Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Βισέντε Οὐιδόμπρο

Τὸ βῆμα τῆς ἐπιστροφῆς

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής

Στὴ Ρακὲλ ποὺ μιὰ μέρα μοῦ εἶπε:
Ὅταν ἐσὺ ἀπομακρύνεσαι ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ
Ὁ χρόνος κι ἐγὼ θρηνοῦμε.


Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ἔφυγε ἀπ’ τὴ γῆ του πρὶν ἀπὸ ἕναν χρόνο
Ἀναζητώντας τόπους μακρινοὺς ζωῆς καὶ θανάτου
Τὴν καρδιά του τὴν ἴδια καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ κόσμου
Ὅταν ὁ ἄνεμος σφύριζε κι ἔβγαζε τὰ σωθικά του
Σ’ ἕνα γιγαντιαῖο λυκόφως στερημένο ἀναμνήσεων

Ἀπ’ τὸ ἄστρο μου ὁδηγημένος
Μὲ τὸ στῆθος μου ἄδειο
Καὶ μὲ τὰ μάτια στυλωμένα στὰ ὕψη
Νὰ βρῶ τὸ πεπρωμένο μου ξεκίνησα

Ὦ καλοί μου φίλοι
Μὲ ἀναγνωρίσατε ἢ ἀκόμα;
Ἔζησα ζωὴ δύσκολη βίο ἀβίωτο
Μὰ ἐσὺ Ποίηση στιγμὴ δὲν μ’ ἐγκατέλειψες

Ὦ φίλοι μου νά με
Ἐσεῖς ἴσως ξέρετε τί ἤμουν
Κανεὶς ὅμως δὲν ξέρει τί εἶμαι
Ὁ ἄνεμος μ’ ἔκανε ἄνεμο
Ὁ ἴσκιος ἴσκιο
Κι ὁ ὁρίζοντας ὁρίζοντα πανέτοιμο γιὰ ὅλα

Τὸ σούρουπο μ’ ἔκανε σούρουπο
Καὶ ἡ αὐγὴ αὐγὴ γιὰ νὰ τραγουδήσω ἐκ νέου
Ὦ ποιητὴ αὐτὰ τὰ τεράστια μάτια
Αὐτὸ τὸ βῆμα ἀτσάλινης ψυχῆς καὶ καλοσύνης μαρμαρένιας
Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἔφτασε στὸ τέλος τοῦ τελευταίου δρόμου
Καὶ ποὺ ξαναγυρνάει μπορεῖ καὶ μ’ ἄλλο βῆμα
Τὸν ἦχο κάνω τοῦ θανάτου ὅπως περπατάω
Κι ἂν τὰ μάτια μου σοῦ ποῦν
Πόση ζωὴ ἔχω ζήσει καὶ πόσο θάνατο ἔχω πεθάνει
Θὰ μποροῦσαν λέω νὰ σοῦ ποῦνε
Καὶ πόση ζωὴ ἔχω πεθάνει καὶ πόσο θάνατο ἔχω ζήσει

Ὦ φαντάσματά μου! Ὦ ἀγαπημένα μου φαντάσματα!
Ἡ νύχτα ἄφησε νύχτα στὰ μαλλιά μου
Ποῦ βρέθηκα; Ἀπὸ ποῦ ἔχω περάσει;
Μὰ ἦταν τοῦτο δῶ ἀπουσία ἢ μήπως πιὸ μεγάλη παρουσία;

Ὅταν οἱ πέτρες ἀκοῦν τὰ βήματά μου
Νιώθουν μιὰ τρυφερότητα ποὺ τοὺς πλαταίνει τὶς ψυχές τους
Ἀνταλλάσσουν κρυφὰ σήματα καὶ μιλοῦν χαμηλόφωνα:
Ἔρχεται ἐκεῖ ὁ καλὸς ὁ φίλος
Ὁ ἄνθρωπος τῶν ἀποστάσεων
Κι ἔρχεται κατάκοπος μὲ τόσο θάνατο ζαλωμένο στὸν ὦμο του
Μὲ τόση ζωὴ στὸ στῆθος του
Καὶ ψάχνει μέρος νὰ περάσει τὴ νύχτα

Νά με ἐδῶ μπρὸς στὰ καθαρά σας μάτια
Νά με ἐδῶ ντυμένος πέρατα καὶ ἀποστάσεις
Τὰ μελανὰ τὰ σύννεφα ἔχουν μείνει πίσω μου
Τῶν σκοταδιῶν τὰ χρόνια στὴ σπηλιὰ τὴν ξεχασμένη
Κουβαλάω ψυχὴ πλυμένη στὴ φωτιὰ
Μὲ καλεῖτε καὶ δὲν ξέρετε ποιόν ἀκριβῶς καλεῖτε
Κουβαλάω κρύσταλλο ἀνίσκιωτο καρδιὰ ἀκράδαντη
Τὴν εἰκόνα τοῦ τίποτα καὶ μιὰ ὄψη ποὺ συνεχῶς χαμογελάει
Κουβαλάω ἀγάπη σχεδὸν ὅμοια μὲ τὸ σύμπαν
Ἡ Ποίηση μοῦ καθάρισε τὸν δρόμο
Δὲν ὑπάρχουν πλέον στὴ ζωή μου πράγματα φτηνὰ καὶ ἀσήμαντα
Ποιός ὁδήγησε τὰ βήματά μου μὲ τόσο σίγουρο τρόπο;

Τὰ μάτια μου λένε σ’ ὅσους ἔπεσαν:
Ρίξτε πάνω μου τὰ βέλη σας
Πάνω μου ἐκδικηθεῖτε τὴν ἀγωνία σας
Πάνω μου ἐκδικηθεῖτε τὶς ἀποτυχίες σας
Ἄτρωτος εἶμαι
Στὸν οὐρανὸ ἔχω πάρει ἐγὼ θέση ὡς ἄλλη σιωπὴ
Οἱ αἰῶνες τῆς γῆς πέφτουνε στὴν ἀγκαλιά μου
Ἐγὼ εἶμαι φίλοι μου ὁ γιὰ πάντα ταξιδιώτης
Τὰ φτερὰ τῆς ἀπέραντης περιπέτειας
Χτυποῦσαν ἀνάμεσα σὲ καλοκαίρια καὶ χειμῶνες
Δεῖτε τ’ ἀστέρια πῶς ἀνατέλλουν στὴν ψυχή μου
Ἀπὸ τότε ποὺ τοῦ σκοτεινοῦ τοῦ χρόνου τὰ ἑρπετὰ ἐξόρισα

Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ συνεννοηθοῦμε;
Νά με κι ἐπιστρέφω ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἐπιστροφὴ
Συμπόνια τῶν κυμάτων καὶ τῶν ἄστρων οἶκτος
Πόσος χαμένος χρόνος!
Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος τῶν μακρινῶν τῶν τόπων
Αὐτὸς ποὺ ἐγύριζε τῶν πεθαμένων τὶς σελίδες
Χωρὶς χρόνο χωρὶς χῶρο χωρὶς καρδιὰ καὶ δίχως αἷμα
Αὐτὸς ποὺ πῆγε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ στὴν ἄλλη
Ἀπελπισμένος καὶ μόνος στὸ σκοτάδι
Μόνος στὸ κενὸ
Σὰ σκύλος ποὺ γαυγίζει κάτι στὰ βάθη μιᾶς ἀβύσσου

Ὦ ἐσεῖς! Ὦ καλοί μου φίλοι ἐσεῖς!
Ἐσεῖς ποὺ ἀγγίξατε τὰ χέρια μου
Τί ἔχετε ἀγγίξει;
Καὶ ἐσεῖς ποὺ τὴν φωνή μου ἀκούσατε
Τί ἔχετε ἀκούσει;
Καὶ ἐσεῖς ποὺ κοιτάξατε τὰ μάτια μου
Τί ἔχετε κοιτάξει;

Ὅλα τὰ ἔχω χάσει καὶ ὅλα τὰ ἔχω κερδίσει
Καὶ δὲν ζητάω οὔτε
Τὸ μερτικό μου στὴ ζωὴ ποὺ μοῦ ἀνήκει
Οὔτε ὄρη πύρινα οὔτε πελάγη καλλιεργημένα
Πολὺ περισσότερα κέρδισα ἀπ’ ὅσα ἔχασα
Ἔτσι εἶναι τὸ ταξίδι πρὸς τὸ τέλος τοῦ κόσμου
Αὐτὸ εἶναι τὸ ματωμένο στέμμα τῆς μεγάλης ἐμπειρίας
Τὸ στέμμα ἕνα δῶρο ἀπὸ τὸ ἄστρο μου
Ποῦ ἤμουν καὶ ποῦ εἶμαι;

Τὰ δέντρα κλαῖνε κι ἕνα πουλὶ θρηνεῖ ἀπαρηγόρητο
Πεῖτε μου ποιός εἶναι ὁ πεθαμένος
Ὁ ἄνεμος μὲ κλαίει μὲ λυγμοὺς
Σὲ τί ντράβαλα μ’ ἔχει βάλει;
Κάτι λουλούδια ἀναφωνοῦν
Εἶσαι ἀκόμα ζωντανός;
Τότε ποιός εἶναι ὁ πεθαμένος;
Τὰ νερὰ στενάζουν θλιβερὰ
Ποιός πέθανε σ’ αὐτοὺς ἐδῶ τοὺς τόπους;
Τώρα ξέρω τί εἶμαι καὶ τί ἤμουν
Ξέρω τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν ἀλήθεια
Ξέρω τὴ λέξη ποὺ ἀγαποῦν οἱ πεθαμένοι
Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἔκλαψε ὁ κόσμος
Αὐτὸς ποὺ ἔκλαψε πετώντας ὁλόγυρά του λάμψεις

Τὰ δάκρυα φλομώνουν διαστέλλονται
Καὶ ἀρχίζουν νὰ στρέφονται γύρω ἀπὸ τὸν ἄξονά τους
Νά με ἐδῶ μπροστά σας
Πῶς μποροῦμε νὰ συνεννοηθοῦμε;
Πῶς μποροῦμε νὰ ξέρουμε τί λέμε;
Τόσοι καὶ τόσοι νεκροὶ μὲ καλοῦν
Μὲ καλοῦν ἐκεῖ ὅπου ἡ γῆ χάνει τὸν ἦχο της
Ἐκεῖ ὅπου μὲ περιμένουν τ’ ἀγαπημένα μου φαντάσματα
Ἀγαπημένα μου φαντάσματα
Κοιτάξτε με σᾶς ἀγαπῶ τόσο πολὺ ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι ξένος
Ποὺ ἔφυγε ἀπ’ τὴν πατρίδα του
Χωρὶς νὰ γνωρίζει πόσο βαθιὰ φτάνει ἡ περιπέτειά του
Μὲ τὸ ποὺ ἄνοιξε τὰ φτερά του
Οὔτε ὁ ἴδιος δὲν ἤξερε ποιά πτήση τὸν περίμενε

Ὁ χρόνος σας καὶ ὁ χῶρος σας
Δὲν εἶναι ὁ χῶρος μου οὔτε ὁ χρόνος μου
Ποιός εἶναι ὁ ξένος; Ἀναγνωρίζετε τὸ βάδισμά του;
Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπιστρέφει μὲ μιὰ γεύση αἰωνιότητας στὸν λάρυγγά του
Μὲ μιὰν ὀσμὴ λήθης στὴν κόμη του
Μ’ ἕνα βουητὸ μυστηριωδῶν φλεβῶν
Εἶναι αὐτὸς ποὺ θρηνεῖ γιὰ τὸ σύμπαν
Ποὺ ξεπέρασε τὸν θάνατο
Καὶ τὴ χλαλοὴ τοῦ μυστικοῦ ἀδιάβατου δάσους
Εἶμαι ἄτρωτος τώρα σὰν κάτι σπόρους
Ποὺ οὔτε ὁ ἄνεμος ποὺ τοὺς κουβαλάει δὲν τοὺς νιώθει
Ὦ Ποίηση τὸ βασίλειό μας ἱδρύθηκε καὶ ξεκινάει

Ἰδοὺ ἐκεῖνος ποὺ κοιμήθηκε πολλὲς φορὲς
Ἐκεῖ ὅπου ὀφείλεις νὰ εἶσαι σὲ ἐγρήγορση
Ὅπου οἱ βράχοι ἀπαγορεύουν τὸν λόγο
Ἐκεῖ ὅπου ὁ θάνατος σμίγει μὲ τὸ τραγούδι τῆς θάλασσας
Τώρα ξέρω ὅτι πῆγα νὰ ψάξω νὰ βρῶ τὰ κλειδιὰ
Ἐδῶ εἶναι τὰ κλειδιὰ
Ποιός τὰ εἶχε χάσει;
Πόσο καιρὸ ἔχουν χαθεῖ;
Κανεὶς δὲν βρῆκε τὰ κλειδιὰ τὰ χαμένα στὸν χρόνο καὶ στὶς ὁμίχλες
Πόσοι αἰῶνες χαμένοι!

Στὸ βάθος τῶν τάφων
Στὸ βάθος τῶν θαλασσῶν
Στὸ βάθος του θροΐσματος τῶν ἀνέμων
Στὸ βάθος τῆς σιωπῆς
Νά τα τά σημάδια
Τὰ τόσο καιρὸ ξεχασμένα!
Μὰ τότε φίλε μου τί θὰ μᾶς πεῖς;
Καὶ ποιός θα σὲ καταλάβει; Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
Ποῦ ἤσουν; Σὲ ποιά ὕψη σὲ ποιά βάθη;
Περπάτησα στὴν Ἱστορία χέρι-χέρι μὲ τὸν Θάνατο

Ὦ ἀδερφὲ τίποτα δὲν θὰ σοῦ πῶ
Ὅταν θά ’χεις ἀγγίξει ὅ,τι κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ ν’ ἀγγίξει
Πιὸ πολὺ κι ἀπ’ τὸ δέντρο ἡ σιωπὴ θὰ σ’ ἀρέσει.
Κύλιση στην κορυφή