Θα αντικαθιστούσα, αν μου επιτρέπετε, την ερώτηση «Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;» με την ερώτηση «Γιατί αποφασίσετε να δημοσιεύσετε αυτά που γράφετε;», καθώς, αν υπάρχει εδώ κάποιο ενδιαφέρον, που πολύ αμφιβάλλω, αυτό βρίσκεται μάλλον στα κίνητρα έκδοσης παρά στην αφορμή γραψίματος. Και τα εν λόγω κίνητρα θα πρέπει να τα αναζητήσει κανείς στην επιτακτική ανάγκη για αυτοαπασχόληση, νοηματοδότηση, ταυτότητα, εκτόνωση, πραγμάτωση, φαντασίωση, αυνανισμό, δημιουργία, αναγνώριση, σχέση, αγάπη, διάκριση, φήμη και θαυμασμό. Δεν παρακολούθησα μαθήματα δημιουργικής γραφής, και τα αποτελέσματα τα βλέπετε! Ασφαλώς, η επιείκεια και η γενναιοδωρία κάποιων ανθρώπων όπως ο Κώστας Τσιρόπουλος με την Ευθύνη και ο Δημήτρης Αγγελής με τη Νέα Ευθύνη και το Φρέαρ νιώθω πως έπαιξαν στην περίπτωσή μου καθοριστικό ρόλο.
Οι συγγραφείς και τα βιβλία που με επηρέασαν ισούνται με τους συγγραφείς και τα βιβλία που διάβασα με πάθος. Βεβαίως, αγνοώ τον ακριβή μηχανισμό επίδρασης σ’ έναν άνθρωπο όπως ο γράφων, που βουτάει και τσαλαβουτάει σε μια ευρεία γκάμα ειδών και δημιουργών, τις περισσότερες φορές με τρομερή επιπολαιότητα, μα πάντοτε με γνώμονα την καθαρή απόλαυση. Ωστόσο, υπογραμμίζω την ανυπολόγιστη γοητεία που ασκούν πάνω μου η βιωματική αλήθεια, το μεταφυσικό και όχι το ψυχολογικό βάθος, το ποιητικό φίλτρο, η μη λογοτεχνίλα, η αίσθηση παραλόγου και παραδόξου, η αντι-μοντέρνα πρωτοπορία, η φαντασία, η ελεγχόμενη απόγνωση και, εν γένει, οι θεολογικές δυνατότητες των ανθρώπων και των δημιουργημάτων τους. Ξεχωριστή μνεία οφείλω στον Miguel de Unamuno, στου οποίου το έργο και το σύμπαν έζησα με ένταση και τρόπον τινά σχηματίστηκα, τον καιρό του διδακτορικού, πάνε είκοσι χρόνια τώρα.
Αν εξαιρέσουμε κάποιες δικαιολογημένες και αναμενόμενες χυλόπιτες, τις οποίες -μεταξύ μας- επ’ ουδενί εξέλαβα ως δυσκολίες αλλά ως αναγκαία κι ευεργετική αντίσταση των πραγμάτων, αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση, αρχικά, να βλέπω πώς μια παράτολμη ιδέα μετουσιώθηκε σ’ ένα ταπεινό βιβλίο (Πρώτα ο Θεός) με τη σφραγίδα ενός εξαίρετου εκδοτικού οίκου (Νεφέλη) και, στη συνέχεια, πώς αυτό τοβιβλιαράκι τράβηξε την προσοχή ορισμένων κριτικών και κράτησε συντροφιά σε κάμποσους γνωστούς και αγνώστους. Ο κατ’ εμέ ωραιότερος -δεν θα πω αποδοτικότερος- τρόπος προβολής ενός βιβλίου ή ενός συγγραφέα είναι πάντοτε το γνήσιο ενδιαφέρον ή, ακόμα καλύτερα, ο ενθουσιασμός από πλευράς αναγνωστών και κριτικών. Ως γνωστόν, ο ενθουσιασμός δεν γίνεται να μην εκφραστεί με λόγια και πράξεις. Και, αναλόγως της ποιότητος και της δεξιότητας του ενθουσιασμένου, να πείσει.
Στην Ελλάδα η κριτική βιβλίου δεν είναι η μόνη κριτική με χαμηλές επιδόσεις. Φυσικά, δεν θεωρώ αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός εντελώς άσχετο από τις επιδόσεις των κρινόμενων έργων καθαυτά, αφού συχνά η ύπαρξη σπουδαίων συγγραφέων υποχρεώνει στη δημιουργία των μελετητών εκείνων που θα τους ανακαλύψουν, θα τους παρουσιάσουν δεόντως ή θα τους προασπίσουν αν και όπου χρειάζεται. Οι παθογένειες πολλές και -επιμένω- κοινές για όλες τις τέχνες, ξεχωρίζω, όμως, τις εξόφθαλμες αλληλοεξυπηρετήσεις και τις ενδογαμικές κολακείες του χώρου, μέσα από εφημερίδες, περιοδικά, mainstream ιστοτόπους και κοινωνικά δίκτυα, από τους ίδιους και τους ίδιους προς τους ίδιους και τους ίδιους. Από ημέτερους προς ημέτερους, από νάρκισσους προς νάρκισσους και από ψωνισμένους προς ψωνισμένους, σε μια δυναμική διαλεκτική σπουδαιολογίας και σπουδαιοφάνειας. Το φαινόμενο έχει πάρει κωμικοτραγικές διαστάσεις και από τη δίνη του σώζεται μονάχα το έργο με την αδιαφιλονίκητη αξία του, που τις περισσότερες φορές απαιτεί δεκαετίες ώσπου ν’ αναγνωριστεί. Πάντως, κι αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα που έχουμε σχεδόν ορφανέψει από αληθινά «μεγάλους», έχω την εντύπωση ότι στην πατρίδα μας ουδέποτε υπήρξε ποιοτική αντιστοίχιση μεταξύ δημιουργών και κριτικών. Θα προσέθετα δε ότι η κριτική κορυφώθηκε στις περιπτώσεις που σημαντικοί δημιουργοί έκριναν άλλους δημιουργούς.
Μετά την κυκλοφορία, τώρα το φθινόπωρο, της δεύτερής μου συλλογής με ευτράπελες ιστορίες υπό τον τίτλο Βλαδιβοστόκ από τις εκδόσεις Νεφέλη, ξαναπιάνω σιγά-σιγά, τελειώνω, Θεού θέλοντος, και παραδίδω διαδοχικά 4 παλαιές μεταφράσεις, μία δοκιμίων, δύο ποίησης και μία διηγημάτων, που εύχομαι να σταθούν στο ύψος της περίστασης.
