Ὁ Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος ἀποτελεῖ μέχρι καὶ σήμερα σημεῖο ἀναφορᾶς γιὰ τοὺς αἰσθαντικοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους ποὺ ἐνδιατρίβουν στὴ φιλοσοφία ὄχι μονάχα μὲ βλέψεις ἀκαδημαϊκές (στόχος ὁπωσδήποτε θεμιτός), ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν εὐγενῆ βούληση νὰ μετουσιώσουν τὸ ἑκάστοτε θεωρητικὸ διατύπωμα σὲ τρόπο ζωῆς. Ἐξάλλου, ὁ τρανὸς αὐτὸς διάκονος τοῦ πνεύματος εἶχε προσωπικὴ συμμετοχὴ σὲ συγκλονιστικὲς στιγμὲς τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς ἱστορίας (καταστροφὴ τῆς Σμύρνης, ἔπος τοῦ 1940, κατοχή, ἐμφύλιος, Μακρόνησος κ.ἄ.),[1] ὥστε καὶ κατόρθωσε σὲ συγκυρίες ὁριακὲς γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ νὰ ἐπιδείξει σθεναρὴ ἀφοσίωση στὶς διανοητικές του διακηρύξεις ἢ καὶ στὶς ἀντίστοιχες ἄλλων, κορυφαίων ἐκπροσώπων τοῦ παγκόσμιου στοχασμοῦ.[2]Στὸ κείμενό μου τοῦτο θὰ ἀναλύσω, ἀρχικά, μιὰ ὁρισματολογικοῦ τύπου περιγραφή του ἐξαίρετη τῆς φιλοσοφίας καί, κατόπιν, θὰ ἐξηγήσω γιατὶ ὁ Δεσποτόπουλος ὑπῆρξε ἀληθινὸς φιλόσοφος, μὲ βάση κριτήρια συγγραφικά. Τὰ κριτήρια ποὺ θὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς ὑπόδειγμα ἐπικύρωσης ἢ διάψευσης τοῦ ὑπὸ συζήτηση ἐπιχειρήματος τὰ ἔχω εἰσηγηθεῖ ὁ ἴδιος στὸ βιβλίο μου Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ καὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ ἀντληθοῦν.
Γράφει, λοιπόν, ὁ Δεσποτόπουλος στὸ Φιλοσοφίας Ἐγκώμιον:
«Ἡ φιλοσοφία ὡς πνευματικὸς ἵμερος καὶ ὡς ἠθικὴ σκέπη εἶναι οἱονεὶ συνυφασμένη μὲ τὴν ἀναπτυγμένη συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ καταφαίνεται προπάντων σὲ ὕστατα κρίσιμες ὧρες τῆς ζωῆς του. Ἡ συνείδηση τότε καὶ τοῦ πιὸ βυθισμένου σὲ τέναγος καθημερινότητας ἐνδέχεται νὰ στραφεῖ συγκλονισμένη πρὸς τὴ μεγαλοσύνη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ νὰ καταληφθεῖ ἀπὸ ἐρωτήματα γιὰ τὴν οὐσία καὶ τὴν ἀξία τῆς ἀτομικῆς ζωῆς του, ἢ καὶ νὰ συλλάβει μηνύματα λυτρωτικῆς παραμυθίας, ἐρωτήματα καὶ μηνύματα, οἰκεῖα τῆς φιλοσοφίας ὡς μεταφυσικῆς εἴτε ὡς ἠθικῆς.
Ἐξ ἄλλου, ὅμως, ἡ φιλοσοφία, ὡς πνευματικὸ ἐπίτευγμα ἰσαπόλυτα θεμελιωτέο εἴτε ὡς ἠθικὸ ἀγώνισμα πρὸς ἰσαπόλυτου κύρους αὐτονομοθεσία, προϋποθέτει ἀνθρώπινη προσωπικότητα, μὲ ἄριστη παιδεία πρόσφορα διαπλασμένη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ φύση της ἐξαίσια προικισμένη γιὰ πνευματικότητα καὶ ἠθικότητα, ὅπως στὴν Πολιτεία (487a) τοῦ Πλάτωνος περιγράφεται ὁ φυσικὸς προικισμὸς τοῦ φιλοσόφου: φύσει … μνήμων, εὐμαθής, μεγαλοπρεπής, εὔχαρις, φίλος τε καὶ συγγενὴς ἀληθείας, δικαιοσύνης, ἀνδρείας, σωφροσύνης. Εἶναι ἄρα ἡ φιλοσοφία καὶ ἀριστοκρατικὴ μαζὶ καὶ δημοκρατική: ἀριστοκρατική, σὰν κατόρθωμα ὑπερανθρώπινο σχεδόν, δημοκρατική, σὰν δωρεὰ πανανθρώπινη σχεδόν».[3]
Ὁλόκληρο τὸ ἀπόσπασμα συγκροτεῖται (καὶ συγκρατεῖται) φιλοσοφικῶς ἀπὸ μία φαινομενικὴ ἀντίφαση: ἡ φιλοσοφία ἐκτίθεται ἐδῶ ὡς μοναδικὰ σπάνιο προνόμιο ὀλίγων καὶ ἐκλεκτῶν καί, συνάμα, ὡς καθολικὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου ὡς σκεπτόμενου ὄντος. Αἴρεται, βέβαια, ἡ προλεχθεῖσα ἀντίφαση, ἂν διακρίνει κανεὶς τὴν προσβάσιμη σὲ κάθε συνείδηση εὐρύτερη φιλοσοφικὴ ἀφύπνιση ἀπὸ τὴν ἑκούσια δραστηριότητα τοῦ φιλοσοφεῖν, ποὺ συνεπάγεται ὁρισμένο τρόπο βίωσης τῆς ζωῆς καί, σαφέστατα, διαρκῆ θέληση γιὰ ἐνασχόληση μὲ ζητήματα πνευματικά.[4] Θὰ μποροῦσε προγραμματικὰ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἡ φιλοσοφία ὑπάρχει σὲ κάθε ἀνθρώπινο ὂν ὡς ἔμφυτη δυνατότητα, ἀλλὰ ἀγγίζει τὶς ὕπατες πνευματικὲς κορυφές της μόνο μέσα ἀπὸ τὴ συνεισφορὰ λίγων. Ὁ ὁρισμὸς αὐτός, παραχθεὶς μὲ βάση τὴν ἐπιχειρηματολογικὴ ἀνάπτυξη τῶν θέσεων τοῦ Δεσποτόπουλου, εἶναι αὐστηρὸς μέν, δίκαιος δέ.
Ἤδη οἱ δύο ἄλκιμες νοητικὰ καὶ ρητορικὰ ἐκφράσεις «πνευματικὸς ἵμερος» καὶ «ἠθικὴ σκέπη» δηλοποιοῦν ἀντίθετα γνωρίσματα τῆς φιλοσοφίας, τὰ ὁποῖα, ὡστόσο, συμπληρώνουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Ὁ εἰδικευμένος ἐρευνητὴς τῆς κλασικῆς φιλολογίας, ὅπως καὶ ὁ ἀρχαιομαθὴς ἀναγνώστης, ἀνακαλεῖ, ἐνδεχομένως, τὴν Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου (200–202): ἠδὲ φιλομμηδέα, ὅτι μηδέων ἐξεφαάνθη/. τῇ δ’ Ἔρος ὡμάρτησε καὶ Ἵμερος ἕσπετο καλὸς/ γεινομένῃ τὰ πρῶτα θεῶν τ’ ἐς φῦλον ἰούσῃ. Ἡ θεὰ Ἀφροδίτη ἤδη ἀπὸ τὴν γέννησή της συνδέεται ἀξεδιάλυτα μὲ τὴν ἀρχέγονη δύναμη τοῦ Ἔρωτα, καθὼς καὶ μὲ τὸν ὄμορφο Ἵμερον,[5] ποὺ ἐκφράζει τὸν περισσότερο προσωπικὸ πόθο. Μὰ καὶ ὁ Πάρις, ἔχοντας ἡττηθεῖ ἀπὸ τὸν Μενέλαο, ὀνειδίζεται ἀπὸ τὴν ὡραία Ἑλένη (Ὁμ. Ἰλ. 3.426–436), γι’ αὐτὸ καὶ τονώνει τὸ ἠθικό της, εὐελπιστώντας σὲ δική του μελλοντικὴ πολεμικὴ ἐπικράτηση καὶ προσκαλώντας τὴν θεόμορφη γυναίκα σὲ πλάγιασμα ἐρωτικό: νήσῳ δ’ ἐν Κραναῇ ἐμίγην φιλότητι καὶ εὐνῇ,/ ὥς σεο νῦν ἔραμαι καί με γλυκὺς ἵμερος αἱρεῖ (Ὁμ. Ἰλ. 3.445–446). Ἡ δὲ ἠθικὴ σκέπη, ἀρτιώνοντας νοηματικὰ τὸν δηλωθέντα ἐκ τοῦ ἱμέρου βαθύβλυστο πόθο, ἐκφράζει τὴν παροχὴ στὸ ὑποκείμενο ἀνθεκτικότητας γιὰ τὶς δύσκολες περιστάσεις τῆς ζωῆς. Ἑπομένως, ἡ φιλοσοφία εἶναι, κατὰ τὸν Δεσποτόπουλο, ὁρμὴ ἐρωτικῆς ὑφῆς καὶ προστατευτικὸ καταφύγιο ταυτόχρονα.
Ἔπειτα, οἱ «ὕστατα κρίσιμες ὧρες τῆς ζωῆς» τοῦ ἀνθρώπου δὲν δημιουργοῦν συνείδηση φιλοσοφικὴ ἐκ τοῦ μηδενός, δὲν οἰκοδομοῦν κάτι ἀνύπαρκτο προηγουμένως, ἀλλὰ προσφέρουν τὴ δέουσα ἔγερση τῶν διανοητικῶν δυνάμεων ἀπὸ τὸν διαρκῆ λήθαργο. Εἶναι ἐμπειρικὰ διαπιστώσιμο ὅτι ὁ ἄνθρωπος, στροβιλιζόμενος μέσα στὴ δίνη ἀναπόδραστων ὑποχρεώσεων καὶ εὐθυνῶν, πιεστικῶν καθηκόντων ἢ καὶ ἡδονικῶν ἐπιθυμιῶν, εὑρισκόμενος σὲ «τέναγος καθημερινότητας» ὅπως ἄριστα τὸ συλλαμβάνει καὶ ἐκφράζει ὁ Δεσποτόπουλος, θάβει βαθιὰ μέσα του τὴν ἐγγενῆ τάση του πρὸς τὴν πνευματικότητα. Τότε, ἡ αἰφνιδίως προκύπτουσα κατάσταση ἀκρότητας (πένθος, νόσος, φτώχεια, συντριπτικὲς ἀποτυχίες ἢ καὶ ἀκούσια στραβοπατήματα) ἐνεργοποιεῖ τὶς ἐνδότερες νοητικές του δυνάμεις, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀναζητᾶ στοχαστικῷ τῷ τρόπῳ λύσεις στὰ προβλήματά του ἢ καὶ νὰ διερευνᾶ τὰ αἴτια ποὺ γέννησαν τὶς δυσχέρειες αὐτές. Ὅλη αὐτὴ ἡ συλλογιστικὴ δραστηριότητα εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ φιλοσοφική. Καὶ πῶς ἐμφανίζεται; Μέσα ἀπὸ τὴν κρίση, ἀπὸ τὸ ἔκτακτο τῶν πραγμάτων ποὺ διακόπτει βίαια τὴν μέχρι πρότινος αὐτονόητη καθημερινότητα καὶ ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ Ὀδυσσέα, ἀναζητώντας, πιά, λύσεις μὲ τὸ μυαλό του.[6] Σὲ τέτοιες, ἀκριβῶς, περιστάσεις εἶναι καὶ ποὺ γίνεται εὐθέως ἀντιληπτὴ ἡ «μεγαλοσύνη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς», ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὸν Δεσποτόπουλο, ἀφοῦ ἡ ἀπρόσμενη ἐπίσκεψη τῆς δυσχέρειας ὁδηγεῖ σὲ ἐξαναγκαστικὴ ἀνάδυση τοῦ ἐνδότερου, στοχαστικοῦ ἑαυτοῦ στὴν ἐπιφάνεια. Μέχρι καὶ αὐτὴ ἡ διαπίστωση φαντάζει ἀντιφατική· καὶ ἡ ἀντίφαση συνιστᾶ αἰώνιο πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου, συγκρίσιμης βαρύτητας μὲ τὸν θάνατο λόγῳ τῆς ἀνυπέρβλητης παντοδυναμίας της.[7]
Φυσικά, ἡ καταλυτικὴ συνδρομὴ τῆς φιλοσοφίας στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐγγυᾶται τὴ διὰ παντὸς ἐξαφάνιση τοῦ οἱουδήποτε προβλήματος. Ἐνίοτε, ὁ ἐξέχων ρόλος της εἶναι νὰ προσφέρει στὴ βασανισμένη ψυχοσύνθεση «λυτρωτικὴ παραμυθία», ἤτοι παρηγοριὰ ἴδιας δύναμης μὲ αὐτὴν ποὺ προσφέρουμε στοὺς πενθοῦντες.[8] Ἀκόμα, λοιπόν, καὶ ὅταν δὲν τελειώνουν ὅλα καλά, ἡ φιλοσοφία παρέχει τὸ προνόμιο τῆς βίωσης τῆς ζωῆς μέσα ἀπὸ ἕνα πρίσμα ἀταλάντευτης ἀξιοπρέπειας. Ἐν προκειμένῳ, ἀποδεικνύεται ὅτι ἀκόμα καὶ τὸ ἀναπότρεπτο τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ διαφύγει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.[9] Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ δυσχέρεια ἀμβλύνεται, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀπὸ τὸν γλυκὸ παρηγορητικὸ λόγο τῆς φιλοσοφίας. Ἐξάλλου, ἡ λέξη «παραμυθία», ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Δεσποτόπουλος, παραπέμπει καὶ στὸν θουκυδίδειο Περικλῆ, ὁ ὁποῖος λέει στὸν Ἐπιτάφιο, στοὺς γονεῖς τῶν πεσόντων: Δι’ ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢ παραμυθήσομαι (Θουκ. 2.44.1). Καὶ βέβαια, ὁ Περικλῆς κατευνάζει τὸν ὀλοφυρμὸ τῶν γονέων μὲ φιλοσοφικὸ ὕψος, μὲ στοχαστικὴ θεώρηση τῆς ζωῆς. Βαθύπνευστα, δέ, φιλοσοφικὸς εἶναι καὶ ὁ Διονύσιος Σολωμὸς στὸ Ἐγκώμιο στὸν Οὖγο Φόσκολο, δηλαδή, ξανά, ἡ φιλοσοφία, συναρτημένη καὶ μὲ τὴν ποιητικότητα, ἁπαλύνει τὴν θρηνητικὴ περίσταση.[10]
Μεταβαίνω στὴν ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση τῆς δεύτερης παραγράφου τοῦ δεσποτοπούλειου ἀποσπάσματος. Ἡ φιλοσοφία ἐδῶ μετατρέπεται, πιά, σὲ συνεχὲς «ἐπίτευγμα» καὶ «ἀγώνισμα». Ἐν ὀλίγοις, ὡς ἄλλος Ἔρως ὑπομιμνήσκων τὸ πλατωνικὸ Συμπόσιον, ἔχει φύση διττή, ἤγουν εἶναι καὶ κατόρθωμα καὶ μόχθος, περατώνεται καὶ δὲν περατώνεται. Τελικά, βέβαια, σπουδαιότερο ρόλο διαδραματίζουν οἱ ἐπιθετικοὶ προσδιορισμοί: ἡ φιλοσοφία ἐκλαμβάνεται ἀπὸ τὸν Δεσποτόπουλο ὡς κατάκτηση πνευματικὴ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀλήθειά της καὶ ὡς κοπιώδης ἠθικὴ διαδικασία ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀναπόφευκτη ἐλευθερία της. Ἡ «αὐτονομοθεσία», μὲ τὴ σειρά της, λέξη μὲ καταφανεῖς καντιανοὺς ἀπόηχους,[11] δὲν ὑποσημαίνει ἐκδήλωση αὐθαιρεσίας ἐκ μέρους τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ μὴ μηχανικὴ ὑπακοὴ στὶς ἔμφυτες ὁρμὲς ἢ τὶς κοινωνικὲς ἐπιταγές· ἀντιθέτως, ὅλα αὐτὰ ἀξιολογοῦνται ἐνδελεχῶς ἀπὸ τὸ φιλοσοφοῦν ὑποκείμενο καί, πρὸ πάντων, ἀναγκάζονται, διὰ τῆς ἔλλογης ἡνιοχείας τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ὑποταχθοῦν σὲ ἀρχὲς καθολικοῦ κύρους. Ὁ αὐτόνομος ἄνθρωπος εἶναι ἀνυπάκουος μονάχα μὲ τὰ συμβατικὰ κοινωνικὰ κριτήρια· ἄν, ἐντούτοις, ἡ στάση του ἑρμηνευθεῖ φιλοσοφικά, τότε καθίσταται κατάδηλο πὼς ξέρει νὰ καθοδηγεῖται ἀπὸ κάτι αἰώνιο καὶ ἀκατάλυτο,[12] ἀπὸ ἔννοιες μεταφυσικὲς ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν ἀνθρώπινη ἐγωπάθεια. Ὁ φιλόσοφος, ὅπως τὸ θέτει καὶ ὁ Πλάτων στὸν Φαῖδρο γιὰ τὸ εὐγενές, δεξὶ ἄλογο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὑπερουράνιας ἁρματοδρομίας τῶν ψυχῶν, λόγῳ ἡνιοχεῖται (253e).[13] Αὐτό, μὲ τὴ σειρά του, ἐπιτρέπει στὸν φιλοσοφοῦντα ἄνθρωπο νὰ κάνει ἅλμα στὸ ὕψος τοῦ ἴδιου του τοῦ ἑαυτοῦ.[14]
Τέτοια, ἀσφαλῶς, ἄσκηση τῆς φιλοσοφίας προϋποθέτει προσωπικότητα ὀρθὰ καὶ διεξοδικὰ ἐκπαιδευμένη, καθὼς καὶ ἄνωθεν δοθέντα φυσικὸ προικισμό. Καὶ ἀκολουθεῖ στὸ σημεῖο τοῦτο ὁ Δεσποτόπουλος τὸν Πλάτωνα, ἀφοῦ τὸ τέκνο τῆς ὄμορφης Περικτιόνης σημειώνει στὸν Φαῖδρο μέσα ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Σωκράτη (269d): Τὸ μὲν δύνασθαι, ὦ Φαῖδρε, ὥστε ἀγωνιστὴν τέλεον γενέσθαι, εἰκός – ἴσως δὲ καὶ ἀναγκαῖον – ἔχειν ὥσπερ τἆλλα· εἰ μέν σοι ὑπάρχει φύσει ῥητορικῷ εἶναι, ἔσῃ ῥήτωρ ἐλλόγιμος, προσλαβὼν ἐπιστήμην τε καὶ μελέτην, ὅτου δ’ ἂν ἐλλείπῃς τούτων, ταύτῃ ἀτελὴς ἔσῃ. Ἡ φιλοσοφία, ὅπως καὶ ἡ ρητορικὴ καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη δεξιότητα στὴ ζωή, ἀπαιτεῖ χάρισμα, γνώση καὶ διαρκῆ ἐξάσκηση πάνω στὴν κατακτημένη γνώση. Οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ Δεσποτόπουλος ἐπιβεβαιώνει πὼς ἔχει κατὰ νοῦ τὸν Πλάτωνα, ὅταν καὶ παραθέτει ἀμέσως μετὰ τὰ γνωρίσματα ποὺ ἀποδίδει τὸ εὐῶδες ἄνθος τῆς σωκρατικῆς φιλοσοφίας στοὺς ἐξέχοντες φιλοσόφους τῆς Πολιτείας του. Βέβαια, κατὰ τὸν Πλάτωνα, δὲν ἀρκοῦν οἱ διανοητικὲς ἀρετές, δηλαδὴ ἡ εὐστροφία καὶ τὸ ἄριστο μνημονικό· εἶναι ἀπαραίτητο ὁ φιλόσοφος νὰ ἀκτινοβολεῖ καὶ ἠθικότητα, ὄντας μεγαλοπρεπής, προσηνής, λάτρης τῆς ἀλήθειας, δίκαιος, ἀνδρεῖος καὶ σώφρων. Ὅλα αὐτὰ τὰ χαρίσματα, ἔμφυτα καὶ κατόπιν καλλιεργημένα ἐπιμελῶς,[15] ἀποτρέπουν τὴν εἴσδυση τῆς κακίας καὶ τῆς ἀλαζονείας στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ ἐπιτελοῦν καὶ γνωσιολογικὴ λειτουργία, ἀφοῦ καθιστοῦν τὸ ἄτομο ἱκανὸ νὰ μὴν ἐκλαμβάνει τὴν πρώτη τυχοῦσα ἀτομικὴ βούληση ὡς ἀναγκαιότητα. Ἀσφαλῶς, καταπολεμεῖται, παράλληλα, ὁ δογματισμός, καθὼς τὸ ἄτομο μαθαίνει τὴν ὕψιστη σημασία τοῦ φιλοσοφεῖν, δηλαδὴ τὸ ἐπιβεβλημένο χρέος τῆς ἐξονυχιστικῆς κριτικῆς τῶν ἴδιων σου τῶν ἐπιχειρημάτων.[16]
Εἶναι ἀναμενόμενο νὰ δίδει ὁ Δεσποτόπουλος ἔμφαση στὴ συναρμογὴ ἐπιστήμης καὶ ἠθικῆς ἀρετῆς, ἀφοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ προβλημάτισε ἔντονα, ὅπως εἴδαμε, καὶ τὸν Πλάτωνα. Μάλιστα, ὁ περιώνυμος φιλόσοφος ἀξιώνει τὴν ἰδανικὴ σύζευξη γνώσης καὶ ἠθικότητας καὶ στὸν συγγραφικὰ προγενέστερο τῆς Πολιτείας Γοργία του, ὅπου ὁ συνδυασμὸς εἶναι ἀναγκαῖος γιὰ κάθε σωστὸ πολιτικό. Γιὰ παράδειγμα, στὸν διάλογο αὐτὸν ἡ ρητορικὴ δεινότητα τοῦ Περικλῆ δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ χαρακτηριστεῖ αὐτὸς ἄριστος πολιτικός, ἀφοῦ, κατὰ τὸν Πλάτωνα, τὸ τέκνο τῆς Ἀγαρίστης ἀπέτυχε νὰ καταστήσει τοὺς συμπολίτες του ἠθικῶς βελτίους.[17] Ὅσο κι ἂν τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐξαιρετικὰ συζητήσιμο, ἐν τινὶ μέτρῳ καὶ ἐσφαλμένο, δεικνύει τὴν εἰλικρινῆ ἀγωνία τοῦ Πλάτωνος γιὰ τὸ πῶς ἡ ἀθηναϊκὴ πολιτικὴ θὰ κατορθώσει νὰ μετατραπεῖ σὲ παιδαγωγικὴ τῶν ψυχῶν τῶν πολιτῶν τέχνη. Οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ Περικλῆς δὲν εἶναι ὁ ἀποκλειστικὸς ὑπαίτιος γιὰ τὴν παρακμὴ τῶν Ἀθηνῶν, καθὼς τὰ δηκτικὰ πλατωνικὰ βέλη ἐκτοξεύονται καὶ ἐναντίον τῶν Μιλτιάδη, Κίμωνα καὶ Θεμιστοκλῆ. Ἡ ἀθηναϊκὴ κοινωνία νοσεῖ βαριὰ καὶ μόνο μιὰ φιλοσοφοῦσα πολιτικὴ – ἀσκημένη ἀπὸ ἀνθρώπους ἐφάμιλλους τοῦ Σωκράτη στὰ ἠθικὰ κίνητρα καὶ τὴν πνευματικὴ μεγαλοσύνη – δύναται νὰ τὴ σώσει ἀπὸ τὸν βοῦρκο. Ἡ πολιτικὴ δὲν τελειοῦται ὡς τέχνη τοῦ ἐφικτοῦ,[18] μὰ μονάχα ὅταν μεταλαμβάνει φιλοσοφίας.
Ἡ καταληκτικὴ διατύπωση τοῦ Δεσποτόπουλου προσδίδει στὸ ἀπόσπασμα τὴν πρέπουσα φιλοσοφικὴ κορύφωση· φιλοσοφικὴ κορύφωση τῆς ὁποίας ἐλάχιστοι συγγραφεῖς ἀξιώνονται. Καὶ σὲ τέτοιες περιπτώσεις εἶναι ποὺ ἀπὸ τοὺς δύο μελετηρούς, ἐξίσου μελετηροὺς ἐννοῶ, ξεχωρίζει ὁ πιὸ ταλαντοῦχος. Ὁ Δεσποτόπουλος μὲ τὴν τελευταία φράση τοῦ ἀποσπάσματος ἀποδεικνύει πώς, ἐκτὸς ἀπὸ ἐμβριθῶς πεπαιδευμένος, ὑπῆρξε καὶ μοναδικὰ χαρισματικός. Ἡ φιλοσοφία, λοιπόν, ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει διττὴ φύση: πλέον, εἶναι ἀριστοκρατικὴ καὶ δημοκρατικὴ ταυτόχρονα. Ἀριστοκρατικὴ ὄχι ἐπειδὴ συνδέεται μὲ πολιτειολογικοῦ τύπου συλλογισμοὺς ἢ μὲ τὴν κοινωνικὴ ἔννοια, μὰ μὲ βάση τὴν ἐπιβεβλημένη ὕπαρξη ἀξιολογικῆς κατάταξης: μὲ λόγια λίγα, ἡ φιλοσοφία ἀπαιτεῖ τὶς ἄριστες δυνάμεις τῶν ἀνθρώπων, τὶς κορυφές τους, ἠθικὲς καὶ διανοητικές. Διότι, ἀσφαλῶς, δὲν εἶναι φιλοσοφία κάθε δοκίμιο ἢ εὐρύτερα βαθυστόχαστη ἄποψη. Παρόμοια θεώρηση τῶν πραγμάτων, πὼς δηλαδὴ ἅπαντες εἶναι φιλόσοφοι, ἀπάδει πρὸς τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀναδεικνύεται ὁ ἄνθρωπος ὄχι ἁπλῶς ἐκεῖ ποὺ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ποὺ ἀληθινὰ προικίστηκε.
Ἄν, φυσικά, ἡ συζήτηση ἔληγε ἐδῶ, ἡ φιλοσοφία θὰ ἀπευθυνόταν ἀποκλειστικὰ σὲ λίγους, μὲ τὴν υἱοθέτηση, μάλιστα, τυραννικῆς συμπεριφορᾶς. Δὲν ἔχουν, ὅμως, ἔτσι τὰ πράγματα (εὐτυχῶς), ἀφοῦ ἡ φιλοσοφία εἶναι καὶ δημοκρατική, ὡς ὑποστηρίζει ὁ Δεσποτόπουλος. Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει πὼς τὰ θεμελιώδη ἐρωτήματα γιὰ τὴ ζωὴ ἀφοροῦν ἐξίσου κάθε ἄνθρωπο ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ διανοητικὸ χάρισμα, τὴ μόρφωση ἢ τὴν κοινωνικὴ θέση του. Τὸ μεταφυσικὸ ἐρώτημα, λόγου χάριν, ἢ τὸ τί σημαίνει νὰ εἶσαι ἐνάρετος ἀπασχολεῖ κάθε ἄνθρωπο παγκοσμίως, ἐνῷ, συγχρόνως, ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα ἀπάντησης σὲ αὐτὰ καὶ σὲ ἄλλα ἐρωτήματα προώρισται νὰ ἐπιστρέφει ὡς κοινὸ καλὸ στὴν κοινωνία. Μὲ λόγια διαφορετικά: ἡ φιλοσοφία ὑπάρχει ὡς δυνατότητα σὲ ὅλους, στὴν ὕπατη ἐκδοχή της ξυπνάει μέσα στὶς ψυχὲς λίγων, ἀλλά, ξανά, ἀπευθύνεται σὲ ὅλους.
Ἡ δεσποτοπούλεια σύζευξη πανανθρώπινου καὶ ἐξαιρετικοῦ ὁμοιάζει – διατυπωμένη σὲ διαφορετικὴ μορφὴ βεβαίως – καὶ στὸν στοχασμὸ τοῦ Ἀριστοτέλη, ὁρισμένως σὲ φιλοσοφικές του τοποθετήσεις στὰ Μετὰ τὰ Φυσικά του. Ἀπὸ τὴ μία, πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει (980a)· ἑπομένως, ἡ ροπὴ πρὸς τὸ μανθάνειν ἀποτελεῖ κοινὸ γνώρισμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ φιλοσοφικὴ δραστηριότητα εἶναι ἡ μόνη ἐλευθέρα τῶν ἐπιστημῶν (982b) «γιατὶ εἶναι ἡ μόνη ποὺ ὑπάρχει γι’ αὐτὴν τὴν ἴδια»,[19] ἐνῷ ἡ κατάκτησή της μπορεῖ εὔλογα νὰ θεωρηθεῖ οὐκ ἀνθρωπίνη (982b). Γίνεται, λοιπόν, ἀντιληπτὸ ὅτι ἡ καθολικότητα τοῦ ἐνστίκτου γιὰ διαρκῆ γνώση δὲν συνεπάγεται ἀντίστοιχα καὶ καθολικὴ κατοχὴ τῆς γνώσης. Ἡ ἀφετηρία εἶναι δημοκρατική, ὅλοι στὸν στίβο ἐκκινοῦν συγχρόνως, ἀλλὰ ὁ τερματισμὸς εἶναι ἀριστοκρατικός.[20] Πλὴν τῶν ὑπολοίπων, ὑποκρύπτεται ἐδῶ καὶ νύξη περὶ τοῦ ἀγωνιστικοῦ χαρακτήρα ὄχι μονάχα τῆς γνώσης, μὰ καὶ τῆς ζωῆς στὴν ὁλότητά της. Κάτι τέτοιο συνάδει ἀπόλυτα μὲ τὶς πεποιθήσεις τῶν ἀρχαίων περὶ ἀγῶνος.[21]
Τώρα, στὴ Φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ θέτω δύο, κατὰ βάση, κριτήρια γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς πνευματικοῦ ἀνθρώπου ὡς φιλοσόφου: πρῶτον, τὸ καθαρὰ συγγραφικὸ καί, δεύτερον, τὸ προφορικό, ἤτοι αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἠθικότητα τοῦ ἀτόμου σὲ διάφορες περιστάσεις τῆς ζωῆς του. Ἂν καὶ τὸ δεύτερο εἶναι ἐξίσου σημαντικό, ἐδῶ θὰ ἐπικεντρωθῶ στὸ πρῶτο, καθὼς τὸ κείμενο αὐτὸ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴ ζωὴ τοῦ Δεσποτόπουλου, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴ φιλοσοφία. Συστηματοποιώντας τὴν ἐπιμέρους ἐπιχειρηματολογία τοῦ βιβλίου, τὰ συγγραφικὰ κριτήρια ποὺ ὀφείλει νὰ πληροῖ ἕνας φιλόσοφος εἶναι, συνοπτικά, τὰ κάτωθι: 1) ἔφεση στὸν αὐτοδύναμο στοχασμό, ποὺ συνεπάγεται ὑπέρβαση τῶν ἀναγνωστικῶν ἐπιρροῶν,[22] 2) οἰκοδόμηση ἀτομικοῦ φιλοσοφικοῦ συστήματος ποὺ συμβάλλει στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας,[23] 3) στοχασμὸς πάνω στὴν ἴδια τὴ ζωὴ καὶ ὄχι ἁπλὴ ἑρμηνεία ἄλλων συγγραφέων,[24] 4) ἡ μνεία σὲ ἄλλους συγγραφεῖς ἐπιτρέπεται μόνο ἂν διανθίζει τὴν ἰδιοσύλληπτη θέση,[25] 5) δοκιμιακή, προσωπικὴ καὶ λογοτεχνικὴ γραφὴ ποὺ προσιδιάζει στὴν ποίηση,[26] 6) λογικὴ συνοχὴ στὰ γραφόμενα, ἔγκυρη συλλογιστικὴ πορεία,[27] 7) αὐτοέκθεση καὶ αὐτοβιογραφικότητα: προσωπικὰ βιώματα ποὺ ἀνάβουν στὴν ψυχὴ τὴ φλόγα τῆς στοχαστικότητας.[28]
Τὸ πρῶτο κριτήριο τηρεῖται στὸν μεγαλύτερο δυνατὸ βαθμό: ἡ βασικὴ σύλληψη – ἡ φιλοσοφία ὡς ταυτόχρονα πανανθρώπινη δυνατότητα καὶ σπάνιο ἐπίτευγμα, ἰδίως μὲ τὸν συνακόλουθο συνδυασμὸ δημοκρατίας καὶ ἀριστοκρατίας – εἶναι τοῦ Δεσποτόπουλου.[29] Τὸ δεύτερο κριτήριο τηρεῖται ἐν μέρει: τὸ χωρίο ἐμπεριέχει, μέν, αὐτοτελῆ φιλοσοφικὴ θέση, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ἀπὸ μόνο του ὁλόκληρο φιλοσοφικὸ σύστημα. Φυσικά, τὸ κενὸ αὐτὸ ἀναπληρώνεται ἂν διαβάσει κανεὶς τὴ συνολικὴ ἐργογραφία τοῦ Δεσποτόπουλου. Τὸ τρίτο κριτήριο τηρεῖται σὲ ἰσχυρὸ βαθμό: θέμα τοῦ ἀποσπάσματος εἶναι, μεταξὺ ἄλλων, καὶ οἱ κρίσιμες ὧρες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἡ ἀξία τῆς ἀτομικῆς ζωῆς, ἡ μεταφυσικὴ ἀγωνία καὶ ἡ παρεχόμενη ἐκ τῆς φιλοσοφίας ἠθικὴ παρηγοριά. Ἡ τέταρτη προϋπόθεση τηρεῖται καὶ αὐτή: τὸ ἀπόσπασμα παραπέμπει, μέν, στὴν πλατωνικὴ Πολιτεία, ἀλλὰ στόχος τοῦ Δεσποτόπουλου δὲν εἶναι νὰ ἑρμηνεύσει τὸν Πλάτωνα. Ἐν ὀλίγοις, ἡ πλατωνικὴ περιγραφὴ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖ τὸ ἴδιο τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Δεσποτόπουλου σχετικὰ μὲ τὸν σπάνιο φυσικὸ προικισμὸ τοῦ φιλοσόφου. Ἡ πέμπτη προϋπόθεση τηρεῖται: οἱ ἐκφράσεις «πνευματικὸς ἵμερος», «ἠθικὴ σκέπη», «τέναγος καθημερινότητας», καθὼς καὶ ἡ ἐν εἴδει κατακλείδας ἀντινομία ἀριστοκρατικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ ἀποδεικνύουν τὴν ποιητικὴ προσωπικότητα τοῦ Δεσποτόπουλου. Τὸ ἕκτο κριτήριο τηρεῖται: ἡ γλώσσα, καίτοι πυκνὴ καὶ ἀρχαΐζουσα, ἀναδεικνύει ἕνα ἐπιχείρημα μὲ σαφῆ τριμερῆ δομή (φιλοσοφικὴ δεκτικότητα ® φιλοσοφικὴ δημιουργία ® σύνθεση τῶν προρρηθέντων). Τέλος, τὸ ἕβδομο κριτήριο δὲν τηρεῖται πλήρως στὸ χωρίο, ἀλλὰ στὸ συνολικὸ φιλοσοφικὸ ἔργο τοῦ Δεσποτόπουλου.
Φυσικά, εὔλογα δύναται νὰ ἀντιτείνει κανεὶς πὼς πολλὲς ἀπὸ τὶς θέσεις τοῦ Δεσποτόπουλου ἔχουν πλατωνικὴ καταγωγή. Προτίθεμαι, μάλιστα, νὰ ἐνισχύσω τὴν ἐγκυρότητα μιᾶς τέτοιας ἀντίρρησης (ἐξάλλου, ὁ Δεσποτόπουλος δὲν ἦταν μόνο αὐτόνομος φιλόσοφος, ἀλλὰ καὶ πλατωνιστής, δηλαδὴ μελετητὴς τοῦ Πλάτωνος[30]). Φέρ’ εἰπεῖν, ἡ σύζευξη τῆς φιλοσοφίας μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ ἱμέρου παραπέμπει εὐθέως στὸ πλατωνικὸ Συμπόσιον, ὅπου διαβάζουμε: καὶ φρονήσεως ἐπιθυμητὴς καὶ πόριμος, φιλοσοφῶν διὰ παντὸς τοῦ βίου (203d), καί: ὥστε ἀναγκαῖον Ἔρωτα φιλόσοφον εἶναι (204b). Ὅπως, λοιπόν, ὁ Ἔρως στὸ Συμπόσιον εἶναι δαίμων, ἤτοι κατοικεῖ στὴν ὁριακότητα τῶν πραγμάτων (οὔτε ἀδαής, οὔτε σοφός, μὰ πάντοτε ποθώντας τὴ γνώση), ἔτσι καὶ ἡ φιλοσοφία εἶναι, κατὰ τὸν Δεσποτόπουλο, ὄχι κατοχὴ ἀπόλυτης γνώσης, ἀλλὰ διαρκὴς λαχτάρα γιὰ κάτι ἀνώτερο, πνευματικότερο. Ὅταν τελειώνει ἡ ἐπιθυμία γιὰ ἀνάπτυξη τῆς συνείδησης, πεθαίνει καὶ ἡ φιλοσοφία. Ἐπιπρόσθετα, ἡ παρουσίαση τῆς φιλοσοφίας ὡς πανανθρώπινης δυνατότητας παραπέμπει συνειρμικὰ στὴν πλατωνικὴ Ἀπολογία, ὅπου ὁ Σωκράτης διακηρύττει: ταῦτα καὶ νεωτέρῳ καὶ πρεσβυτέρῳ ὅτῳ ἂν ἐντυγχάνω ποιήσω, καὶ ξένῳ καὶ ἀστῷ, μᾶλλον δὲ τοῖς ἀστοῖς, ὅσῳ μου ἐγγυτέρω ἐστὲ γένει (30a). Παρὰ τὴν ἐνδεχόμενη εἰρωνεία, ἡ ἐλεγκτικὴ δραστηριότητα τοῦ Σωκράτη δὲν ξεχωρίζει τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλά, ἀντιθέτως, προσπαθεῖ νὰ ἔλθει μὲ ὅλους σὲ ἐπαφή, συντείνοντας στὴν ἐκ μέρους τους σταδιακὴ ἀπόκτηση αὐτογνωσίας.[31]
Θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν καὶ μὲ ἄλλα πλατωνικὰ χωρία παραλληλισμοί, μὰ τὸ βασικὸ ἐδῶ εἶναι ὅτι ἡ παραπάνω εὔλογη ἀντίρρηση, δηλαδὴ ἡ ἐπισήμανση ὅτι ὁ Δεσποτόπουλος ἔχει ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, ἔχει προβλεφθεῖ στὴν Φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ καὶ ἀφορᾶ ὁποιονδήποτε φιλόσοφο. Μὲ λίγα λόγια, ὑποστηρίζω στὸ βιβλίο πὼς ἡ πρωτοτυπία δὲν σημαίνει ἀναγκαστικὰ σύνθεση ἐκ τοῦ μηδενός, ἀφοῦ μιὰ παλαιὰ ἀλήθεια μπορεῖ νὰ ἀναδιατυπωθεῖ φέροντας πάνω της τὸ ἀτομικὸ πνευματικὸ σημάδι τοῦ νεότερου στοχαστῆ.[32] Ἐν συνόψει, αὐτοδύναμη φιλοσοφία ὑφίσταται ὄχι μονάχα ὅταν ὁ φιλόσοφος εἶναι ἀπόλυτα ρηξικέλευθος, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὑπενθυμίζει μιὰ ξεχασμένη ἀλήθεια, προσθέτοντας, πιά, τὴν προσωπική του φιλοσοφικὴ συμβολή. Τὸ ὅτι ἐπαναφέρει στὸ προσκήνιο κάτι ποὺ ἤδη ἔχει εἰπωθεῖ δὲν σημαίνει οὔτε ὅτι ἀντιγράφει τὸ προδιατυπωθέν, οὔτε ὅτι τὸ ἑρμηνεύει ἐπιστημονικά· εἶναι φιλόσοφος ἀκριβῶς ἐπειδὴ (μπορεῖ νὰ) τὸ ἐπεκτείνει διανοητικά, ὅπως ἐπεκτείνει ὁ Δεσποτόπουλος τὸν Πλάτωνα στὸ ἀπόσπασμα ποὺ ἀναλύθηκε παραπάνω.
Ἐν εἴδει συμπερασματικῆς, πιά, ἀπόφανσης ἂς λεχθοῦν τὰ ἑξῆς. Πρῶτα πρῶτα, ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Δεσποτόπουλου ὡς φιλοσόφου μὲ βάση τὰ τιθέμενα στὴν Φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ φιλοσοφικὰ κριτήρια εἶναι ἀπολύτως συζητήσιμος καὶ σαφῶς δημιουργεῖ διεξοδικὸ διάλογο. Ἐξάλλου, τὸ ὅτι ὁ Δεσποτόπουλος ὑπῆρξε φιλόσοφος εἶναι κοινῶς ἀποδεκτό· ἁπλῶς, θέλησα νὰ συμβάλω μὲ περισσότερο ἐμπεριστατωμένη ἐπιχειρηματολογία. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει, ὁ ἀναγνώστης ὀφείλει νὰ συγκρατήσει αὐτό: ὁ ἄνθρωπος κάνει ἀληθινὴ φιλοσοφία ὄχι ὅταν ἐναποθέτει διαρκῶς στὴν ψυχή του γνωστικὴ πληροφορία, δηλαδὴ ὄχι ὅταν μελετᾶ συνεχῶς τὶς ἀπόψεις ἄλλων φιλοσόφων, μὰ ὅταν ἀντικρίζει, ἐπιτέλους, τὸν φιλοσοφικὸ καταυγασμὸ τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, συνειδητοποιώντας πὼς καλεῖται ὁ ἴδιος νὰ ἀπαντήσει σὲ ἐρωτήματα. Καὶ πρόκειται γιὰ ἐρωτήματα ἀπολύτως προσωπικά, ποὺ κανεὶς ἄλλος δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσει στὴ θέση του. Διότι ἡ ζωὴ τοῦ καθενὸς εἶναι ἀπόλυτα ξεχωριστή. Ἐδῶ εἶναι ποὺ ἐντοπίζεται ἡ πανανθρώπινη δωρεὰ γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ Δεσποτόπουλος. Τώρα, τὸ ἂν οἱ ἀπαντήσεις ποὺ θὰ δοθοῦν ὑπερβοῦν, κιόλας, τὴν καθημερινότητα μετατρεπόμενες σὲ ἀξιαφήγητο διανοητικὸ κατόρθωμα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πνευματικὸ ὕψος, τὴν παιδεία καὶ τὶς ἠθικὲς ἀρετὲς τοῦ ὑποκειμένου ποὺ ἀποκρίνεται. Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ ἡ φιλοσοφία καταλάμπει διὰ τῆς θεοείκελης μεγαλοσύνης της. Ἔτσι, λοιπόν, ὅλοι καὶ ὅλες μποροῦν νὰ ἀκούσουν τὸ εὔηχο κάλεσμα τῆς φιλοσοφίας, ἁπλῶς λιγότεροι ἔχουν τὸ σθένος νὰ ὑπηρετήσουν τὴ φιλοσοφικὴ δραστηριότητα γιὰ μιὰ ὁλάκερη ζωή. Τοῦτο οὔτε κακὸ εἶναι, οὔτε καθιστᾶ τοὺς φιλοσόφους ἀνώτερα πνευματικὰ ὄντα· ἀπεναντίας, ὁ κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀφήνεται νὰ διαλέγει αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο αἰσθάνεται ἄνετα ἐπιτελώντας το, αὐτὸ ποὺ εὐφραίνει τὴν καρδιά του.
[1] Ἡ κατεξοχὴν ἀναλυτικὴ πηγὴ γιὰ τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία τοῦ Δεσποτόπουλου εἶναι οἱ Ἀναπολήσεις του. Βλ. Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος, Ἀναπολήσεις, τόμ. 1, Ἀθήνα 2005· Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος, Ἀναπολήσεις, τόμ. 2, Ἀθήνα 2006 καὶ Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος, Ἀναπολήσεις, τόμ. 3, Ἀθῆναι 2013.
[2] Βλ. σχετικὰ Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Φιλολογικά, φιλοσοφικὰ καὶ ποιητικὰ τοῦ 2024, Ἀθήνα 2025, 112-116. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ εἰπωθεῖ ὅτι πολὺ συχνὰ ὁ βίος ἑνὸς φιλοσόφου ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὶς θεωρητικές του διατυπώσεις, ἐξ οὗ καὶ οἱ φιλόσοφοι εἶναι περισσότερο γνωστοὶ μέσα ἀπὸ τὰ γραπτά τους. Περὶ αὐτοῦ, βλ. Κ. Δημητρίου, Ἡ κρυφὴ ζωὴ τῶν φιλοσόφων, Θεσσαλονίκη 2024, 7-8. Ὁ Δεσποτόπουλος, ὅμως, εὐτύχησε νὰ ζήσει μιὰ ζωὴ σὲ καλὴ συναρμογὴ μὲ τὶς προσωπικές του φιλοσοφικὲς πεποιθήσεις. Παρόμοια ἀντίληψη ἐκφράζει καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος γιὰ τὸν Ἰωάννη Συκουτρή, τονίζοντας πὼς θυσίασε τὴ σταδιοδρομία του γιὰ χάρη τῶν φλογερῶν ἰδεῶν του. Βλ. σχετικὰ Κ. Τσάτσος, «Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος», στὸ Χ. Συκουτρῆ, Ἀ. Μωραΐτης & Ν. Δετζώρτζης (ἐπιμ.), Ἰωάννου Συκουτρῆ. Μελέται καὶ Ἄρθρα, Ἀθῆναι 1956, 39. Γιὰ τὴ φιλοσοφία ὡς τέχνη τῆς ἠθικῆς διαβίωσης, βλ. Στ. Χ. Ἀναστασόπουλος, Δίων Χρυσόστομος. Περὶ Φιλοσοφίας (70). Εἰσαγωγή, Κείμενο – Μετάφραση, Ἑρμηνευτικὸ Ὑπόμνημα, Ἀθήνα 2020, 39-43. Πβ. Μ. Φουκώ, Τὸ θάρρος τῆς ἀλήθειας. Ἡ κυβέρνηση τοῦ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ἄλλων. Παραδόσεις στὸ Κολέγιο τῆς Γαλλίας, 1983-1984, τόμ. 2, μετάφρ. Γ. Καράμπελας, ἐπιμ. F. Gros, F. Ewald & A. Fontana, Ἀθήνα 2022, 261–262.
[3] Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος, Φιλοσοφίας Ἐγκώμιον, Ἀθῆναι 1999, 14–15.
[4] Βλ. P. Hadot, «Forms of Life and Forms of Discourse in Ancient Philosophy», μετάφρ. A. I. Davidson & P. Wissing, Critical Inquiry 16 (1990), 491-495, ὅπου περιγράφεται ὅτι στὴν ἀρχαία φιλοσοφία ἡ προσχώρηση σὲ μιὰ σχολὴ δὲν συνεπαγόταν ἁπλῶς κατοχὴ θεωρητικῆς γνώσης, ἀλλὰ ἀπαιτοῦσε υἱοθέτηση καὶ συγκεκριμένου modus vivendi.
[5] Βλ. καὶ W. Sale, «The Dual Vision of the “Theogony”», Arion: A Journal of Humanities and the Classics 4 (1965), 675.
[6] Βλ. H. Carel, «The Philosophical Role of Illness», Metaphilosophy 45 (2014), 21–22, 26–31. Βέβαια, στὸ ἄρθρο αὐτὸ δὲν ἀναλύεται ἡ δυσχέρεια γενικά, ἀλλὰ συγκεκριμένα τὸ πῶς ἡ ἀσθένεια δύναται νὰ μετασχηματίσει τὸν τρόπο ποὺ βλέπει τὴ ζωὴ ὁ ἄνθρωπος, γεννώντας ἐντός του τὴν ἀνάγκη γιὰ στοχαστικὲς θεωρήσεις τῶν πραγμάτων. Πβ. Χ. Λιναρδάκη, «Ἡ πολιτικὴ τῶν ταυτοτήτων, ὁ Φουκὸ καὶ ἡ λογοτεχνία τῆς ἀναπηρίας», Χάρτης 91 (2026), 2, πού, ἀσχολούμενη μὲ τὴ νόσο στὴ λογοτεχνία, ἐπισημαίνει: «Μέσα ἀπὸ τὴ λογοτεχνία τῆς ἀναπηρίας καλούμαστε νὰ ἐξετάσουμε ξανὰ τὴν κοινωνία καὶ τὸ κατεστημένο, νὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ τὶς ἀξίες ποὺ τὰ συγκροτοῦν καὶ νὰ στραφοῦμε κριτικὰ πρὸς τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό, ἀνοίγοντας ἔτσι τὸν δρόμο γιὰ μιὰ διαφορετικὴ πορεία πρὸς ἕναν πιὸ δίκαιο, ἀνθρώπινο καὶ συμπεριληπτικό, κόσμο».
[7] Ἤδη, γιὰ παράδειγμα, ὁ Γαληνὸς ἐντοπίζει καὶ δικαιολογεῖ τὴν τάση τοῦ Πλάτωνος νὰ ὑποπίπτει σὲ ἀντιφάσεις (γνώρισμα τοῦ φιλοσόφου ποὺ ἀπασχολεῖ πολὺ τὴ σύγχρονη πλατωνικὴ ἔρευνα). Βλ. σχετικὰ Σ. Ξενοφῶντος, Γαληνός. Σχετικὰ μὲ τὶς ἀπόψεις μου (Περὶ τῶν ἑαυτῷ δοκούντων). Εἰσαγωγὴ – Μετάφραση – Σχόλια – Ἐπίμετρο, Ἡράκλειο 2024, 151, σχόλ. 101. Εὐρύτερα γιὰ τὴν ἀντίφαση, βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Φιλοσοφικὲς καταθέσεις, Ἀθήνα 2021, 15: «Ἡ ἐκ τῆς παραδοξότητας γονιμοποιούμενη σκέψη τοῦ φιλοσόφου εἶναι ἐκείνη ποὺ τίκτει τὴν σύνθεση. Ὅλον δίχως προγενέστερη ἀντίφαση δὲν ὑφίσταται». Πβ. 43: «Ὁ φιλόσοφος κινεῖται συνεχῶς μεταξὺ θέσεως καὶ ἄρσης, ἤτοι μεταξὺ δήλωσης καὶ συλλογιστικῆς ἀνασκευῆς. Εἶναι ἕνας κοπιώδης πνευματικῶς τρόπος ζωῆς, πού, ἀσφαλῶς, οἱ περισσότεροι δὲν δύνανται νὰ ἀκολουθήσουν, διότι προτιμοῦν τὴν διανοητικὴ ραστώνη καὶ ἄνεση ποὺ προσφέρουν τὰ δόγματα καὶ οἱ ἐμμονικὲς θέσεις. Ὁ φιλόσοφος, ἀντιθέτως, γιγνώσκει σαφῶς ὅτι κάθε θεωρητικὴ ἐπισήμανση εἶναι φύσει ἀνατρέψιμη συλλογιστικῶς· μὲ τὸ ποὺ κατατεθεῖ εἶναι ἕτοιμη νὰ ὑποβληθεῖ σὲ διεξοδικὴ κριτική. Αὐτή, ἀκριβῶς, ἡ ἰσορροπία στὸ τεντωμένο σχοινὶ τοῦ στοχασμοῦ συνιστᾶ ἐμμέσως καὶ τὴν ἐκ τοῦ φιλοσόφου παραδοχὴ μιᾶς ἄφατης, μὴ προσεγγίσιμης τραγικότητας. Ἡ μοναδικὴ «ἀλήθεια» ποὺ εἶναι ἐφικτὸ νὰ παγιωθεῖ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ροπὴ πρὸς τὴν ἀντίφαση».
[8] Γιὰ περαιτέρω συζήτηση, βλ. H. Baltussen, «Personal Grief and Public Mourning in Plutarch’s “Consolation to his Wife”», The American Journal of Philology 130 (2009), 67–98.
[9] Γιὰ τὴν ἐλευθερία ὡς θεμελιώδη νόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, βλ. Ἰ. Ν. Θεοδωρακόπουλος, Εἰσαγωγὴ στὴ Φιλοσοφία. Οἱ βασικὲς ἔννοιες τῆς Φιλοσοφίας. Ἡ Φαινομενολογία τοῦ Πνεύματος. Ἡ Φιλοσοφία τῆς Φύσεως, τόμ. 1, Ἀθήνα 2010, 156–157.
[10] «Σύντομο τὸ ταξίδι, κοπιαστικὲς οἱ στράτες, ἀβέβαιο τὸ τέλος τοῦ βίου, ἀγαπητοὶ προσκυνητὲς ὁδοιπόροι, ποὺ ἔχετε τὴν εὐγένεια νὰ μὲ ἀνεχθεῖτε καὶ νὰ μὲ ἀκούσετε. Ὁ καθένας μας κουβαλάει σὲ τοῦτο τὸν δύσβατο δρόμο τὸ φορτίο του καὶ τὸ πάει ὅπου τὸν σπρώχνει ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά του, καὶ ἂν κάποτε συναπαντᾶ ἄλλους τριγύρω του, δὲν παύει νὰ πηγαίνει μακριὰ χτυπώντας τὶς φτεροῦγες τῆς ἐλπίδας, μὰ τραβάει ὅλο ἀνεβαίνοντας τὴν ἀνηφόρα καὶ μελετώντας ποῦ πατάει τὸ βῆμα του. Κι ὅταν μαθαίνει πὼς ἔπεσε κάποια ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ὑπέρτατες διάνοιες, ποὺ ἔλαβαν μεγαλύτερες δόσεις τοῦ θείου φωτός, ποὺ θαυμασίως διαπερνάει τὴν Πλάση ὁλόκληρη, κάθεται καὶ συλλογιέται, καί, κατὰ τὴν κλίση ποὺ τοῦ ’χει προσπορίσει ἡ φύση του, ἢ αἰσθάνεται ἐντός του ἱκανοποιημένον τὸν κρυφό του φθόνο, ἢ νιώθει βαθεῖα κατάπληξη, ἢ ἀκούει νὰ γαληνεύει ἐπὶ τέλους μέσα του ἡ παλιὰ ἔχθρα, ἢ ἀναγκάζεται ἀπ’ τὸν μεγαλόψυχο πόνο του νὰ χτυπάει μὲ τό ’να του χέρι τ’ ἄλλο, καθὼς βλέπει νὰ μειώνεται κατὰ ἕναν ὁ οὕτως ἢ ἄλλως μικρὸς ἀριθμὸς ὅσων λὲς καὶ γεννήθηκαν γιὰ νὰ μετριάζουν τὶς ἄπειρες ἀφορμὲς τῆς δυστυχίας τῆς ἀνθρώπινης». Ἡ μετάφραση ἀνήκει στὸν Γιῶργο Κεντρωτή. Βλ. σχετικὰ Γ. Κεντρωτής, Διονύσιος Σολωμός: Ἅπαντα τὰ Ἰταλικά. Μετάφραση καὶ Ἐπιλεγόμενα μὲ τὴν πολύτιμη συνεργασία τοῦ ἀείμνηστου Νίκου Παπαδόπουλου. Δίγλωσση Ἔκδοση, Ἀθήνα 2021, 346–347.
[11] Βλ. σχετικὰ A. Reath, «Legislating the Moral Law», Noûs 28 (1994), 435–442.
[12] Κατὰ παρεμφερῆ τρόπο, ὁ Friedrich Nietzsche ἀναβιβάζει πνευματικὰ τὴ φιλολογία σὲ βαθύλογη φιλοσοφία, ἡ ὁποία ἀποβλέπει στὴν καθολικότητα. Βλ. σχετικὰ Β. Π. Βερτουδάκης, F. Nietzsche. Γιὰ τὴ Φιλολογία: Θέσεις καὶ ἀφορισμοί. Ἐπιλογὴ Κειμένων – Μετάφραση – Ἐπιλεγόμενα, Ἀθήνα 2019, 32-33. Γιὰ διεισδυτικὸ ἑρμηνευτικὸ σχολιασμὸ ἀπὸ τὸν Βερτουδάκη, βλ. 86-87.
[13] Κάτι ποὺ ἀπέτυχε, σημειωτέον, νὰ πραγματοποιήσει ὁ τραγικὸς γιὰ τὴν Ἀθήνα συγγενὴς τοῦ Πλάτωνος, Κριτίας, ἀδυνατώντας νὰ χαλιναγωγήσει τὶς ἐγωμανεῖς ὁρμές του. Περὶ αὐτοῦ, βλ. καὶ Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Τέσσερεις χρηστοὶ ἡγέτες στὸ πηδάλιο τῆς ἀθηναϊκῆς πολιτικῆς τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ. [Θουκυδίδης Μελησίου, Λάχης, Νικίας, Κριτίας], Ἀθήνα 2026, 535–536.
[14] Βλ. καὶ Δ. Καπετανάκης, «Ἔρως καὶ Χρόνος», στὸ Ἐ. Κάντζια (ἐπιμ.), Ἔργα. Τόμος πρῶτος: Τὰ Δημοσιευμένα (1933–1944). Βιβλίο Α΄, Ἀθήνα 2020, 226: «Ὅποιος περνᾶ ἕνα γεγονὸς τῆς ζωῆς του σὰν μιὰ δυνατότητα τοῦ ἑαυτοῦ του, ποὺ δὲν ἀποτελεῖ ἀνάγκη τῆς ὕπαρξής του, εἶναι τόσο λίγο ὁ ἑαυτός του ὅσο καὶ κεῖνος ποὺ βλέπει μὲ τὴ φαντασία του μιὰ δυνατότητα τοῦ ἑαυτοῦ του. Μιὰ βίωση ποὺ δὲν πηγάζει ἀναγκαῖα ἀπὸ τὸ εἶναι μας, καὶ ποὺ σὰν ἁπλὴ δυνατότης δὲν ἔχει τὰ αὐστηρὰ ὅρια τοῦ πραγματικοῦ, ποὺ μᾶς κάμνουν συγκεκριμένους, μιὰ βίωση ποὺ τὴν περνοῦμε σὰν τὴ στιγμὴ μιᾶς ἀνεύθυνης κίνησης, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κάμει παρὰ ἕνα ὂν ἀφηρημένο, δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ κυριεύσει καὶ νὰ πραγματοποιήσει ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας».
[15] Βλ. M. Jenkins, «Plato’s Godlike Philosopher», Classical Philology 111 (2016), 336.
[16] Βλ. καὶ Σ. Δημητρίου, Ἡ πολιτικὴ στὸν Πολιτικὸ τοῦ Πλάτωνα. Μηδέποτε μηδὲν ἡσυχίαν ἄγειν τῶν ἀνθρωπίνων, ἐπιμ. Ἀ. Καραστάθη, Ἀθήνα 2016, 13-14.
[17] Γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό, βλ. ἀναλυτικὰ S. Anastasopoulos, «Why does Plato slander Pericles? The case of the Gorgias», Trends in Classics 18.1 (2026), 89-116.
[18] Βλ. καὶ Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος, Μελετήματα Πολιτικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι 1983, 19.
[19] Ὅπως μεταφράζει ὁ Κάλφας τὸ μόνη γὰρ αὕτη αὑτῆς ἕνεκέν ἐστιν. Βλ. Β. Κάλφας, Ἀριστοτέλης. Μετὰ τὰ Φυσικά, Βιβλίο Α΄. Εἰσαγωγὴ – Μετάφραση – Σχόλια, Ἀθήνα 2009, 147.
[20] Γιὰ ἀνάλυση, βλ. Ἐ. Ἰ. Μικρογιαννάκης, Ὀλυμπιακὴ Δημοκρατία, Ἀθήνα 2004, 77-86.
[21] Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαντληθεῖ ἐδῶ τὸ ζήτημα. Βλ., ἐνδεικτικά, Πλουτ. Περικλ. 8.5, ὅπου ὁ Πλούταρχος, θέλοντας νὰ περιγράψει τὴν σφοδρὴ πολιτικὴ ἀντιπαράθεση Περικλῆ καὶ Θουκυδίδη Μελησίου, χρησιμοποιεῖ ἀθλητικὸ λεξιλόγιο ἀντλημένο ἀπὸ τὸ ἄθλημα τῆς πάλης δείχνοντας τοὺς δύο ἄνδρες νὰ παλεύουν στὴν κυριολεξία: Ἀρχιδάμου δὲ τοῦ Λακεδαιμονίων βασιλέως πυνθανομένου πότερον αὐτὸς ἢ Περικλῆς παλαίει βέλτιον, “ὅταν,” εἶπεν, “ἐγὼ καταβάλω παλαίων, ἐκεῖνος ἀντιλέγων ὡς οὐ πέπτωκε, νικᾷ καὶ μεταπείθει τοὺς ὁρῶντας.
[22] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, Ἀθήνα 2025, 17.
[23] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, ὅ.π., 18.
[24] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, ὅ.π., 21–22, 28.
[25] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, ὅ.π., 21–22, 28.
[26] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, ὅ.π., 21–22, 65–67.
[27] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, ὅ.π., 16–17.
[28] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, ὅ.π., 22, 24, 28.
[29] Ἤδη ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια τοῦ Δεσποτόπουλου ὁ Τσάτσος εἶχε ἐντοπίσει σὲ αὐτὸν αὐτοδύναμη φιλοσοφικὴ σκέψη, ὑπερβαίνουσα τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου. Βλ. σχετικὰ Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος, Ἀναπολήσεις, τόμ. 2, ὅ.π., 101–102: «Μετὰ δύο ἑβδομάδες ὅμως ὁ Καθηγητὴς [ἐννοεῖ τὸν Τσάτσο] ἔγινε Ὑπουργός, στὴν Κυβέρνηση Βούλγαρη, καὶ τότε ἀνέλαβα τὴ διδασκαλία τοῦ μαθήματος καὶ στοὺς πρωτοετεῖς. Θυμοῦμαι πολὺ ζωηρὰ τὸ ἀποχαιρετιστήριο μάθημά του πρὸς αὐτοὺς καὶ τὴν «ἐνθρόνισή» μου πρὸς ἀντικατάστασή του, μὲ τὴν ἐγκωμίαση τοῦ προσώπου μου· καὶ ἰδιαίτερα τὴ δήλωσή του, ὅτι ἄλλα τὸν καλοῦν καθήκοντα καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψει τὴ διδασκαλία, ἔχει ὅμως ἥσυχη τὴ συνείδηση, γιατὶ ὁ ἀντικαταστάτης του καὶ παλαιὸς μαθητής του, δηλαδὴ ἐγώ, ἔχει ἄριστη γνώση τῆς φιλοσοφικῆς θεωρίας του γιὰ τὸ δίκαιο, ἀλλά, τὸ κυριώτερο, ἔχει καὶ αὐτόνομο φιλοσοφικὸ στοχασμό».
[30] Μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸν Δεσποτόπουλο ἐκφράζεται ἡ συγγραφέας, σύζυγος τοῦ Τσάτσου καὶ ἀδελφὴ τοῦ Γιώργου Σεφέρη, Ἰωάννα Τσάτσου. Βλ. σχετικὰ Ἰ. Τσάτσου, Κυδαθηναίων 9, Ἀθήνα 1993, 48: «Φιλόσοφος τοῦ Δικαίου, μαθητὴς τοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου, ὁ Κώστας Δεσποτόπουλος. Μὲ τεράστια μνήμη καὶ εὐφράδεια ἐγνώριζε τὸν Πλάτωνα ὅπως τὴν ἴδια τὴ προσωπική του ζωή».
[31] Βλ. Κ. Ἰ. Δεσποτόπουλος, Φιλοσοφία καὶ Θεωρία τοῦ Πολιτισμοῦ, Ἀθήνα 2001, 87–88: «Πρέπει, ἐξ ἄλλου, νὰ τονισθεῖ τὸ εὖρος τοῦ ἀνθρωπισμοῦ τοῦ Σωκράτους. Παρὰ τὴν προσήλωση πρὸς τὴν γενέτειρα ὡς χῶρον διαμονῆς του, ἡ παιδαγωγικὴ πρὸς ἠθικότητα μέριμνά του εἶναι ὄχι μόνο γιὰ τοὺς Ἀθηναίους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ξένους, μὲ ἁπλῶς προτίμηση κάπως γιὰ τοὺς Ἀθηναίους. […] Καὶ πρέπει νὰ ἐξαρθεῖ ἐπίσης ἡ χαρακτηριστικὴ τοῦ Σωκράτους πίστη κατ’ ἀρχὴν πρὸς τὴ νοημοσύνη τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς βρίσκεται κοινωνικὰ σὲ κατάσταση δούλου». Βλ. καὶ N. Denyer, Πλάτωνος καὶ Ξενοφῶντος: Οἱ Ἀπολογίες τοῦ Σωκράτους. Κριτικὴ καὶ ἑρμηνευτικὴ ἔκδοση, μετάφρ. Ν. Π. Μπεζαντάκος, Ἀθήνα 2020, 192.
[32] Βλ. Στ. Χρ. Ἀναστασόπουλος, Ἡ φωνὴ τοῦ αὐθεντικοῦ στοχαστῆ, ὅ.π., 77-78.

