Πώς μπήκατε στη ζωγραφική;
Ανοίγοντας την πόρτα της. Ζωγράφιζα από παιδί, από εσωτερική ανάγκη, όπως πίνεις νερό.
Αφορμές;
Η μαγεία της φύσης γύρω μου, η χαρά που μου δίνει το μυστήριο της ύπαρξης του κόσμου, η ταύτιση μ’ αυτό.
Οι δάσκαλοι;
Όπως οι Αθηναίοι έφηβοι άκουγαν όλες τις φιλοσοφικές σχολές, πήγαινα στην Αρχιτεκτονική ΕΜΠ, παρακολουθούσα συχνά τη διδασκαλία του Μόραλη στην ΑΣΚΤ, δύο χρόνια έκανα γυμνό με τον Τέτση (μεγάλη καρδιά και ζωγράφος). Έμαθα υδατογραφία με τον Γ. Μπουζιάνη και τον Α. Βουρλούμη∙ ο πρώτος μου είπε το 1959, όταν είδε την αυτοπροσωπογραφία μου (σήμερα στη Δημοτική Πινακοθήκη Ρεθύμνου), να συνεχίσω το ΕΜΠ, απλώς να κάνω σπουδές γυμνού. Έβλεπα τον Γκίκα και τον Πικιώνη σπίτια τους κι έδειχνα ζωγραφιές μου. Από το 1956-62 ήμουν βοηθός του Γ. Τσαρούχη, μεγεθύνσεις κτιρίων (έκανε φωτορεαλισμό εν μέσω abstrait) και σκηνικών: 1958 Medium του Menotti, 1950 M. Calas, Norma. Στα είκοσί μου, για αμοιβή με ζωγράφισε με φανέλα του Ολυμπιακού και τρία σχέδια∙ μου τα χάρισε, δεν τα πήρα γιατί δεν μου άρεσαν. Τα σχέδια είναι στο Ίδρυμα Τσαρούχη, με τον πίνακα πλήρωσε τον υδραυλικό της Πλουτάρχου, όπως μου είπε η Νίκη Τσαρούχη Γρυπάρη. Μετά εξήντα έτη με ζωγράφισε ο εξαίρετος συνάδελφος Στέφανος Δασκαλάκης, παραγγελία του γιατρού μου Ν. Παΐσιου.
Επιρροές, ζωγράφοι, έργα, κείμενα, άλλες μορφές τέχνης;
Επιλεκτικές, ποικίλες, που αφομοίωνα με τον κόσμο, μ’ έντονο ενδιαφέρον για τις πιο δομημένες προσωπικότητες που γνώρισα: Δ. Πικιώνης, Γ. Τσαρούχης. Επίδραση ιδιαίτερη, σ’ ό,τι κάνω, από το στίγμα της Ελλάδας διαχρονικά. Η μεγαλύτερη ενέργεια, τα χρόνια 1967-74 (που παραιτήθηκα από δάσκαλος στο ΕΜΠ, έδρα σχεδίου), ήταν η επαφή με τα μυθικά έργα των μουσείων του κόσμου, ιδίως της Ιταλίας. Τα μουσεία δεν είναι «νεκροταφεία» –όπως λένε οι ανόητοι, είναι εκτροφεία ψυχών, και οι χώροι, οι πόλεις: Δίον, Πομπηία.
Έργα: η ελληνορωμαϊκή τοιχογραφία, η τεράστια σημασία για τη ζωγραφική συνέχειά της (και όχι μόνο) η ανασκαφή της Βεργίνας από τον Μ. Ανδρόνικο, 1977. Αφιέρωσα σ’ αυτή την ενότητα δοκίμιο, το πρώτο διεθνώς, στο βιβλίο μου Η ζωντανή τέχνη και η κριτική (1980)∙ θεωρώ πως είναι εικαστική παρακαταθήκη, θα έλεγα σε συναδέλφους να το διαβάσουν (Εθνική Βιβλιοθήκη, ΑΣΚΤ, ΕΠΜΑΣ), όπου βρίσκεται. Έκανε πάταγο.
Άλλες επιδράσεις, από κείμενα τέχνης, ιδίως από ποιητές. Ο Μπωντλαίρ έλεγε «σ’ όλο τον κόσμο υπάρχουν προτομές, αγάλματα για όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, εκτός των κριτικών». Αγαπώ ιδιαίτερα την ποίηση και τη μουσική, έχω συχνά κάνει εικόνες για ποιητές και μουσικούς, που παίζουν πάντα μεγάλο ρόλο στη ζωγραφική, δηλαδή στη ζωή μου. Ιδιαίτερα ο Καβάφης, ογκόλιθος, κι αυτό το ουράνιο ον, ο Μότσαρτ. Η τέχνη είναι ένα δώρο, τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν∙ τα εικαστικά είναι οι τέχνες της σιωπής.
Πώς θα χαρακτηρίζατε τη δουλειά σας, θεματικά, υλικά, από άποψη τεχνικής;
Η ζωγραφική μου είναι παραστατική, συχνά με αφαιρετικότητα, ώστε να υπογραμμίζεται το ουσιώδες (minimal). Τα θέματα, ο κόσμος γύρω μας. Υλικά: αγαπώ το νερό σαν μέσο, υδατογραφία, τέμπερα, ακρυλικά. Τεχνικά, η γρήγορη εκτέλεση, εξ ου και η σχέση με την τοιχογραφία.
Πώς βλέπετε τη σημασία της ζωγραφικής στη χώρα μας και στον κόσμο; Ποιες τάσεις διακρίνετε σήμερα;
Η σημασία είναι μεγάλη, η ζωγραφική, θα έλεγα, είναι η πρώτη ιδέα των μορφών που θα πραγματωθούν από το τάλαντον, αν υπάρχει. Όλα ξεκινούν από το σχέδιο.
Οι τάσεις σήμερα; Κυκεών. Υπάρχουν λεγεώνες-«καλλιτέχνες», όπως είπε ο Ντεγκά, «όποια γυναίκα χορεύει, δεν είναι χορεύτρια». Πολυμορφία, έργα ΑΝΕΝΕΡΓΑ, δεν μιλούν γιατί δεν λένε τίποτα αφομοιωμένο μέσα τους. Αν όποια μορφή κάνει ο άνθρωπος δεν εκφράζει το δυναμικό που την έκανε, είναι ευνουχισμένη, γεμάτη με «εξηγήσεις» –αγγελτήρια θανάτου– και εδώ εμφανίζονται στη σκηνή οι ταξιθέτριες που με λόγια, λόγια, για το «τίποτα» που μορφικά είναι ανενεργό. Ας αφήσουν την επιμόρφωση∙ όταν δεν μιλάει η ίδια η μορφή, οτιδήποτε βαφτίζεται ΤΕΧΝΗ. Είναι εύκολο, κάνε ό,τι θέλεις και τα ΜΜΕ είναι νονοί. Τι να εξηγήσεις, αν το «έργο» είναι τίποτα, τι να καταλάβεις; Ο Πικάσο είπε πως η τέχνη ανήκει σ’ αυτούς που την αγαπούν, κι όχι σ’ αυτούς που την «καταλαβαίνουν». Και ο Ι. Μόραλης, «η ζωγραφική μου δεν χρειάζεται εξηγήσεις».
Υπάρχει εικαστική κριτική στη χώρα μας και ευρύτερα; Διαπαιδαγωγείται ο νέος άνθρωπος στην τέχνη, ώστε ν’ αγαπά το ωραίο και να έχει κριτήριο;
Υπάρχει κριτική; Τι είναι αυτό; Είναι τόσο σπάνιο που σχεδόν ξεχνιέται, είναι διεθνώς δυσεύρετη, π.χ. ο Ισπανός B. Βερντού [Vicente Verdú Maciá (1942–2018)], o Αμερικανός Τομ Γουλφ [Tom Wolf]. Ο κριτικός είναι δωσίλογος του κειμένου του.
Πολυσύνθετη ερώτηση. Π.χ. το «ωραίο» είναι για πολλούς το κόκκινο πανί και δεν είναι οι ταύροι – απλά είναι ανόητοι. Το ωραίο, η αισθητική είναι ο τρόπος που διαμορφώνεται η τέχνη μιας εποχής, η σχέση των μορφών με τη ζωή, δεν είναι ινστιτούτο καλλονής. Η διάσπαση των έργων σε «μορφή» και «έννοια» είναι αδόκιμος γιατί το απόλυτον της μορφής περιέχει την έννοια, τόσοι αιώνες που πέρασαν το επικυρώνουν. Μισό αιώνα γράφω και διατυμπανίζω ότι ο όρος, η σχολή «εννοιολογική» τέχνη είναι αδόκιμος, αν δεν είναι εκ του πονηρού. Εδώ ανήκουν de facto τα έργα της διάσπασης, γιατί εάν η έννοια δεν υπάρχει μέσα στη μορφή, μορφή δεν υπάρχει. Επιτέλους, είμαστε στη χώρα του Αριστοτέλη, της λογικής! Πώς έφτασαν να γράφουν και να διδάσκουν πανεπιστημιακοί ότι η εννοιολογική τέχνη δεν πραγματώνεται σε υλικά και μορφή, πετάνε τη μπάλα στον «λόγο», δηλαδή θέλουν να καταργήσουν την αυτοδυναμία των μορφών. Αυτήν υπερασπίζομαι, όχι την παραστατική ζωγραφική που είναι ο Ανταίος της τέχνης.
Το κριτήριο εξαρτάται από τη σαφήνεια που το έργο αποδίδει μια μορφή του κόσμου ή είναι αυθύπαρκτο –αν το έργο δεν μιλά, ένοχος είναι ο κατασκευαστής του. Δεν υπάρχει ορισμός τι είναι τέχνη, ούτε σαφή κριτήρια, το ένστικτο και η αγάπη παίζουν βασικό ρόλο στην τέχνη που είναι εκτός σχεδίου πόλεως. Η τέχνη και η γλώσσα είναι οι αναρχικοί του πνεύματος.
Σημειώνω όμως τον ορισμό της τραγωδίας του Αριστοτέλη και ιδιαίτερα αυτό το «ἡδυσμένῳ λόγῳ», την καλλιέπεια που πρέπει να έχει το κείμενο, εννοεί την ομορφιά. Τι ταραγμένα μυαλά βρήκαν πως «το άσχημο έχει νόημα»;
Η παιδεία είναι απαραίτητη και μάλιστα στο επικίνδυνο σήμερα του διαδικτύου, που είναι πληροφόρηση, όχι κρίση. Προτιμώ το «δάσκαλος» από το «παιδαγωγός». Σημειώνω, όμως, πως υπάρχουν κι εδώ δημόσια «μουσικά λύκεια».
Πόσο επηρέασε την αγορά τέχνης η σημερινή κρίση;
Ρητορική η ερώτηση∙ αυταπόδεικτα, de facto, η πτώση της αγοράς τέχνης είναι ιλιγγιώδης.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Θέλω να ζωγραφίζω μέχρι να χάσω το τρένο.
***
Εκτός ερωτήσεων, σημειώνω κάτι που άπτεται των θεμάτων που θίξατε.
1. Για τη μουσική παιδεία στη Βενεζουέλα, ο Ούγκο Τσάβες έκανε στο δημοτικό υποχρεωτική τη μάθηση ενός μουσικού οργάνου (να μην ακουστεί στενόθωρα). Αποτέλεσμα αυτού του El Sistema – όπως ονομάστηκε – η δημιουργία της ορχήστρας Σιμόν Μπολίβαρ, με μαέστρο τον Γκουστάβο Ντουντάμελ.
2. Για το «κριτήριο» πιστεύω στο ένστικτο-εγγενές, που βελτιώνεται επίκτητα. Έλα όμως που το κριτήριο όλων όσοι ρώτησα, χωρίς εξαίρεση ομοφωνία, μου λένε πως η οπίσθια όψη του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης – η κόκκινη είσοδος από την οδό Καλλιρρόης, είναι ένα ΕΞΑΜΒΛΩΜΑ. Και μάλιστα για το κτίριο ΦΙΞ, διατηρητέο από το ΥΠ.ΠΟ (αρχ. Ζενέτος, 1961). Και τα αντικείμενα μέσα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν μιλούν στον κόσμο, είναι ΑΝΕΝΕΡΓΑ. Εκκωφαντική ήττα της παιδείας.
2022
⸙⸙⸙
[Το κείμενο αυτό προοριζόταν για το αφιέρωμα στη σύγχρονη ελληνική ζωγραφική (τχ. 5, Ιανουάριος 2022), αλλά έφτασε αργοπορημένα στα χέρια μας. Ο Αντώνης Κέπετζης (1939) είναι ζωγράφος, αρχιτέκτονας, ιστορικός τέχνης.]

