Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Α. Σ. Μπάιατ

Σκέψεις περί μύθων

Σκέψεις περί μύθων[1]
Μετάφραση: Θοδωρής Σταμάτης

Η λέξη μύθος έχει αρχαία ελληνική προέλευση και σημαίνει κάτι που λέγεται, σε αντίθεση με κάτι που γίνεται. Αντιλαμβανόμαστε τους μύθους ως ιστορίες, παρότι, όπως γράφει η Χίδερ Ο’ Ντόναχιου στην εισαγωγή του ενδιαφέροντος βιβλίου της για τους σκανδιναβικούς μύθους,[2] υπάρχουν μύθοι οι οποίοι σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν αφηγήσεις. Σε γενικές γραμμές, θεωρούμε πως οι μύθοι είναι ιστορίες που εξηγούν ή εκφράζουν τις απαρχές του κόσμου μας. Η Κάρεν Άρμστρονγκ, στη «σύντομη ιστορία του μύθου» που συνέγραψε,[3] ισχυρίζεται πως οι μύθοι είναι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι κατανοούν και νοηματοδοτούν τον κόσμο (ο ήλιος ως ένα άρμα που μια γυναίκα το οδηγεί στον ουρανό) και πως σχεδόν όλοι «έχουν τις ρίζες τους στον θάνατο και τον φόβο της εξαφάνισης». Ο Νίτσε, στη Γέννηση της τραγωδίας, αντιλαμβάνεται τους μύθους ως ονειρικές εικόνες και ιστορίες που συγκροτούνται από το απολλώνειο στοιχείο της τάξης και της μορφής, προκειμένου να προστατέψουν τους ανθρώπους από τον φόβο που προκαλεί το διονυσιακό στοιχείο της αμορφίας, του χάους και της εύθυμης καταστροφής. Η τραγωδία χαλιναγωγεί την αρχέγονη δύναμη της μουσικής παρουσιάζοντάς μας ωραίες, απατηλές μορφές θεών, δαιμόνων, ανδρών και γυναικών, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να την αποδεχτούμε και να την κατανοήσουμε. Έγραψε:

Αλλά χωρίς Μύθο, κάθε πολιτισμός χάνει την υγιή, δημιουργική φυσική δύναμή του· μόνο ένας ορίζοντας σπαρμένος με μύθους ολοκληρώνει και ενοποιεί μια πολιτισμική κίνηση. Οι δυνάμεις της φαντασίας και της απολλώνειας ονειροπόλησης μόνο με τον Μύθο σώζονται από την ασυναρτησία μιας άσκοπης περιπλάνησης. Οι εικόνες του μύθου πρέπει να ’ναι τα αόρατα και πανταχού παρόντα προστατευτικά πνεύματα, που με τη φύλαξή τους μεγαλώνει η νεαρή ψυχή, και που με τα σημάδια που του στέλνουν ερμηνεύει ο ώριμος άντρας τη ζωή και τους αγώνες του.[4]

Ο Νίτσε θαύμαζε τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, οι ήρωες των οποίων είναι μυθικά όντα. Δεν αποδεχόταν τον Ευριπίδη, που επιχείρησε να εξανθρωπίσει τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών, να τους προσδώσει ατομικό «χαρακτήρα» και προσωπικότητα.

Όταν ήμουν μικρό παιδί γνώριζα πως ήταν διαφορετικό να διαβάζεις μύθους απ’ το να διαβάζεις παραμύθια, ιστορίες για πραγματικούς ανθρώπους ή ιστορίες για επινοημένους πραγματικούς ανθρώπους. Οι θεοί, οι δαίμονες και τα άλλα πρόσωπα των μύθων δεν διαθέτουν προσωπικότητα ή χαρακτήρα με τον τρόπο που αυτό συμβαίνει στους ήρωες των μυθιστορημάτων. Δεν διαθέτουν ψυχολογικό βάθος, παρότι ο Φρόυντ χρησιμοποίησε τον μύθο του Οιδίποδα προκειμένου να περιγράψει τον μηχανισμό του ασυνειδήτου. Έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες – η Ήρα και η Φρίγκα είναι βαθιά ζηλότυπες, ο Θωρ βίαιος, ο Άρης πολεμοχαρής, ο Μπάλντουρ όμορφος κι ευγενικός, η Άρτεμις της Εφέσου γόνιμη και παρθένος. Θυμάμαι πως όταν είδα το άγαλμα της συγκεκριμένης θεάς για πρώτη φορά, με τα πολυάριθμα στήθη της,[5] συνειδητοποίησα πως υπό μία έννοια ήταν περισσότερο πραγματική απ’ όσο ήμουν ή θα μπορούσα ποτέ να είμαι εγώ – περισσότεροι άνθρωποι πίστευαν σ’ εκείνη, θεωρώντας πως ο κόσμος τους εν πολλοίς εξαρτιόταν από την ύπαρξή της.

Τα μυθικά όντα είναι επίσης περισσότερο και ταυτόχρονα λιγότερο πραγματικά από τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες. Ο Δον Κιχώτης προσπαθεί να εισέλθει στον κόσμο του μύθου, και η απόκλιση ανάμεσα στον πραγματικό και τους φανταστικούς του κόσμους γίνεται σχεδόν μια μυθική δύναμη από μόνη της. Η Άννα Καρένινα, ο πρίγκιπας Μίσκιν, η Έμμα Μποβαρύ, ο Γκούσταφ φον Άσσενμπαχ[6] είναι ανθρώπινοι χαρακτήρες με ευαισθησίες και ατομικότητα – παρ’ όλα αυτά οι ιστορίες τους περιπλέκονται από την παρουσία απρόσωπων μύθων εντός τους. Ο Άσσενμπαχ συνιστά το πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στον Απόλλωνα και τον Διόνυσο του Νίτσε· ο πρίγκιπας Μίσκιν είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να μοιάσει στον Χριστό. Επί αρκετά χρόνια δίδασκα σε κάποιο απογευματινό τμήμα ένα μάθημα με θέμα τον μύθο και την πραγματικότητα στο μυθιστόρημα, στο οποίο εξετάζαμε τις μυθικές μορφές που εντοπίζονται ως θεματικό στοιχείο στα περισσότερο (ή λιγότερο) ρεαλιστικά λογοτεχνικά έργα. Τα δικά μου μυθιστορήματα διαθέτουν επίσης μυθικά στοιχεία στην αφήγησή τους, κάτι που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σκέψης και της μορφής των βιβλίων, καθώς και του τρόπου με τον οποίο οι χαρακτήρες αντιλαμβάνονται τον κόσμο.

Διάλεξα τον σκανδιναβικό μύθο του Ράγκναροκ επειδή τα παιδικά μου βιώματα όσον αφορά τις αλλεπάλληλες αναγνώσεις του Η Άσγκαρντ και οι θεοί[7] μ’ έκαναν να συνειδητοποιήσω για πρώτη φορά τη διαφορά ανάμεσα στον μύθο και το παραμύθι. Δεν «πιστεύω» στους θεούς της σκανδιναβικής μυθολογίας, και στην ουσία ο τρόπος που αντιλαμβανόμουν τον κόσμο τους με οδήγησε στο συμπέρασμα πως η χριστιανική αφήγηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας επιπλέον μύθος, το ίδιο είδος αφήγησης που έχει ως θέμα του τη φύση των πραγμάτων, παρ’ όλα αυτά ένας μύθος λιγότερο ενδιαφέρων και λιγότερο συναρπαστικός. Οι μύθοι δεν μου προκαλούσαν ευχαρίστηση με την αφηγηματική τους εξέλιξη όπως συνέβαινε με τα παραμύθια, τα οποία κατ’ εμέ αποτελούν ιστορίες που αφορούν ιστορίες και προσφέρουν στον αναγνώστη τους την απόλαυση να αναγνωρίζει επαναλαμβανόμενες παραλλαγές πάνω στα ίδια αφηγηματικά μοτίβα. Στα παραμύθια –αν εξαρχής αποδεχτείς την αιματηρή βία, καθώς και όλα εκείνα τα φρικτά πράγματα που συμβαίνουν στους κακούς ανθρώπους–, η ουσία έγκειται στην απολαυστική κι ευχάριστη προβλεπόμενη έκβαση, σύμφωνα με την οποία οι καλοί επιβιώνουν και πολλαπλασιάζονται, ενώ οι κακοί τιμωρούνται. Οι αδελφοί Γκριμ θεωρούσαν πως τα παραμύθια που συνέλεξαν δεν ήταν παρά η αρχαία λαϊκή θρησκεία των Γερμανών προγόνων τους, όμως εδώ υπάρχει μια διαφορά. Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν δεν έγραψε απρόσωπα παραμύθια αυτού του είδους, ή τουλάχιστον όχι συχνά· έγραψε περίπλοκες ιστορίες –τα πρόσωπα των οποίων είχαν χαρακτήρα, προσωπικότητα και συναισθήματα–, ιστορίες με ισχυρό το στίγμα του συγγραφέα τους, έργα της φαντασίας. Αισθάνθηκα πως προσπαθούσε να με τρομάξει ή να με πληγώσει ως αναγνώστρια. Εξακολουθώ να το πιστεύω.

Οι μύθοι συχνά δεν προσφέρουν ευχαρίστηση, ενίοτε δε φτάνουν στο σημείο να γίνουν ακόμα και βασανιστικοί. Προβληματίζουν και κατατρύχουν τον νου που έρχεται σε επαφή μαζί τους. Δημιουργούν καινούργιους κόσμους μέσα στο μυαλό μας, και τους δημιουργούν όχι ως κάτι το απολαυστικό αλλά ως μια συνάντηση με το αδιανόητο. Με το απόκοσμο, για να χρησιμοποιήσω μια λέξη που ήταν πολύ της μόδας όταν ήμουν φοιτήτρια. Φανταζόμουν τα παραμύθια σαν μικρά γυαλιστερά περιδέραια από περίτεχνα σμιλεμένες πέτρες, ξύλο και σμάλτα. Οι μύθοι ήταν αχανείς χώροι, που φωτίζονταν από χρώματα ακραίας έντασης, πολύ μουντά ή τουναντίον εκθαμβωτικά, εκπέμποντας ένα είδος νεφελώδους πυκνότητας και υπέρλαμπρης διαφάνειας. Συνάντησα μια περιγραφή του πώς είναι να κυριεύεσαι από έναν μύθο σ’ ένα ποίημα που μου υπέδειξε η μητέρα μου, το «Ρομάντζο» του Γ. Τζ. Τέρνερ.[8]

Δεκατριών χρονών σαν ήμουνα
πήγα σε χώρα χρυσαφιά,
ο Τσιμποράσο, ο Κοτοπάξι
με πήραν απ’ το χέρι μια φορά.

Πεθάναν ο πατέρας κι ο αδερφός μου,
πετάξανε σαν όνειρα περαστικά.
Στάθηκα εκεί που ο Ποποκατάπετλ
αστράφτει στη λιακάδα τη γλυκιά.

Δεν άκουγα του δάσκαλου τη μακρινή φωνή
και τα παιχνίδια των παιδιών τ’ αλαργινά
ο Τσιμποράσο, ο Κοτοπάξι
με πήρανε και φύγαν μακριά.

Μέσα σε όνειρο χρυσό ξεκίναγα σεργιάνι
για το σχολειό σαν πήγαινα και σαν γυρνούσα
με τον αστραφτερό Ποποκατάπετλ
τους σκονισμένους δρόμους κυβερνούσα.

Γύρναγα σπίτι μ’ ένα χρυσαφένιο αγόρι,
δεν έβγαζα ποτέ μιλιά
ο Τσιμποράσο, ο Κοτοπάξι
μου είχαν πάρει τη λαλιά.

Κοιτούσα τη θωριά του μαγεμένος
κι ήταν πιο όμορφη απ’ όλα τα λουλούδια
αστραφτερέ Ποποκατάπετλ,
στο μαγικό σου ξόρκι μέσα ζούσα:

Τα σπίτια, οι άνθρωποι, τ’ αμάξια
μοιάζαν με όνειρα που αχνόφεγγαν κρυφά,
ο Τσιμποράσο, ο Κοτοπάξι
έκλεψαν την ψυχή μου και την πήραν μακριά.

Αναγνώρισα αυτή τη διανοητική κατάσταση, αυτόν τον άλλο κόσμο. Οι λέξεις που στριφογύριζαν μες στο μυαλό μου δεν ήταν ο Τσιμποράσο και ο Κοτοπάξι, αλλά το Γκιννουνγκαγκάπ, το Ύγκντρασιλ και το Ράγκναροκ.[9] Και στη μετέπειτα ζωή μου υπήρξαν κι άλλες στιγμές σαν αυτήν. Ο Αινείας που βλέπει την Κυμαία Σίβυλλα να σφαδάζει στη σπηλιά. «Immanis in antro bacchatur vates (Γύρναγε μες στ’ άντρο μανιακή)».[10] Ή το υπέροχο Φίδι του Μίλτον που διασχίζει τον Παράδεισο, ορθώνει το κεφάλι του και περιελίσσεται.[11]

Όταν ο εκδοτικός οίκος Canongate με προσκάλεσε να γράψω έναν μύθο,[12] γνώριζα ήδη ποιος θα ήταν. Θα ήταν το Ράγκναροκ, ο μύθος που σηματοδοτεί το τέλος όλων των μύθων, ο μύθος στον οποίο οι ίδιοι οι θεοί αφανίζονται συλλήβδην. Υπάρχουν εκδοχές αυτής της ιστορίας στις οποίες ο κόσμος, που είχε γίνει στο τέλος μια επίπεδη επιφάνεια μαύρου νερού, εξαγνίστηκε και αναστήθηκε, όπως ο χριστιανικός κόσμος μετά την Τελική Κρίση. Ωστόσο τα βιβλία που διάβασα με πληροφόρησαν πως η εν λόγω έκβαση κάλλιστα θα μπορούσε να συνιστά χριστιανική παρεμβολή, και τη βρήκα αδύναμη και ισχνή σε σχέση με όλην εκείνη την υπέροχη καταστροφή. Όχι, ο λύκος πράγματι κατάπιε τον βασιλιά των θεών, το φίδι δηλητηρίασε τον Θωρ, τα πάντα κάηκαν σε μια κόκκινη φωτιά και πνίγηκαν μες στο σκοτάδι. Ήταν, θα μπορούσε να πει κανείς, κάτι το ευχάριστο.

Πιο δύσκολο απ’ ό,τι περίμενα ήταν να βρω την κατάλληλη φωνή ώστε να αφηγηθώ τον συγκεκριμένο μύθο, μια φωνή η οποία δεν θα ήταν προφητική, κραυγαλέα ή διδακτική με τον λάθος τρόπο. Νομίζω ότι πολιτισμός εντός του οποίου ζω σκέφτεται όλο και λιγότερο υπό το πρίσμα του ανεπεξέργαστου μύθου, και πολλοί άλλοι συγγραφείς στη σειρά του Canongate είχαν την ιδέα να προσαρμόσουν τους μύθους στη μορφή του μυθιστορήματος ή του σύγχρονου διηγήματος, να αναδιηγηθούν τις ιστορίες ως εάν οι ήρωες να είχαν προσωπικότητα και ψυχολογικό βάθος. Υπάρχει επίσης μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αναδιήγηση των συγκεκριμένων ιστοριών από τον Δανό μυθιστοριογράφο Βίλλυ Σαίρενσεν, η οποία εκδόθηκε στα δανικά ως Ragnarok. En gudefortælling (Ράγκναροκ. Παραμύθι) και στα αγγλικά ως The Downfall of the Gods (Η πτώση των θεών).[13] Ο Σαίρενσεν ισχυρίζεται πως μεγάλωσε μέσα σ’ έναν κόσμο που τελούσε υπό την επίδραση της χριστιανικής διδασκαλίας του Ν. Φ. Σ. Γκρούντβιγκ,[14] ο οποίος διατεινόταν στη μελέτη του Northern Mythology (Σκανδιναβική μυθολογία, 1808) ότι ο πόλεμος μεταξύ των Σκανδιναβών θεών και των γιγάντων ήταν «η μάχη του πνεύματος ενάντια στα κατώτερα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης – όπως η διαρκής μάχη του πολιτισμού εναντίον της βαρβαρότητας». Οι οπαδοί του Γκρούντβιγκ πίστευαν πως ο «νέος κόσμος» που απεικονιζόταν σε ένα ποίημα των Παλαιότερων Έδδων να αναδύεται μετά την καταστροφή του Ράγκναροκ –ο οποίος ονομαζόταν Γκίμλε– ήταν το αντίστοιχο της χριστιανικής Δευτέρας Παρουσίας, του νέου παραδείσου και της νέας γης που προφητεύτηκαν στην Αποκάλυψη. Ο Σαίρενσεν υποθέτει, όπως και οι Γερμανοί λόγιοι που έγραψαν το Η Άσγκαρντ και οι θεοί, ότι, επειδή οι ιστορίες καταγράφηκαν από Ισλανδούς οι οποίοι ήταν ήδη χριστιανοί, η ερμηνεία, καθώς και η μορφή τους ενδεχομένως να επηρεάστηκαν από τον χριστιανισμό. Η σκέψη των Δανών που είχε ως άξονα το Ράγκναροκ αντικαταστάθηκε από την Γκίμλε μετά την ήττα τους από τους Πρώσους το 1864, και η εκδοχή του Σαίρενσεν είναι μέρος της προσπάθειας των Σκανδιναβών να διασώσουν τον μύθο από τις γερμανικές (και τελικά ναζιστικές) συνδηλώσεις που ενείχε η ιστορία του Götterdämmerung (Λυκόφως των θεών)του Βάγκνερ.

Ο τρόπος του Σαίρενσεν να διασώσει και να αναδιηγηθεί τον σκανδιναβικό μύθο είναι να τον εξανθρωπίσει παρουσιάζοντάς τον ως το πεδίο μάχης ανάμεσα στη δύναμη και τον έρωτα, με τον Λόκι –ταυτόχρονα θεό και γίγαντα– ως κεντρική και συνάμα αμφιλεγόμενη φιγούρα. Η Βαλχάλα του Σαίρενσεν είναι ανθρώπινη και οικεία. Οι θεοί του έχουν συναισθήματα, αμφιβολίες, ψυχολογικά προβλήματα. Τελειώνει όχι με την Γκίμλε αλλά με το τέλος του κόσμου – επέλεξε, σύμφωνα με τα γραφόμενά του, μεταξύ του Ράγκναροκ και της Γκίμλε, και προκάλεσε τη μήνιν των θρησκευόμενων Δανών με αυτήν του την απόφαση. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, κάνει ό,τι ακριβώς θεωρούσα πως δεν επιτρέπεται να κάνω εγώ.

Προσπάθησα μια-δυο φορές να αφηγηθώ τον μύθο με έναν τρόπο ο οποίος θα διατηρούσε στο ακέραιο την απόσταση του εν λόγω μύθου από το σήμερα, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα τη διαφορετικότητά του, κι εντέλει συνειδητοποίησα ότι έγραφα για τον εαυτό μου όταν ήμουν παιδί, καθώς και για το πώς είχα ανακαλύψει τους μύθους και αντιλαμβανόμουν τον κόσμο όταν διάβασα πρώτη φορά το Η Άσγκαρντ και οι θεοί. Επινόησα έτσι τη μορφή του «αδύνατου κοριτσιού στα χρόνια του πολέμου».[15] Δεν πρόκειται για την ιστορία αυτού του αδύνατου κοριτσιού – είναι αδύνατο εν μέρει επειδή ήταν όντως αδύνατο, αλλά επίσης ο κόσμος της, όπως περιγράφεται, είναι λεπτός και λαμπερός, τα ενδότερα του νου της ο οποίος διαβάζει και σκέφτεται, καθώς και οι τρόποι που το κορίτσι συνδέει τον κόσμο της Άσγκαρντ και της Πορείας του προσκυνητή[16] με τον κόσμο και την πραγματικότητα εντός των οποίων ζει.

Ο πόλεμος θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταστρέψει τον λεπτό κόσμο του κοριτσιού. Δημιούργησε τον δικό της αντίπαλο μύθο στο μυαλό της. Ακόμα κι αν η ίδια πέθαινε –πράγμα που θα συνέβαινε κάποια στιγμή ούτως ή άλλως–, η γη θα συνέχιζε να αναζωογονείται και να ανανεώνεται. Το όμορφο λιβάδι ήταν γεμάτο λουλούδια, ο ουρανός γεμάτος πουλιά, η δύσβατη όχθη[17] έκρυβε έναν κόσμο άγριας μάχης, το νερό έσφυζε από ζωή, μέσα του είχε πλάσματα που κολυμπούσαν και σπαρτάραγαν. Ο θάνατος των θεών είναι μια γραμμική ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Η ανθρώπινη ζωή είναι μια γραμμική ιστορία. Οι μύθοι οδηγούν στην καταστροφή κι ενδεχομένως στην ανάσταση. Το αδύνατο κορίτσι πίστευε στην αιώνια επιστροφή των έμβιων όντων και στον καιρό.

Εάν όμως γράφεις μια εκδοχή του Ράγκναροκ τον εικοστό πρώτο αιώνα, αυτή είναι επόμενο να μην μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να φαντάζεται ένα διαφορετικό τέλος του κόσμου. Είμαστε ένα είδος ζώου που απεργάζεται το τέλος του κόσμου μέσα στον οποίο γεννήθηκε. Όχι από κακία ή μοχθηρία, ή όχι κατά κύριο λόγο εξαιτίας αυτών, αλλά επειδή μας διακρίνει ένα ανισοβαρές μείγμα ασυνήθιστης εξυπνάδας, ασυνήθιστης απληστίας, ασυνήθιστου πολλαπλασιασμού του είδους μας, όπως και μια έμφυτη έλλειψη διορατικότητας. Κάθε μέρα διαβάζω για μια καινούργια εξαφάνιση, για τον αποχρωματισμό των κοραλλιογενών υφάλων, καθώς και για την εξάλειψη του μπακαλιάρου που το αδύνατο κορίτσι ψάρευε στη Βόρεια Θάλασσα με αγκίστρι και με πετονιά, τον καιρό που το συγκεκριμένο ψάρι αφθονούσε σ’ εκείνα τα νερά. Διαβάζω για ανθρώπους που επιδίδονται σε δραστηριότητες οι οποίες καταστρέφουν τον κόσμο εντός του οποίου ζουν, για πετρελαιοπηγές κατασκευασμένες με περίσσια τόλμη κι εφευρετικότητα στα βάθη της θάλασσας, για έναν δρόμο που διακόπτει τα περάσματα των ζώων στο πάρκο του Σερενγκέτι, για την καλλιέργεια σπαραγγιών στο Περού, για αερόστατα ηλίου προκειμένου να μεταφέρονται οι σοδειές με λιγότερο κόστος, για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα τη στιγμή που οι ίδιες οι φάρμες εξαντλούν σε βαθμό επικίνδυνο τα αποθέματα νερού απ’ τα οποία εξαρτώνται τα φυτά, οι άνθρωποι και τα άλλα ζώα. Ήθελα να γράψω το τέλος του δικού μας Μίντγκαρντ – αλλά επ’ ουδενί να συνθέσω μιαν αλληγορία ή ένα κήρυγμα. Σχεδόν όλοι οι επιστήμονες που γνωρίζω θεωρούν ότι εμείς οι ίδιοι απεργαζόμαστε την εξάλειψή μας, με ολοένα και πιο γρήγορους ρυθμούς. Πολλά από τα αγριόχορτα στα χωράφια, που αντικρίζει το αδύνατο κορίτσι και νομίζει πως θα υπάρχουνε για πάντα, έχουν ήδη εξαφανιστεί εξαιτίας των σύγχρονων μεθόδων καλλιέργειας. Πια δεν σηκώνονται σμήνη από ποταμοσφυριχτές στον ουρανό. Οι τσίχλες δεν σπάνε πλέον πάνω στις πέτρες σαλιγκάρια και τα σπουργίτια έχουν σήμερα χαθεί από τους κήπους μας. Μ’ έναν τρόπο, το Φίδι του Μίντγκαρντ είναι κεντρικός χαρακτήρας στην ιστορία μου. Τα ψάρια που σκοτώνει και καταβροχθίζει, τα κοράλλια πάνω στα οποία πέφτει και προκαλεί τον αποχρωματισμό τους, χαίρεται να τα βλέπει να πεθαίνουν. Στην ουσία σκοτώνει για διασκέδαση. Δηλητηριάζει τη γη επειδή είναι στη φύση του να το κάνει. Όταν άρχισα να δουλεύω την εν λόγω ιστορία, είχα στον νου μου μια μεταφορά – φανταζόμουν το πλοίο του θανάτου, το Νάγκλφαρ, να είναι φτιαγμένο από νύχια νεκρών ανθρώπων, μια εικόνα αυτού που τώρα είναι γνωστό ως Δίνη Απορριμμάτων, της κινούμενης μάζας αδιάλυτου πλαστικού στον Ειρηνικό Ωκεανό, η οποία είναι μεγαλύτερη απ’ το Τέξας. Αναλογίστηκα πόσο είχε μεγαλώσει από τότε που ο Θωρ Χέυερνταλ βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να αντικρίσει πλαστικά ποτήρια να επιπλέουν στον απέραντο ωκεανό, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του με το Κον-Τίκι το 1947.[18] Ήθελα ωστόσο να αφηγηθώ τον μύθο με τους όρους που ο ίδιος έθετε, όπως τον ανακάλυψε το αδύνατο κορίτσι.

Είπα ότι δεν επιθυμούσα να εξανθρωπίσω τους θεούς. Εντούτοις πάντοτε είχα κατά νου την οξυδέρκεια του πλέον ευφυούς στοχαστή όσον αφορά τους θεούς, τους ανθρώπους και την ηθική, του Λούντβιχ Φόυερμπαχ. «Homo homini deus est», έγραψε, για να περιγράψει πώς οι θεοί μας της αγάπης, της οργής, του θάρρους, της φιλανθρωπίας υπήρξαν στην πραγματικότητα προβολές ανθρώπινων ιδιοτήτων, τις οποίες συγκροτήσαμε από τον τρόπο που αντιλαμβανόμασταν τον εαυτό μας. Έκανε λόγο για τον ενανθρωπισμένο θεό του χριστιανισμού, έναν Θεό με τη μορφή ανθρώπου ο οποίος, σύμφωνα με τον Φόυερμπαχ, ήταν ένας άνθρωπος που έγινε θεός. Η Τζωρτζ Έλιοτ μετέφρασε την Ουσία του χριστιανισμού[19] με αριστοτεχνικότητα κι ευελιξία, και η επίδραση που το συγκεκριμένο κείμενο άσκησε στο έργο της υπήρξε καταλυτική. Όμως, κατά μία έννοια, οι θεοί της σκανδιναβικής μυθολογίας είναι ιδιαζόντως ανθρώπινοι μ’ έναν διαφορετικό τρόπο. Είναι ανθρώπινοι επειδή έχουν περιορισμένες δυνατότητες και είναι ανόητοι. Είναι άπληστοι και τους αρέσει να πολεμούν και να παίζουν παιχνίδια. Είναι σκληροί και απολαμβάνουν το κυνήγι και τα αστεία. Ξέρουν ότι έρχεται το Ράγκναροκ, όμως αδυνατούν να σκεφτούν οποιονδήποτε τρόπο ώστε να το αποτρέψουν ή να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας. Ξέρουν πώς να πεθαίνουν ηρωικά, αλλά δεν ξέρουν πώς να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. «Homo homini lupus est», έγραψε ο Χομπς, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος, περιγράφοντας τον λύκο μέσα μας, ο Χομπς, ο οποίος είχε μια ζοφερή εικόνα για τον ανθρώπινο βίο, καθώς τον θεωρούσε μοναχικό, ενδεή, βρομερό, κτηνώδη και βραχύ.[20] Ο μόνος έξυπνος είναι ο Λόκι, και ο Λόκι είναι ανεύθυνος, πεισματάρης, περιπαικτικός.

Ο Ντέρυκ Κουκ, στην υπέροχη μελέτη του για τον Κύκλο του δαχτυλιδιού του Βάγκνερ, υπό τον τίτλο I Saw the World End (Είδα τον κόσμο να τελειώνει),[21] δείχνει με πόση ευφυΐα ο Βάγκνερ δημιούργησε τον ήρωά του, τον Λόγκε, αντλώντας από τις ήδη υπάρχουσες πηγές του μύθου. Ο Λόγκε του Βάγκνερ είναι, γράφει ο Κουκ, ο θεός της φωτιάς και ο θεός της σκέψης. Ο Λόκι των παλιών μύθων είναι μόνο κατά το ήμισυ θεός, και ενδεχομένως σχετίζεται με τους γίγαντες και τους δαίμονες. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που συνδέει το γερμανικό πνεύμα της φωτιάς Λόγκι με τον Λόκι των Έδδων είναι μια λανθασμένη ετυμολογία, όμως ο Λόγκε του Βάγκνερ δίνει λύση στα εκάστοτε προβλήματα και ταυτόχρονα φέρνει τις φλόγες που καταστρέφουν το Παγκόσμιο Δέντρο. Όταν ήμουν παιδί, έβλεπα πάντοτε τον Λόκι με συμπάθεια, επειδή ήταν ένας έξυπνος παρείσακτος. Μόλις άρχισα να γράφω τούτο το αφήγημα, συνειδητοποίησα ότι ο Λόκι ενδιαφερόταν για το χάος – οι ιστορίες του περιέχουν φωτιές και καταρράκτες, τα άμορφα στοιχεία στα οποία οι θεωρητικοί του χάους ανιχνεύουν την τάξη εντός της αταξίας. Ενδιαφέρεται για την τάξη που ενυπάρχει στην καταστροφή, όπως και για την καταστροφή που υπάρχει εντός της τάξης. Εάν έγραφα μια αλληγορία, εκείνος θα ήταν η αμερόληπτη επιστημονική ευφυΐα που θα μπορούσε είτε να σώσει τη γη είτε να συντελέσει στη ραγδαία της αποδιάρθρωση. Όπως έχουν τα πράγματα, ο κόσμος τελειώνει επειδή ούτε οι υπερβολικά ανθρώπινοι θεοί, με τις στρατιές και τις αψιμαχίες τους, ούτε o φλογερός στοχαστής ξέρουν τον τρόπο να τον σώσουν.


[1] Το παρόν δοκίμιο της A. S. Byatt (1936-2023) με τίτλο «Thoughts on Myths» περιλαμβάνεται ως επίμετρο στο μυθιστόρημά της Ragnarok, The Canons, Canongate Books, Εδιμβούργο 22019 (α΄ έκδ.: 2011), σ. 157-171. Μια ελαφρώς παρηλλαγμένη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφ. The Guardian, στις 5 Αυγούστου 2011, με τίτλο «Ragnarök: the doom of the gods». Ηλεκτρονική δημοσίευση: https://www.theguardian.com/books/2011/aug/05/as-byatt-ragnarok-myth (προσπελάστηκε στις 07.08.2026) [Οι σημειώσεις είναι του μεταφραστή].

[2] Heather O’ Donoghue, From Asgard to Valhalla, I. B. Tauris and Co., Λονδίνο 2007.

[3] Karen Armstrong, A Short History of Myth, Canongate Books, Εδιμβούργο 2005 (ελλ. έκδ.: Κάρεν Άρμστρονγκ, Σύντομη ιστορία του μύθου, μτφρ. Λεωνίδας Καρατζάς, Ωκεανίδα 2005).

[4] Φρίντριχ Νίτσε, Η γέννηση της τραγωδίας ή Ελληνισμός και απαισιοδοξία, εισ. Γιώργος Φαράκλας, μτφρ.-σχόλ. Χρήστος Μαρσέλλος, επίμ. Μάρκος Τσέτσος, Πιερ Οσμό, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2009, σ. 197-198.

[5] Η Μπάιατ αναφέρεται στο περίφημο λατρευτικό άγαλμα της πολυμάστου Εφεσίας Αρτέμιδος (Diana multimammia) που στεγαζόταν στο ιερό της θεάς Αρτεμίσιο στην Έφεσο.

[6] Πρωταγωνιστικοί ήρωες των λογοτεχνικών έργων Άννα Καρένινα, Ο ηλίθιος, Μαντάμ Μποβαρύ και Θάνατος στη Βενετία, των Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Φλωμπέρ και Τόμας Μαν, αντίστοιχα.

[7] Wilhelm Wägner, Asgard and the Gods, διασκ. M. W. Macdowall, επιμ. W. S. W. Anson, Routledge, Λονδίνο 11880.

[8] Το ποίημα «Romance» του γεννημένου στην Αυστραλία ποιητή και κριτικού W. J. Turner (1884-1946) γράφτηκε το 1916. Παρά την εκ πρώτης όψεως αφελή του παιδικότητα και την κάπως αδέξια στιχουργία, εντυπώνεται ανεξίτηλα στη μνήμη: τα ηφαίστεια Chimborazo, Cotopaxi και Popocatépetl, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του δεκατριάχρονου αγοριού, μοιάζουν ξαφνικά να ζωντανεύουν και να μεταμορφώνονται σε γίγαντες που θα το ταξιδέψουν σ’ έναν ονειρικό, παραμυθένιο κόσμο. Τα παράξενα ονόματά τους λειτουργούν κατά κάποιον τρόπο ως μια μορφή μαγικής επωδής.

[9] Το Ginnungagap, σύμφωνα με τις παραδόσεις των Βορείων, ήταν το πελώριο χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στο Νιφλχέιμ (Βασίλειο του πάγου) και το Μουσπελχέιμ (Βασίλειο της φωτιάς). Η ένωσή τους δημιούργησε τον γίγαντα Υμίρ. Το Yggdrasill ή Παγκόσμιο Δέντρο συνέδεε τους εννέα διαφορετικούς κόσμους της σκανδιναβικής μυθολογίας. Το Ragnarök είναι η μάχη της συντέλειας του κόσμου, η οποία θα διεξαχθεί μεταξύ των θεών και των γιγάντων. Επ’ αυτού βλ. Snorri Sturluson, The Prose Edda, μτφρ. Jesse L. Byock, Penguin Classics, Λονδίνο 2025 και, ενδεικτικά, στα ελληνικά R. I. Page, Μύθοι των Βορείων, μτφρ. Α. Η. Σακελλαρίου, Παπαδήμας, Αθήνα 1995.

[10] Βιργίλιος, Αινειάδα, πρόλ.-μτφρ.-σχόλ. Θεόδωρος Παπαγγελής, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2019, σ. 256.

[11] Βλ. John Milton, Paradise Lost, Λονδίνο 1667 (ελλ. έκδ.: Τζων Μίλτων, Ο Απολεσθείς Παράδεισος, μτφρ. Α. Δ. Οικονόμου, Οδός Πανός, Αθήνα 2010).

[12] Στην ίδια σειρά περιλαμβάνονται μυθιστορηματικές επεξεργασίες γνωστών μύθων από διάσημους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων η Μάργκαρετ Άτγουντ, ο Φίλιπ Πούλλμαν, ο Νταβίντ Γκρόσσμαν, η Άλι Σμιθ, ο Βίκτορ Πελέβιν, η Τζινέτ Ουίντερσον κ.ά. Ορισμένες εξ αυτών κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

[13] Villy Sørensen, The Downfall of the Gods, μτφρ. Paula Hostrup-Jessen, University of Nebraska Press, Λίνκολν 1989 (ελλ. έκδ.: Βίλλυ Σόρενσεν, Ράουναροκ. Το λυκόφως των θεών, μτφρ. Λύο Καλοβυρνάς, Άγρωστις, Αθήνα 1992).

[14] Ο N. F. S. Grundtwig (1783-1872) ήταν Δανός πάστορας, ποιητής, φιλόσοφος και ιστορικός. Με το πολυσήμαντο έργο του διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση της δανικής εθνικής συνείδησης.

[15] «A thin girl in wartime» τιτλοφορείται το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος της Μπάιατ για το οποίο γίνεται λόγος εδώ. Βλ. Ragnarok, ό.π., σ. 3.

[16] H Πορεία του προσκυνητή (The Pilgrims Progress from This World, to That Which Is to Come, 1768), η διάσημη χριστιανική αλληγορία του Τζων Μπάνυαν, θεωρείται ένα από τα πλέον εμβληματικά κείμενα της αγγλικής λογοτεχνίας. Ελλ. έκδ.: John Bunyan, Το μεγάλο ταξίδι, μτφρ. Μ. Β. Κυριακάκης, Έκδοσις Ευαγγελικών Αρχών, Αθήνα 1955.

[17] Αναφορά στην περίφημη «tangled bank», από την τελευταία παράγραφο της Καταγωγής των ειδών (1859) του Κάρολου Δαρβίνου.

[18] Ο Thor Heyerdahl (1914-2002) ήταν Νορβηγός εξερευνητής και συγγραφέας, περισσότερο γνωστός για την αποστολή Κον-Τίκι, όπου στις 28 Απριλίου 1947 αναχώρησε από το λιμάνι Καλιάο του Περού και ύστερα από 101 ημέρες ταξιδιού έφτασε στο αρχιπέλαγος Τουαμότου της Γαλλικής Πολυνησίας. Βλ. Thor Heyerdahl, Κον-Τίκι. Η καταπληκτικότερη περιπέτεια στις θάλασσες του Νότου, μτφρ. Κοσμάς Πολίτης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1965.

[19] Ludwig Feuerbach, Η ουσία του χριστιανισμού. Η ουσία της θρησκείας, μτφρ. Θανάσης Γκιούρας, ΚΨΜ, Αθήνα 2012.

[20] Βλ. Thomas Hobbes, Λεβιάθαν ή Ύλη, μορφή και εξουσία μιας εκκλησιαστικής και λαϊκής πολιτικής κοινότητας, εισ. Αιμίλιος Μεταξόπουλος, μτφρ. Γρηγόρης Πασχαλίδης ˗ Αιμίλιος Μεταξόπουλος, Γνώση, Αθήνα 2006, σ. 196.

[21] Deryck Cooke, I Saw the World End. A Study of Wagner’s Ring, Clarendon Paperbacks, Λονδίνο 1976.

Κύλιση στην κορυφή