Μαρία Βαχλιώτη

«Ελληνικό Γυμνάσιο: Μια παλιά τραγικωμωδία»

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ: ΓΟΝΕΙΣ


Σκηνή 1η:   Στο λεωφορείο, γυρίζοντας από εκπαιδευτική εκδρομή.

Περνάμε έξω από μια εκκλησία γεμάτη κόσμο και στεφάνια κηδείας. Οι μαθητές μου (Β Γυμνασίου) αναφωνούν χαρούμενοι: «Κυρία, κυρία, γάμος!» Ο μεσήλιξ οδηγός γυρίζει και με κοιτάζει αποσβολωμένος: «Σοβαρολογούν;»

[Ναι, δεν έχουν πάει ποτέ σε κηδεία, ζουν μια παρατεταμένη υπερπροστατευμένη παιδικότητα.]

Σκηνή 2: Συζήτηση στην τάξη, με θέμα τα ΜΜΕ.

Τα ρωτάω αν βλέπουν ειδήσεις στην τηλεόραση με τους γονείς τους. Η συντριπτική πλειονότητά απαντάει αρνητικά: «Οι γονείς μας λένε ότι δεν χρειάζεται να βλέπουμε δυσάρεστα πράγματα. Εξάλλου, ούτε κι αυτοί βλέπουν συχνά ειδήσεις».

[Ναι, δεν ξέρουν και δεν τα αφορά το τι γίνεται στον κόσμο.]

Σκηνή 3η: Νεώτερη Ιστορία Γ Γυμνασίου, συζήτηση με αφορμή τους όρους «δεξιά-αριστερά» (Γαλλική Επανάσταση).


Σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει τι σημαίνουν σήμερα οι όροι. Αρκετοί δεν τους έχουν ακούσει καν. Στην ερώτηση «ξέρετε τι ψηφίζουν οι γονείς σας;», οι περισσότεροι απαντούν «όχι». «Και τι σας λένε όταν τους ρωτάτε;» – «Ότι η ψήφος είναι μυστική!»

[Ναι, δεν έχουν ιδέα για πολιτική, στις εκλογές θα πάνε για μπάνιο γιατί «όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι».]

Σκηνή 4η:  Στο μάθημα  της Γλώσσας.

Ο Κώστας ήρθε χωρίς βιβλίο. «Γιατί Κωστάκη;» – «Χτες έμεινα στον πατέρα μου, τα βιβλία τα ξέχασα στο σπίτι της μαμάς μου».

[Ναι, ο χωροχρόνος τους είναι πολυδιασπασμένος, οπότε έχουν άλλοθι και για την ασυνέπεια.]

Σκηνή 5η: Προσπάθεια θεατρικής παράστασης, πρόβες κάθε Κυριακή πρωί.

Πάντα οι μισοί απόντες. Άλλος είναι στο σπίτι του μπαμπά που μένει μακριά,  άλλοι έχουν αθλητικούς αγώνες και προπονήσεις, άλλοι γράφουν διαγώνισμα στο φροντιστήριο, άλλοι κάνουν προσομοίωση εξετάσεων στα Γαλλικά, άλλοι δίνουν για Lower στα Αγγλικά!

[Ναι, δεν ξέρουν τι σημαίνει συλλογική δουλειά, ναι, είναι εξαντλημένα από τις γονεϊκές και κοινωνικές απαιτήσεις για την ατομική τους επιτυχία.]


ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΑ:

Α.
– Κυρία, θέλω να πάω για νερό.

– Όχι παιδί μου, τώρα γυρίσαμε από το διάλειμμα.

– Πρέπει να πάω.

– Όχι είπαμε.

– Δεν αντέχω.

– Δεν παθαίνεις τίποτα για μισή ώρα.

Μετά από δύο λεπτά, ο ίδιος διάλογος διακόπτει το μάθημα. Μετά από 10 λεπτά ο ίδιος διάλογος ξαναδιακόπτει το μάθημα. Οι συνεχείς διακοπές (και ο θυμός του μαθητή/τριας στις αρνήσεις μου), συνήθως σταματούν με τη φράση: «Παιδί μου, δεν είμαι η μαμά σου για να μου κάνεις μπούλινγκ».

[Ναι, είναι χειριστικά, είναι μωρά με υπερεξουσία, ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από τις ανάγκες τους.]

Β.
Η Ελένη αντέγραψε στο διαγώνισμα. Σε συνομιλία με τη μαμά της, αυτή απαντά: «Μόνο η κόρη μου αντέγραψε; Μου είπε ότι αντέγραψαν κι άλλοι! Γιατί στοχοποιείτε το παιδί μου;»

[Ναι, δεν ξέρουν τι σημαίνει ανάληψη ευθύνης, φταίνε πάντα οι άλλοι.]

Γ.
Σε κάθε δικό μας «πρέπει να μάθετε να…», η απάντηση των μαθητών μας είναι «για ποιον λόγο, αφού θα μας το πει το ΑΙ».

[Ναι, τους έμαθαν πως δεν χρειάζεται να σκέφτονται, ούτε να κοπιάζουν.]

Δ.
Ο Βασίλης κάθε πρωί κοιμάται στο θρανίο. Οι συμμαθητές του μου λένε ότι παίζει όλη νύχτα video game. Ο Βασίλης έχει και μαθησιακές δυσκολίες, αλλά δεν τον έχουν πάει στο ΚΕΔΑΣΥ για γνωμάτευση.

[Ναι, είναι εθισμένα στις οθόνες και πολλά είναι αδιάγνωστα.]

Ε.
Η Δανάη δεν προσέχει ποτέ στο μάθημα. Της κάνω παρατήρηση. «Τα ξέρω αυτά, κυρία». Πάει φροντιστήριο. Της λέω «αν άκουγες εδώ, δεν θα χρειαζόταν να πληρώνουν οι γονείς σου».

[Ναι, έμαθαν να εκτιμούν μόνο ό,τι πληρώνουν.]


ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ

Είναι ανορίωτα, δεν σέβονται τίποτα, είναι κακομαθημένα, είναι μονίμως όλα αδιάβαστα πλην ελαχίστων, είναι αδιάφορα για όλα, εμείς στην ηλικία τους, η απόλυτη αδράνεια τις πρώτες ώρες, μετά μιλάνε συνέχεια μεταξύ τους, είναι σκέτοι βαθμοθήρες, μόνο το φαίνεσθαι, και τι χρειάζεται λένε η Ιστορία, σε τι θα μας χρειαστούν τα Αρχαία, όλα τους φαίνονται άχρηστα, θα γίνουν όλοι πλούσιοι youtuber, ο άλλος στην έκθεση με θέμα το επάγγελμα έγραψε «θα νοικιάζω rbnb», εμείς στην ηλικία τους, τις τελευταίες ώρες αδύνατον να κάνω μάθημα, είναι ανεξέλεγκτη η κατάσταση, θα τα πάρει ο διάολος, θα τα ρημάξω στις ωριαίες αποβολές, θα τα αφήσω στο τετράμηνο, φταίνε οι γονείς, φταίνε τα διαζύγια, φταίνε οι ορμόνες κι η εφηβεία (εμείς δεν υπήρξαμε έφηβοι δηλαδή), φταίει ο άκρατος καπιταλισμός και ο ατομικισμός, φταίει το κράτος που δεν έχουμε στήριξη, δεν μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας, εν τέλει η δουλειά μας είναι να τους μάθουμε γράμματα,  δεν είμαστε θηριοδαμαστές, εμείς στην ηλικία τους, ας έρθουν οι Σύμβουλοι να μπουν στην τάξη με 26 παιδιά που μας έχουν φλομώσει στη θεωρία, πλήρης άρνηση, δεν ξέρουν ούτε στοιχειώδη ελληνικά,  σκέφτονται αγγλικά, τα ρώτησα και δεν ήξεραν πού είναι η Λαμία, αυτά σε δυο χρόνια θα ψηφίζουν και δεν ξέρουν να κάνουν μια διαίρεση, εμείς στην ηλικία τους, τι ματαίωση θεέ μου, τι άλλο να κάνω πια, κάνω μάθημα μόνη μου δεν μ’ ακούει κανείς, δεν θέλουν τίποτα, ούτε να σκέφτονται, εμείς στην ηλικία τους, δεν τους αρέσει τίποτα μέσα στην τάξη, ούτε οι εκπαιδευτικές επισκέψεις, τι θέλουν πια, κάποιοι ούτε να δουν ταινία, θέλουν μόνο να πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν, η μόνιμη επωδός τους «αφήστε μας να φύγουμε, αφήστε μας να φύγουμε!» άλλοτε σαν θηρία στο κλουβί κι άλλοτε σαν γέροι σε ομαδική κατάθλιψη, εμείς στην ηλικία τους, πρέπει να αυστηροποιήσουμε τις ποινές, να ρίχνουμε και διήμερες αποβολές, ανοίγουν κινητό στο μάθημα, δεν έχουμε ψυχολόγους, χτες η Παπαδοπούλου μου είπε μάθημα πρώτη φορά – άρα καλά έκανα και της έβαλα 9 στο τετράμηνο, να πάρουμε σύνταξη να ησυχάσουμε – δεν θα προλάβουμε γιατί θα μας πάρουν τέσσερις από ʼδω μέσα, να πάμε σε γραφείο, πώς θ’ αντέξουμε ως τα 67, γιατί δεν μας επαναφέρουν στο παλιό ωράριο τουλάχιστον, προσοχή στις εφημερίες, προσοχή πλακώνονται στο ξύλο, εμείς στην ηλικία τους, προσοχή παίζουν μπουγέλα, προσοχή θα μας σέρνουν στα δικαστήρια, για όλα εμείς θα φταίμε, ποια συμπερίληψη, μας κοροϊδεύουν, με ποιες υποδομές και ποιο προσωπικό, να πάνε σε ειδικό σχολείο αν δεν μπορούν εδώ, είναι αγράμματα, εμείς στην ηλικία τους, να πάνε σε νυχτερινό, σε ιδιωτικό, να τους δώσουμε αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος, να φύγουνε από πάνω μας να πάνε οπουδήποτε αλλού, εμείς στην ηλικία τους, το ξέρετε ότι της Ειρήνης στο Α3 η μαμά έχει πεθάνει, ναι το πουλάκι μου, ο Γιάννης πολύ φτωχή οικογένεια, η Νεφέλη έχει μαθησιακές αλλά προσπαθεί πολύ το παιδάκι, η Νικολέτα έχει ψυχολογικά, το είχα υποψιαστεί δεν γελάει ποτέ, του Άγγελου η μάνα μόνη της και δουλεύει όλη μέρα, ποιος να το βοηθήσει, το Χριστινάκι πολύ δύσκολο διαζύγιο με τσακωμούς, τι φταίνε κι αυτά,
δεν φταίνε, παιδιά είναι.


ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ: ΜΑΘΗΤΕΣ

Αν ρωτήσει κάποιος σήμερα τα παιδιά του Γυμνασίου για το πώς βλέπουν το σχολείο και πως νιώθουν μέσα σ’ αυτό, οι απαντήσεις που θα λάβει κυμαίνονται σε ένα φάσμα μεταξύ νεοσυλλέκτων φαντάρων και τροφίμων του Κορυδαλλού. Κι αυτό δεν σχετίζεται μόνο με τον χώρο των σχολικών κτιριακών υποδομών, αλλά κυρίως με την πεποίθηση των παιδιών ότι το σχολείο συνιστά υποχρεωτική έκτιση ποινής ή στρατιωτικής θητείας, μια συνθήκη συμμόρφωσης και υποταγής, απαραίτητη όμως προϋπόθεση για τη μελλοντική ανεύρεση εργασίας.

Η κλιμακούμενη άρνησή των παιδιών να συμμετέχουν σε μια διαδικασία που νιώθουν ότι δεν τα αφορά, είναι ίσως η μεγαλύτερη πηγή προβλημάτων αυτή τη στιγμή στο Γυμνάσιο. Άρνηση όχι αδικαιολόγητη, καθώς τα σημερινά παιδιά έχουν μεγαλώσει σ’ έναν κόσμο που έχει μεταβληθεί συθέμελα την τελευταία δεκαετία, κι όμως το σύστημα επιμένει να τους ζητάει να σκέφτονται και να δρουν σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.  Αποτέλεσμα αυτής της αντίφασης (άλλος κόσμος – ίδιο σχολείο) είναι οι εκπαιδευτικοί να αισθάνονται σαν ηθοποιοί που παίζουν σ’ ένα άδειο θέατρο, ή ακόμα χειρότερα, σ’ ένα θέατρο όπου οι θεατές σύρθηκαν αλυσσοδεμένοι να παρακολουθήσουν την παράσταση, υπό μορφήν τιμωρίας.

Αν δεν αλλάξει, λοιπόν, το κυρίαρχο συναίσθημα που νιώθουν τα παιδιά μέσα στο σχολείο, μάταια ελπίζουμε ότι οι αλλαγές (νέα βιβλία, διαδραστικοί πίνακες, αξιολόγηση) θα είναι κάτι περισσότερο από μια πρόχειρη ανανέωση του σκηνικού, όπου θα παίζεται ξανά και ξανά το ίδιο έργο.

Γιατί οι μαθητές αδιαφορούν; Η ευκολία με την οποία μεταθέτουμε την ευθύνη στα παιδιά, μήπως είναι ενδεικτική της δικής μας υποκριτικής στάσης; Τους προσφέρουμε, όντως, ένα σχολείο διαφορετικό από την κυρίαρχη εικόνα γύρω τους; Ή μήπως το σχολείο ως ισχυρός ιδεολογικός μηχανισμός, αναπαράγει το ίδιο μοντέλο που ισχυρίζεται ότι θέλει να αλλάξει μέσω της γνώσης;

Σε ένα σχολείο που είναι δομημένο σε βάσεις εξουσιαστικής λογικής (αποβολές, βαθμοί, εξετάσεις, μετεξεταστέοι) και εξωτερικών μόνο κινήτρων (αριθμητική κλίμακα επιτυχίας, αριστεία απουσιολόγων και σημαιοφόρων), σε ένα σχολείο καταπιεστικό, με αυστηρό κοινό πρόγραμμα για όλους, ανταγωνιστικό, χωρίς ρωγμές ελευθερίας, χωρίς χαρά και δημιουργικότητα, γιατί απορούμε όταν η πλειονότητα των παιδιών έχει απωλέσει το εσωτερικό της κίνητρο, το να βρίσκει δηλαδή ευχαρίστηση και νόημα σ’ αυτό που κάνει μέσα στο σχολείο;

Μήπως λοιπόν η άρνηση των παιδιών είναι άρνηση στη συμμόρφωση; Μήπως η αδιαφορία είναι τελικά σιωπηλή ανυπακοή απέναντι σε ένα σύστημα που λειτουργεί με κανόνες σωφρονιστικού ιδρύματος; Σε ένα σύστημα όπου θα επιβιώσουν αλώβητοι μόνο οι ισχυρότεροι, ένα πολύ μικρό ποσοστό δηλαδή φύσει και θέσει προνομιούχων; Μήπως πράγματι για τα σημερινά παιδιά, που είναι διαφορετικά από αυτά της δικής μας γενιάς, το σχολείο που τους προσφέρουμε είναι φυλακή; Μήπως προσπαθούμε με προκρούστειο τρόπο να χωρέσουμε τα παιδιά σε ένα σχολείο, το οποίο καμία αντίληψη αλληλεγγύης,  διαφορετικότητας, δυνατότητας ελεύθερης επιλογής και ανάληψης ευθύνης, συμπερίληψης, συνύπαρξης, κριτικής σκέψης δεν καλλιεργεί στην πράξη, παρά τις θεωρητικές εξαγγελίες των υπευθύνων; Μήπως τελικά το σχολείο είναι ο μηχανισμός που αναπαράγει σε μικρογραφία την απάνθρωπη κοινωνία που εμείς δημιουργήσαμε γι’ αυτά;

Μήπως τα σημερινά παιδιά δεν είναι απλώς «κακομαθημένα», αλλά έχουν αναπτύξει έναν ψυχολογικό μηχανισμό αυτοπροστασίας (freeze) απέναντι σ’ ένα σύστημα απειλητικό για την ύπαρξή τους, σε ένα σύστημα ψυχικά κακοποιητικό, όπου ούτε να αγωνιστούν μπορούν (fight)  ούτε να ανοίξουν τα φτερά τους να πετάξουν (flight); Μήπως όλοι κοιτάμε το σημείο όπου εκβάλλει το πρόβλημα (γνωστικό έλλειμμα), αλλά δεν βλέπουμε από πού αυτό πηγάζει (ανεκμετάλλευτο πλεόνασμα συναισθηματικής νοημοσύνης); Μήπως είναι πιο βολικό να θεωρούμε τα παιδιά ανεπαρκή και ανεπίδεκτα, απ’ το να δεχτούμε ότι το σχολείο-φυλακή πρέπει να γκρεμιστεί εκ θεμελίων και οι τρόφιμοί του να γίνουν δρώντα υποκείμενα;

Το αντεπιχείρημα είναι εύλογο: Πώς θα διατηρηθεί η τάξη χωρίς την πρακτική τιμωρίας-ανταμοιβής; Πώς θα ελέγξουμε τις συμπεριφορές των εφήβων σε μια εποχή που η βία έχει κορυφωθεί; Πώς θα συνεχίσουν τα παιδιά να διαβάζουν, έστω και την ύστατη στιγμή πριν το διαγώνισμα, αν εκλείψουν οι εξετάσεις; Πώς θα ενδιαφερθούν για το σχολείο αν δεν υπάρχουν βαθμοί; Εύλογα αναδύεται εν τέλει ο ορατός κίνδυνος και της δικής μας επιβίωσης: πώς θα κάνουν οι δεσμοφύλακες τη δουλειά τους με ανοιχτά κελιά, αφού οι κρατούμενοι, χωρίς απειλές, τιμωρίες και bonus αριστείας θα στασιάσουν, και θα οδηγηθούμε σε χάος;

Η παιδαγωγική θεωρία έχει δώσει προ πολλού συγκεκριμένες απαντήσεις για όλα αυτά. Όπου, όμως, οι λεγόμενες «καλές πρακτικές» επιχειρήθηκε να εφαρμοστούν, εφαρμόστηκαν αποσπασματικά, πρόσκαιρα, με εμβαλωματική λογική, και γι’ αυτό στέφθηκαν με παταγώδη αποτυχία.

Με πρωταρχικό φορέα ευθύνης αυτόν της κρατικής εξουσίας, μερίδιο ευθύνης φέρουμε όλοι οι εμπλεκόμενοι ενήλικες, γονείς και καθηγητές. Γιατί πόσοι από εμάς αρνούμαστε να συμμετέχουμε σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου αυτοσχεδιάζοντας και αυτενεργώντας; Πόσοι από εμάς πήγαμε κόντρα στο ρεύμα των εντολών και της συνήθειας; Πόσοι συγκρουστήκαμε για να υπερασπιστούμε το δίκιο ή τη διαφορετικότητα του άλλου;

Πόσοι από εμάς που θεωρητικολογούμε περί πνευματικής καλλιέργειας θέλουμε πράγματι μιαν άλλη εκπαίδευση, θέλουμε πράγματι να συμμετέχουμε σ’ ένα καινούργιο έργο; Πόσοι θέλουμε στ’ αλήθεια να μάθουμε απ’ την αρχή τα λόγια ενός καινούργιου, απαιτητικού ρόλου;

Γιατί, αν όντως αυτό θέλουμε, τότε θα πρέπει και να αποδεχτούμε ότι ο μόνος δρόμος για ουσιαστική αλλαγή είναι η ρήξη.

Η ρήξη με τους γονείς και τις επιθυμίες τους, με τα συντεχνιακά συμφέροντα των ειδικοτήτων των εκπαιδευτικών, με την Εκκλησία, με την παραπαιδεία, με τα κοινωνικά στερεότυπα.

Και μετά πρέπει να αποδεχτούμε ότι η ρήξη και το γκρέμισμα προϋποθέτουν μια αναπόφευκτη μεταβατική περίοδο ελεγχόμενου χάους.

Και μετά πρέπει να αποδεχτούμε ότι η διαδικασία της ανοικοδόμησης είναι υψηλού ρίσκου, χρονοβόρα, κοστοβόρα και επώδυνη, όπως κάθε επαναστατική πράξη, που μακροπρόθεσμα θα αποδώσει κάποιους καρπούς.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
Θα μπορούσαμε, κλείνοντας, να προτείνουμε ένα ολοκαίνουργιο έργο στο στυλ της σύγχρονης σκανδιναβικής σχολής, που να διαδραματίζεται, ας πούμε, στη σημερινή Δανία. Επειδή ξέρουμε, όμως, ότι ούτε θέατρο θα μας δώσουν ούτε λεφτά για την παράσταση, ας το αφήσουμε και πάλι στις καλένδες. Ας ξαναπαίξουμε το ίδιο έργο, εκείνο το παλιό, με το σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας.

⸙⸙⸙

[Η Μαρία Βαχλιώτη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Καισαριανής.]

Κύλιση στην κορυφή