, έμαθε ότι οι μελέτες μου για τον Σεφέρη είχαν επίσης περιληφθεί στην ίδια συλλογή, το 1987, μετά από μια επιστολή της Μαρώς Σεφέρη που μου έδωσε την άδεια, παραιτούμενη από κάθε δικαίωμα.

Το 1988, όταν ετοίμαζα τη μετάφραση του Χρονικού μιας Δεκαετίας, η οποία θα εκδιδόταν στην Κόρδοβα τον επόμενο χρόνο, μου έστειλε την ακόλουθη επιστολή στις 14 Μαρτίου, αυτή τη φορά στα ελληνικά: «Αγαπητέ φίλε, θυμάμαι πάντα τη συνάντησή μας στη Σεβίλλη και λυπάμαι που η υγεία μου δεν μου επιτρέπει να ταξιδέψω ξανά εκεί και να συζητήσουμε μαζί τα κοινά μας διαφέροντα. Υπέγραψα τα συμβόλαια με την Alianza (Οδυσσέας Ελύτης, Alianza Tres, Μαδρίτη, 1989), και έτσι δεν πιστεύω ότι υπάρχουν άλλα εμπόδια.

Χαίρομαι που μεταφράζεις και το Χρονικό μιας Δεκαετίας (που θα τυπωθεί στην Κόρδοβα τον επόμενο χρόνο). Προσωπικά, πιστεύω ότι θα μπορούσε να προστεθεί στον ίδιο τόμο η μελέτη Πρώτα-πρώτα, όπου μιλώ εκτενώς για την ποίησή μου και είχε ευρεία απήχηση στη Γαλλία και την Αμερική. Όσο για το εξώφυλλο, ευχαρίστως να σου στείλω δύο ή τρεις διαφάνειες για να διαλέξεις, με τον όρο να μου τις επιστρέψεις όταν φωτογραφηθούν. Όταν καταλάβεις ότι πλησιάζει η εκτύπωση, γράψε μου για να σου τις στείλω.

Σπάνια απαντώ στο τηλέφωνο για να αποφύγω τους δημοσιογράφους. Συνήθως, τα Σάββατα από τις 7 έως τις 9. Ωστόσο, μπορείς να μου πεις ό,τι θέλεις μέσω της Κατερίνας Καρύδη στον Ίκαρο. Περιμένω νέα σου. Με πολλή αγάπη.»

Το 1990, μετά από τόσα χρόνια, το βιβλίο της Μαρίας Νεφέλης εκδόθηκε στη Μαδρίτη από τον εκδοτικό οίκο Hiperión. Δεν ήθελε ούτε αυτή τη φορά να εισπράξει δικαιώματα, μου είπε τηλεφωνικά, επειδή ήξερε πόση προσπάθεια είχα καταβάλει για να κάνω γνωστό το όνομά του και το έργο του στην Ισπανία.

Τον επισκέφτηκα ξανά έναν χρόνο πριν πεθάνει. Είχε γεράσει. Στο μικρό τραπέζι δεν βρισκόταν πια το βιβλίο του Μαρία Νεφέλη του Suhrkamp, αλλά ένα όμορφο κομπολόι με μαύρες χάντρες. Με κάλεσε για ένα τόνικ και μιλήσαμε για πολύ. Μου εμπιστεύτηκε ότι μια νεαρή γυναίκα ερχόταν και τον έβλεπε συχνά, του κρατούσε συντροφιά, τον φρόντιζε κι έτσι δεν ένιωθε τόσο μόνος. Αλλά μετά σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα και κάθισε ξανά. Ξαφνιάστηκα όταν μου είπε πολύ αργά και με διστακτική φωνή: «Οι Έλληνες με ξέχασαν. Με ξέχασαν εντελώς. Μόνο μια νεαρή γυναίκα με σταμάτησε χθες στο πεζοδρόμιο και μου είπε ότι εξακολουθεί να διαβάζει τα ποιήματά μου κάθε μέρα. Μια νεαρή γυναίκα που μένει εδώ κοντά». Δεν μπορούσα να το πιστέψω και σκέφτηκα ότι η ηλικία τον έκανε υπερβολικά συναισθηματικό. Και πρόσθεσε: «Ακόμα και ο Ρίτσος είπε στην τηλεόραση ότι είμαι ένας αριστοκράτης, φασίστας ποιητής. Εγώ, που πολέμησα στο αλβανικό μέτωπο και παραλίγο να πεθάνω. Και με αποκαλεί φασίστα!» Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Δεν ήξερα αν ο ποιητής είχε δίκιο ή άδικο, αν αυτά που έλεγε ήταν αλήθεια ή όχι. Έτσι του ζήτησα να μου χαρίσει το κομπολόι που είχε στο τραπέζι ως αναμνηστικό. «Δεν μπορώ», είπε, «έχει τεράστια συναισθηματική αξία για μένα». Σηκώθηκε, πήγε σε ένα μικρό γραφείο, πήρε έξι σοκολατάκια και μου τα δώρισε. Κράτησα τα σοκολατάκια για χρόνια και χρόνια, ανέγγιχτα, σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι μέχρι που τελικά σάπισαν. Τελείωσα το αναψυκτικό μου, αποχαιρετιστήκαμε κι έφυγα νιώθοντας ταυτόχρονα λύπη και συγκίνηση. Ούτε ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μου επίσκεψη στον ποιητή. Και θυμήθηκα: «Όλοι γράφουν ποιήματα, αλλά κανείς δεν ξέρει τα ονόματα των πουλιών».

Στις 19 Μαρτίου 1996, καθισμένος στο πάτωμα του υπνοδωματίου μου, πέρασα ώρες ολόκληρες μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας την κηδεία του από τη Σεβίλλη και όλα τα αφιερωμένα σ’ αυτόν ρεπορτάζ εκείνο το πρωί στην ET1. Κατάλαβα ότι οι Έλληνες δεν τον είχαν ξεχάσει. Και τώρα, στα γεράματά μου, καταλαβαίνω επίσης ότι ήμουν ερωτευμένος σ’ όλη μου τη ζωή με την ποίησή του, όχι με τον ίδιο ως άτομο, κι ότι εγκατέλειψα για χάρη της Ελλάδας, για χάρη της ελληνικής ποίησης όλων των εποχών, τη δική μου ποιητική δημιουργία.

Μια ερώτηση που με ενδιαφέρει προσωπικά: πες μου για τη γνωριμία σου και την επαφή σου με τον Κώστα Τσιρόπουλο.

Στο δεύτερο ταξίδι μου στην Αθήνα, μπήκα τυχαία στο βιβλιοπωλείο της «Ευθύνης», στην οδό Πανεπιστημίου. Με εξυπηρέτησε ένας άντρας με άσπρα μαλλιά και μουστάκι που μιλούσε άψογα ισπανικά, και δίπλα του καθόταν ένας άντρας από τη Γρανάδα, του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι. Ο Κώστας Τσιρόπουλος ήταν, στην ουσία, η προσωποποίηση της καλοσύνης. Είχε αφήσει τη δουλειά του υπαλλήλου σε μια ελληνική τράπεζα για ν’ αφιερωθεί αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Βαθιά θρησκευόμενος, συνεργαζόταν τακτικά με την ελληνική Εκκλησία για την υπεράσπιση των αδύναμων. Διαχώριζε την ψυχή από το πνεύμα, ακολουθώντας την ελληνική παράδοση, και απεχθανόταν τον ιδιότροπο καταναλωτισμό του σύγχρονου κόσμου. Ένιωθε μια αξιοθαύμαστη αφοσίωση στη μητέρα του, τα λόγια της οποίας μου επαναλάμβανε συχνά.

Τα Σάββατα οι ποιητές συναντιόντουσαν στο βιβλιοπωλείο του και εκεί γνώρισα τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο, με τον οποίο συζήτησα το ποίημά του «Ευέλπιδες του Αλκαζάρ», καθώς και τον Βασίλη Λαλιώτη, εσένα Δημήτρη Αγγελή, τον Ηλία Κεφάλα, τον Στέλιο Καραγιάννη και πολλούς άλλους.

Μίλησε στη Μάρω Σεφεριάδη και την Ιωάννα Τσάτσου για μένα, και μου έδωσαν την άδεια να δημοσιεύσω στη Μαδρίτη εκείνη την περίφημη, αν και φιλική, διαμάχη μεταξύ Σεφέρη και Τσάτσου (Ένας διάλογος για την ποίηση και άλλα δοκίμια, Εκδ. Júcar, Μαδρίτη 1989).

Τον Φεβρουάριο του 1998, με κάλεσε για δείπνο με κάποιους φίλους του. Ένας άντρας έπαιζε μπουζούκι. Όταν τελειώσαμε το δείπνο, έφερε ένα πακέτο και το άνοιξε μπροστά μου. Έσκισε το χαρτί περιτυλίγματος. Ήταν ένα δώρο που δεν περίμενα και με γέμισε συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη. Το πακέτο περιείχε αντίτυπα ενός βιβλίου που μόλις είχε εκδώσει, Στη γλώσσα της άλλης μητέρας, με ποιήματά μου μεταφρασμένα από τον ίδιο, τον Μανόλο Γκονθάλεθ Ρινκόν, τον Βασίλη Λαλιώτη και τον Στέλιο Καραγιάννη.

Είχα δημοσιεύσει προηγουμένως το δοκίμιό του Για την τρυφερότητα στη Σεβίλλη, το 1997. Το βιβλίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία στους αναγνώστες εκείνη την εποχή, επειδή το δημοσίευσα και στη σειρά Padilla Libros Minimal Series, μια σειρά στην οποία δημοσίευσα επίσης το Περίπατοι στη Σεβίλλη του Κ. Ουράνη, τον Ακάθιστο Ύμνο, το Ευαγγέλιο του Θωμά, το Χρονικό του Γαλαξειδιού και τους Επιλεγμένους Ύμνους του Ρωμανού του Μελωδού.

Κυκλοφορείς μια τεράστια ανθολογία της νεοελληνικής ποίησης, μάλλον την πληρέστερη που έχει κυκλοφορήσει ποτέ, η οποία φτάνει σε κάθε γωνιά του ισπανόφωνου κόσμου. Πώς εργάστηκες, πώς επέλεξες τους ποιητές, ποιοι σε βοήθησαν;

Βασιζόμενος σε βιβλία από τη βιβλιοθήκη μου —βιβλία για τη νεοελληνική και τη βυζαντινή λογοτεχνία, στον Δημαρά, τον Κριαρά και πολλούς άλλους— συνέταξα την Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης από τα μέσα του 11ου αιώνα έως τη γενιά του ʼ70, το 1997. Ήταν ένα έργο πάνω από 800 σελίδες. Είχα προηγουμένως επιμεληθεί ανθολογίες για την Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά και τη Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά. Ωστόσο, αντιμετώπισα μια τρομερή πρόκληση όταν έφτασα στις σύγχρονες γενιές.

Ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή που έλαβα ανεκτίμητη βοήθεια από τον Κώστα Τσιρόπουλο. Διέδωσε την ανθολογία μου στους Έλληνες ποιητές κι άρχισα να λαμβάνω ένα πλήθος βιβλίων στο σπίτι. Έφταναν καθημερινά, τόσα πολλά που δεν χωρούσαν πλέον στη βιβλιοθήκη μου.

Η Ανθολογία περιελάμβανε έναν πρόλογο με μια εκτενή μελέτη των διαφορετικών περιόδων της ελληνικής ποίησης, ενώ κάθε ποιητής συνοδευόταν από μια υποσημείωση που εξηγούσε για την εποχή, την προέλευση και το έργο του.

Και η πανεπιστημιακή σου εμπειρία;

Για τρία χρόνια ήμουν συνεργαζόμενος καθηγητής στο Τμήμα Κλασικής Φιλολογίας. Ήταν δύσκολα χρόνια, επειδή οι καθηγητές εκείνη την εποχή θεωρούσαν ότι μόνο τα έργα της κλασικής περιόδου –ποίηση, δράμα, φιλοσοφία και ιστορία– είχαν κάποια αξία. Οι άλλες περίοδοι της ελληνικής λογοτεχνίας δεν είχαν καμία απολύτως σημασία γι’ αυτούς. Ούτε η Κοινή Ελληνική, ούτε η Δεύτερη Σοφιστική, ούτε η Βυζαντινή λογοτεχνία, ούτε η νεότερη και σύγχρονη ποίηση τους ενδιέφεραν. Ωστόσο, σε μεταπτυχιακά μαθήματα κατάφερα να διδάξω την Ποιητική του Αριστοτέλη, αλλά και ορισμένα ιπποτικά ρομαντικά έργα. Όπως ήταν αναμενόμενο, είχα μεταφράσει τέσσερα ιπποτικά ρομαντικά έργα από την εποχή των Παλαιολόγων και το μυθιστόρημα του Θεοδώρου Προδρόμου.

Είχα υποβάλει προηγουμένως την προπτυχιακή μου διατριβή για τον Ελύτη και τη διδακτορική μου διατριβή για τον Σεφέρη. Το διδακτικό προσωπικό επέμενε μάλιστα να συμπεριλάβω το επίθετο «κλασικός» στον τίτλο της διατριβής, η οποία, όπως είπαμε, κατέληξε με τον τίτλο Η ανάκληση του κλασικού στο έργο του Γιώργου Σεφέρη. Αυτά ήταν τα πρώτα έργα για τη νεοελληνική λογοτεχνία που γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης. Και οι ίδιοι οι συνάδελφοί μου μου έλεγαν συχνά: «Είσαι τρελός αν πρόκειται να αφιερωθείς σε θέματα τόσο απομακρυσμένα από την κλασική περίοδο».

Το  μεταφραστικό σου έργο συνεχίζεται από τον εκδοτικό οίκο Padilla. Πόσοι Έλληνες ποιητές έχουν ήδη βιβλίο στα ισπανικά εξαιτίας σου, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;

Από το 2019 δημιουργήσαμε, στον εκδοτικό οίκο Padilla Libros, μια σειρά μικρών βιβλίων με τίτλο «El árbol de la luz» [Φωτόδεντρο] στη μνήμη του Ελύτη. Μέχρι στιγμής έχουμε εκδώσει 66 βιβλία, όλα σε μεταφράσεις δικές μου, ποιητών από όλη την Ελλάδα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα, Νάξο, Έδεσσα, Σέρρες κ.λπ.) και δεκατριών ποιητών από την Κύπρο.

Διακόψαμε την έκδοση πριν από πέντε μήνες λόγω της ασθένειάς μου, αλλά θα συνεχίσουμε αν ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι το βιβλίο μου Αυτο-αφορισμοί ενός ανόητου, (Autoaforismos de un estúpido, Padilla Libros, Σεβίλλη, 2024), εκδόθηκε φέτος (2025), από τον εκδοτικό οίκο Λιοτρίβι στην Αθήνα, σε μετάφραση Σταύρου Γκιργκένη.

Κύλιση στην κορυφή