Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή, Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά, Κείμενα, Αθήνα 2025.
Η συλλογή διηγημάτων Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κείμενα τον Οκτώβριο του 2025, είναι το τρίτο βιβλίο της Χρηστίνας-Καλλιρρόης Γαρμπή, αλλά το πρώτο πεζογραφικό. Προηγήθηκαν δύο ποιητικές συλλογές: η Άπω Αργεντινή, που κυκλοφόρησε από τη Σμίλη το 2023, και οι Μαζιμόνες, που κυκλοφόρησαν από τη Θράκα έναν χρόνο μετά.
Να δοκιμάζεται κάποια τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία, είναι κάτι που συμβαίνει. Μιας όμως και τα δίπολα πολλοί αγάπησαν (εμείς όχι)[1], θα μπορούσε να πιστέψει κανείς πως η Γαρμπή είναι είτε ποιήτρια που έγραψε και λίγη πεζογραφία, είτε πεζογράφος με μερικές ποιητικές στιγμές στο ενεργητικό της. Αν λοιπόν έπρεπε (που ασφαλώς και δεν πρέπει) να κοιτάξουμε προσεκτικά τη δουλειά της και να αποφανθούμε, εγώ θα πήγαινα πάσο. Θα αδυνατούσα να πω ποιο είναι το πιο δυνατό χαρτί της, μιας και ούτε κατά διάνοια δεν εντοπίζω κάποιο πάρεργο στην έως τώρα πορεία της[2].
Διάβασα πρόσφατα το Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει του Πιερ Μπαγιάρ και αφέθηκα σε δικά μου ερωτήματα, που γενικά τα προτιμώ από τις παραινέσεις: Πώς διαβάζουμε βιβλία γραμμένα από άτομα που αγαπάμε; Πώς μιλάμε για βιβλία που έχουμε παραδιαβάσει[3]; Πώς να είμαστε αντικειμενικές; Οφείλουμε να είμαστε; Θέλουμε; Μπορεί η σχέση μας με ένα βιβλίο να είναι ανεξάρτητη από τη σχέση μας με εκείνη που το έγραψε; Γιατί να μη μπορεί; Γιατί να είναι; Είναι οι άνθρωποι βιβλία; Θα με διαβάζατε; Μπορεί, μπορεί να σας διάβαζα κι εγώ, τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά!
Ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων της Γαρμπή είναι πρωτότυπος, δεν υπάρχει άλλο βιβλίο που να λέγεται έτσι ή κάπως έτσι, όχι στα ελληνικά τουλάχιστον. Είναι επίσης μεγάλος, έχει και ρήμα – αν πηγαίναμε ακόμα σχολείο, η δασκάλα μάλλον θα μας έκανε παρατήρηση. Ο τίτλος αντλείται από τις σελίδες της συλλογής, παρότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν ομώνυμο διήγημα. Παραθέτω από την 118, μία από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου: «Τώρα όμως, δεν έχουν συμβεί ακόμα όλα αυτά. Είμαι μόλις εννιά και βρίσκομαι κάτω στο πάτωμα. Με επαναφέρει σ’ αυτά τα γενέθλια και στην ψάθινη πτώση, η φωνή του πατέρα μου κάτω απ’ το θυμωμένο του μουστάκι». Η Γαρμπή παίρνει την περίοδο που ανοίγει την παράγραφο που μόλις διαβάσατε, της αφαιρεί ένα σημείο στίξης (ένα κόμμα) και μια λέξη (το «ακόμα») και βαφτίζει με τις υπόλοιπες το βιβλίο της. Ο τίτλος, που μπορεί να θυμίσει και άλλες διατυπώσεις του βιβλίου, όπως «Επιστρέφω στο τώρα λοιπόν που είναι ότι» (44) ή «Αλλά εδώ δε συμβαίνει αυτό» (70), μοιάζει να κερδίζει τις εντυπώσεις. Εμένα μου φαίνεται μια πετυχημένη, μέσα σε όλη την πολυσημία της, επιλογή.
Το Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά αφιερώνεται στον «χωμάτινο δρόμο»[4], που τον συναντάμε στο διήγημα «Οι Δευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές» (58), και απαρτίζεται από δεκατρία διηγήματα, με συντομότερο αυτό με τον μονολεκτικό τίτλο «Κομήτης», που το ανοίγει. Μια σελίδα και μισή πιάνει ο «Κομήτης», δεκατρείς το «Χάμοκ.», που είναι το εκτενέστερο της συλλογής. Αναφέρω μερικούς τίτλους ακόμα, για να πάρετε μια γεύση ή να δοκιμάσετε να φανταστείτε το περιεχόμενό τους: «Το έξυπνο ρολόι», «Εγώ είμαι εδώ», «Αυτός όμως μοιάζει με θλιβερό φάρο».
Η πρώτη εικόνα του βιβλίου είναι ένας τουρίστας με μπλε μαγιό. Για την ακρίβεια, ένας τουρίστας με μπλε μαγιό που κοπανάει ένα χταπόδι σ’ έναν βράχο, παρουσία του γιου του. Μετά από αυτό, το τοπίο γίνεται αστικό και είναι πολλές οι αναφορές στη μεγάλη εικόνα της Αθήνας ή σε γειτονιές και δρόμους της. Το σκηνικό ζωντανεύουν η Ν. με το έξυπνο ρολόι, ο Νίκος με τα κακά όνειρα, ένας κάποιος άγνωστος στρατιώτης, η Μ. με το φαγωμένο χέρι, η Κ. με τη σωσία της, η Σωσώ με το τσεμπέρι, ο δεν πέφτουμε, δεν αρρωσταίνουμε, δεν πονάμε με τους κατακέφαλους και άλλοι.
Καθημερινοί άνθρωποι είναι όλοι, με τις εργασίες τους και τις συνήθειές τους, τις αδυναμίες, τα παράπονα και τα σκαμπανεβάσματά τους. Ασχολούνται με τα πιο απλά πράγματα –με ψεύτικες φακές, ταμπλέτες για τα κουνούπια, μπουγάδες, αιώρες–, έχουν όμως και το βάθος τους. Νοιάζονται ή αδιαφορούν, μένουν μόνοι, συναντάνε άλλα όντα, τη ροζ μέντος, μία αλεπού, μια παρέα-σκέψη και άλλες.
Δεν το παρατήρησα αμέσως, αλλά η Γαρμπή δεν μας δίνει πολλά χαρακτηριστικά των πλασμάτων της, δεν περιγράφει τα πρόσωπα, τα μαλλιά, τα σώματά τους, δεν κατευθύνει τη φαντασία μας. Οι εξαιρέσεις είναι πολύ λίγες, να μία: «Ο ένας, γύρω στα εξήντα, έχει πρόσωπο κακής μητριάς και πρωταγωνιστή πορνοταινίας μαζί. Γκρίζο μακρύ ίσιο μαλλί, βουρτσισμένο σαν ουρά άρρωστου αλόγου» (65). Δείτε όμως κι αυτό: «Η απεγνωσμένη πλάτη γυρίζει και μας δείχνει το πρόσωπό της. Αυτό το πρόσωπο που από κάτω έχει έναν κουρασμένο λαιμό με μικρές κομψές ζάρες, σαν μικρά σακουλάκια, και από κάτω, εκεί που έχει το λακκάκι της κλείδας, ξεκινάει ένα πουκάμισο, ένα καρό πουκάμισο» (46). Και ένα τελευταίο: «Μοιάζει με παιδί που περιμένει υπομονετικά τους γονείς του να φάνε ο ένας τις σάρκες του άλλου» (88). Το πώς μοιάζει ένα παιδί «που περιμένει υπομονετικά τους γονείς του να φάνε ο ένας τις σάρκες του άλλου» αφήνεται στην κρίση μας.
Γενικά, το Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά δεν είναι χώρος για απόλυτα. Γι’ αυτό ίσως διατυπώνονται στις σελίδες του τόσα ερωτήματα: «Είναι κακό που το λέμε;» (17), «(ποια μανταλάκια αντέχουν τόσο;)» (44), «Γιατί συμβαίνουν πάντα σε μένα όλα τα περίεργα πράγματα;» (76), «Τι εννοούμε όταν λέμε “ακάλυπτος”»; (91). Σε σημεία παίρνουμε θάρρος και τη σκυτάλη και διατυπώνουμε κι εμείς τα δικά μας: «Ο ήχος γαντζώνεται στα μάγουλά μου» (9) – το κάνουν αυτό οι ήχοι; Γαντζώνονται; Με έκπληξη ρωτάω, καθόλου με επίκριση.
Καθώς απολαμβάνετε τη βόλτα σας στο μοναδικό σύμπαν του Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά, μπορεί να σας περάσει από το μυαλό πως η Γαρμπή δεν έγραψε απλώς τις ιστορίες, πως έζησε κιόλας κάτι από αυτές. Συνηγορούν ενδεχομένως υπέρ της σκέψης αυτής μια γιαγιά που τη λεν Καλλιρρόη και μια ηρωίδα που κλείνει τα εννιά το 1998. Ασχέτως τέτοιων λεπτομερειών, που μπορεί να μην έχουν και πολλή σημασία, προσωπικά θα προσυπέγραφα πως η Γαρμπή δεν έγραψε απλώς τις ιστορίες.
Μεμονωμένες λέξεις, ήχοι, μυρωδιές της συλλογής μπορεί να σας θυμίσουν πράγματα που έχετε ζήσει κι εσείς ή άλλα κείμενα που έχετε διαβάσει. Ένα από τα διηγήματα έχει τον τίτλο μιας συλλογής διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη: «Νοέμβριος». Ο «Κομήτης» της Γαρμπή και «Η πένσα» του Γιάννη Παλαβού θα μπορούσαν, θεωρώ, να σταθούν ως παράλληλα κείμενα.
Ό,τι πιο συναρπαστικό όμως για μένα ήταν η παράλληλη ανάγνωση των τριών βιβλίων της Γαρμπή[5]. Ώρες ολόκληρες τραβούσα νοητές γραμμές από το ένα στο άλλο, έφτιαχνα σχήματα και τα χαλούσα για να φτιάξω άλλα. Κάπως έτσι παρατήρησα πως ένας πατέρας της Άπω Αργεντινής και ένας πατέρας του Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά έχουν χωράφια στην Κεφαλονιά[6]. Ας μιλήσουμε όμως καλύτερα για γάτες:
Οι γάτες
κάποιες φορές
κλείνουν πολύ αργά τα μάτια
ώστε το τώρα να είναι πιο πολύ
Και πράγματι είναι
Το δοκίμασα ένα βράδυ
έγραφε η Γαρμπή στις Μαζιμόνες (29). Έναν χρόνο μετά, από το διήγημα «Εγώ είμαι εδώ» περνάει μια γκρι γάτα με «σχιστά εξωγήινα μάτια» οπότε και: «Προσπαθώ κατευθείαν να αντιγράψω αυτή τη ματιά, μισοκλείνοντας ελαφρώς τα μάτια μου και παίρνοντας μια μάλλον παγωμένη έκφραση, μισογυρίζοντας τον λαιμό μου λίγο δεξιά λίγο αριστερά και ανοιγοκλείνοντας πολύ μα πολύ αργά τα βλέφαρα λες και είναι χαλασμένοι υαλοκαθαριστήρες» (24).
Στις Μαζιμόνες πάλι διαβάζουμε (41):
κοιτάζω τις δύο μικρές δισκιέρες να περιστρέφονται την ώρα
που
παίζω μουσική στα μαγαζιά /
όπως κοιτάζω τα πουλιά να πετάνε πάνω από την
πόλη /
με θαυμασμό /
με αοριστία /
και στο διήγημα «Η κόκκινη τρύπα»: «Κοιτάζει τις δύο ψηφιακές δισκιέρες στην οθόνη να στροβιλίζονται, σαν δύο πρόσωπα που περιστρέφονται, και αδειάζει. Είναι λίγο λες και πετάει σε κενό αέρος. Αλλά δεν έχει σημασία. Αυτή εδώ είναι μία δουλειά» (63). Σε αυτή την περίπτωση πολύ χαρακτηριστική είναι και η αλλαγή του προσώπου: «κοιτάζω τις δύο μικρές δισκιέρες» πρώτα, «Κοιτάζει τις δύο ψηφιακές δισκιέρες» μετά. Το πρώτο ενικό είναι εντονότερο στα ποιήματα της Γαρμπή. Στα διηγήματα η αφήγηση είναι άλλοτε πρωτοπρόσωπη (με τις αφηγηματικές φωνές να ποικίλλουν) κι άλλοτε τριτοπρόσωπη.
Υπάρχουν πάντως στοιχεία που τα συναντάμε και στα τρία βιβλία της – οι θάλασσες, τα όνειρα, οι παθογένειες της πυρηνικής οικογένειας είναι μερικά από αυτά. Υπάρχουν και λέξεις που συναντάμε και στα τρία, μια τέτοια είναι η «ταινία» –η Γαρμπή άλλωστε, εκτός από βιβλία, γράφει και ταινίες–, μια άλλη είναι η «εαυτή». Το γυναικείο, το φεμινιστικό, το λεσβιακό είναι πάντα εκεί, διακριτικά ενίοτε, αλλά όχι στα κρυφά. Μια άλλη ομοιότητα, που δεν τη θεωρώ επουσιώδη, αφορά τα εξώφυλλα: Οι φωτογραφίες και των τριών, καθώς και το κολάζ του τρίτου, είναι της Γαρμπή· και νομίζω πως, εφόσον τα πράγματα έχουν έτσι, δεν θα κάνουμε άσχημα να θεωρήσουμε κάθε εξώφυλλο κομμάτι της εκάστοτε συλλογής.
Εστιάζω στο Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά για το κλείσιμο. Στις τελευταίες σελίδες του θα βρείτε αυτό που τιτλοφορείται «Το να υπάρχεις σαν λουλούδι»· ένα ερωτικό γράμμα της Χ. προς τη Μαρία. Αναπτύσσει εκεί η Χ. έναν συλλογισμό γύρω από χρηστικά αντικείμενα, μπρίκια συγκεκριμένα, και δέντρα, για να καταλήξει στους ανθρώπους, που τη γεμίζουν αβεβαιότητα. Κι ενώ το πλαίσιο είναι αυτό, γράφει κάπου:
«Γιατί αυτό που ήθελα εξαρχής ρε Μαρία είναι να κοιτάξω κάτι και να αδειάσω από μέσα σαν ντομάτα για γεμιστά».
Το όνομα Μαρία δεν εμφανίζεται εδώ πρώτη φορά, έτσι λένε και την κόρη της Ν. στο «Έξυπνο ρολόι». Το «σαν ντομάτα για γεμιστά» δεν είναι η μόνη παρομοίωση του βιβλίου, έχει πολλές. Τα γεμιστά δεν είναι το αγαπημένο μου φαγητό στον κόσμο. Το «ρε» μπορεί να φανεί πολύ προφορικό σε μερικές. Τα «ήθελα» και «είναι» μπορείς να τα πεις και ασύμφωνα. Το «από μέσα» θα έλεγε κανείς πως περιττεύει.
Όσο και να προσπαθώ να την αποδομήσω όμως, η πρόταση αυτή συνεχίζει να με τραβάει σαν μαγνήτης. Νιώθω ταυτόχρονα κάπως άβολα και υπερβολικά άνετα, σαν να μου ξεκλειδώνει κάτι που δεν ήξερα καν πως ήταν κλειδωμένο. Είναι απίθανο τι μπορούν να κάνουν τα λόγια κάποιας που έχει αναλογιστεί, αγγίξει και προχωρήσει πέρα από τις λέξεις της.
⸙⸙⸙
[Διαβάστηκε, ενισχυμένο με κάτι δικά μου από τα οποία το απάλλαξα τώρα, σε μια παρουσίαση του βιβλίου στο Art Core της Θεσσαλονίκης στις 24 Μαρτίου 2026. Συμμετείχε και η Μαλαματή-Μαρία Πετρίδου.]
[1] Βλ. και Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά, σ. 122: «Ωστόσο τα δίπολα μοιάζουν πιο πολύ με γονείς που φωνάζουν».
[2] Αν όμως αγαπήσατε πολύ την ποίησή της, νομίζω πως δεν την έχει αφήσει, δυο ποιήματά της υπάρχουν άλλωστε στο 34ο τεύχος του Τεφλόν.
[3] Με τη Χρηστίνα στην αρχή (όταν έγραφε, π.χ., την Άπω Αργεντινή) δεν γνωριζόμασταν, τώρα όμως; Κάτι που συνέβη είναι πως έχω κάνει την επιμέλεια του Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά.
[4] Σε συνέντευξη που έδωσε η Χρηστίνα στη Φωτεινή Σίμου, για το περιοδικό Elle (διαθέσιμη εδώ: https://www.elle.gr/lifestyle/713037/xristina-kallirroi-gar%C2%B5pi-oi-iroes-%C2%B5ou-einai-filoi-%C2%B5ou), εξήγησε την αφιέρωση αυτή. Σχολίασε επίσης τον αριθμό των διηγημάτων της, που δεν είναι τυχαίος, μίλησε για τη διαμόρφωση της συλλογής, διευκρίνισε πως δεν κλείνει την πόρτα στη μεγάλη φόρμα, εξήγησε πως οι ήρωές της είναι φίλοι της και άφησε να εννοηθεί πως έχουν ζωή και έξω από το βιβλίο.
[5] Αν ενδιαφέρεστε για συνδέσεις ανάμεσα στα διηγήματά της, θα σας πρότεινα καταρχάς να διαβάσετε μαζί τα «Σωσώ και Ντανιελίτο» και «Νοέμβριος».
[6] Άπω Αργεντινή, σ. 59 (βλ. και σ. 41) και Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά, σ. 118.

