Η υποχώρηση του λόγου και η ανάγκη για ένα «άλλο» σχολείο
Ξεκίνησα να υπηρετώ ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση το 1984. Σήμερα, σαράντα δύο χρόνια αργότερα, έχοντας παρακολουθήσει εκ των έσω τις μετατοπίσεις στο σχολικό περιβάλλον και τη διαδοχή των γενεών, έχοντας υπηρετήσει όλες τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις, θεωρώ πως το κρισιμότερο ζήτημα της εποχής μας είναι η σταδιακή υποχώρηση του λόγου.
Η ολοκληρωτική κυριαρχία της εικόνας και των οθονών έχει συρρικνώσει την τριβή των παιδιών με την οργανική ομορφιά και τη δραστικότητα των λέξεων. Μαζί με αυτήν, ατονεί η δυνατότητα να βιωθεί ο λόγος ως πρωταρχικός φορέας σκέψης, συναισθηματικής έκφρασης, συγκροτημένης επιχειρηματολογίας και κριτικού στοχασμού.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς τεχνικό· αποτυπώνεται στις καθημερινές δυσκολίες πρόσληψης. Πολλά παιδιά αδυνατούν πλέον να προσπελάσουν ένα κείμενο, να συλλάβουν το νόημά του ή να ακολουθήσουν μια απλή γραπτή οδηγία χωρίς τη διαμεσολάβηση οπτικών βοηθημάτων. Η αδυναμία παραγωγής γραπτού λόγου αποτελεί τη φυσική απόρροια αυτής της κατάστασης: η σκέψη αδυνατεί να αρθρωθεί με σαφήνεια όταν δεν έχει προηγουμένως συγκροτηθεί μέσα από τη δομή της γλώσσας.
Ο εγκλωβισμός σε ένα παρωχημένο μοντέλο
Σε αυτή τη σαραντακονταετία, ο κόσμος και τα παιδιά άλλαξαν ραγδαία στον τρόπο που επικοινωνούν, βρίσκουν και προσλαμβάνουν την πληροφορία, αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα. Το σχολείο, ωστόσο, παραμένει αγκυλωμένο. Εξακολουθεί να λειτουργεί εντός ενός συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού πλαισίου, οι καταβολές του οποίου βρίσκονται στον 19ο αιώνα.
Συντηρούμε έτσι μια ανακολουθία: σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, όπου η γνώση είναι διάχυτη, ο δάσκαλος δεν συνιστά πλέον την αποκλειστική αυθεντία και τον μοναδικό κάτοχο της γνώσης, ένα παιδί συχνά γνωρίζει για το αγαπημένο του θέμα (για παράδειγμα, για τους δεινόσαυρους) πολύ περισσότερα από όσα προβλέπει η επίσημη ύλη, επειδή αναζητά μόνο του την πληροφορία ή η πληροφορία το συναντά από άλλους δρόμους.
Αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη μετάδοσης της γνώσης, αλλά μετατοπίζει το κέντρο βάρους της: το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η παράθεση πληροφοριών, αλλά η καλλιέργεια της ικανότητας του παιδιού να τις κρίνει και να τις αξιολογήσει, να τις συνθέσει, να διατυπώσει ερωτήματα και, τελικά, να «μάθει πώς να μαθαίνει».
Από τη στείρα μεταβίβαση στην παιδαγωγική ελευθερία
Έχουμε ανάγκη από ένα σχολείο που θα ευνοεί την αποκλίνουσα και δημιουργική σκέψη, τη συνεργασία και τη βιωματική μάθηση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλός διεκπεραιωτής ενός κεντρικά σχεδιασμένου προγράμματος. Ακόμη και καινοτόμοι θεσμοί, όπως, για παράδειγμα, τα «Εργαστήρια Δεξιοτήτων», απενεργοποιούνται όταν μετατρέπονται σε γραφειοκρατικές υποχρεώσεις προς διεκπεραίωση. Το ίδιο ισχύει και σε άλλες περιπτώσεις όπως στις ξένες γλώσσες, οι οποίες μαθαίνονται με έναν στείρο και απαρχαιωμένο τρόπο διδασκαλίας, ή στην καλλιέργεια του ενεργού πολίτη. Η δημοκρατική συνείδηση δεν διδάσκεται ως εγχειρίδιο ούτε πιστοποιείται με βεβαιώσεις· βιώνεται. Καλλιεργείται μέσα από τη συμμετοχή, τον διάλογο, την ανάληψη ευθύνης και την αίσθηση του μαθητή ότι η γνώμη του έχει ουσιαστικό βάρος.
Η επιστροφή στο βιβλίο και στην Τέχνη
Στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού, συχνά υποπίπτουμε στο σφάλμα να προσθέτουμε νέα αντικείμενα, επιβαρύνοντας το πρόγραμμα χωρίς να επανεξετάζουμε τον πυρήνα του. Αντί για αυτή τη συσσώρευση, οφείλουμε να επενδύσουμε σε όσα συγκροτούν τον πνευματικό άνθρωπο: στον λόγο, στον πλούτο της αρχαίας και σύγχρονης Λογοτεχνίας, στη μέθεξη στην Τέχνη, στη μάθηση του τρόπου της επιστημονικής έρευνας.
Ένα σχολείο χωρίς ζωντανή βιβλιοθήκη είναι ένα σχολείο με ακρωτηριασμένη φαντασία. Η βιβλιοθήκη πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά της σχολικής ζωής —στελεχωμένη με ειδικούς, επαρκώς χρηματοδοτούμενη, ανοιχτή στη σκέψη, στην αναγνωστική απόλαυση και την ομαδική αναζήτηση. Αντίστοιχα, η Μουσική, τα Εικαστικά και το Θέατρο δεν είναι διακοσμητικά συμπληρώματα, αλλά οργανικά εργαλεία διαμόρφωσης της προσωπικότητας. Η σταδιακή περιθωριοποίησή τους και η εξαφάνισή τους στο Λύκειο, συνιστούν έλλειμα παιδείας.
Παιδαγωγική αυτονομία και κοινό πλαίσιο
Για να ανασαίνει το σχολείο, χρειάζεται ένα εθνικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τις βασικές κατακτήσεις, αφήνοντας παράλληλα θεσμοθετημένο χώρο για πρωτοβουλίες των ίδιων των εκπαιδευτικών. Έτσι από κλειστά προγράμματα θα περάσουμε σε σύγχρονα ανοιχτά προγράμματα, στα οποία πρέπει να εμπιστευτούμε τον/ην εκπαιδευτικό, δίνοντάς του/της τη δυνατότητα να επιλέγει μέσα, βιβλία και μεθόδους, ανάλογα με τις ανάγκες της τάξης του/ης. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η οργανική σταθερότητα των εκπαιδευτικών στο ίδιο σχολείο, ώστε να χτίζονται βαθύτερες σχέσεις εμπιστοσύνης. Έτσι όλα τα σχολεία θα είναι ίσα αλλά όχι ίδια. Παράλληλα, η δυνατότητα των οικογενειών να επιλέγουν, όπου αυτό είναι εφικτό, το κατάλληλο εκπαιδευτικό περιβάλλον για τα παιδιά τους, δηλαδή το σχολείο που θα καλλιεργήσει τις κλίσεις και τα ταλέντα τους, πέρα από τους αυστηρούς γεωγραφικούς καταναγκασμούς, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά.
Ο χώρος της κοινής εμπειρίας
Η τεχνολογία και η εμπειρία της πανδημίας απέδειξαν ότι η διδασκαλία μπορεί να πραγματοποιηθεί και εξ αποστάσεως. Όμως, αν η πληροφορία είναι πλέον προσβάσιμη παντού, το σχολείο καθίσταται αναγκαίο για έναν άλλο, βαθύτερο λόγο: ως τόπος συνάντησης και διάδρασης.
Το σχολείο είναι ο χώρος όπου τα παιδιά μαθαίνουν να συνυπάρχουν, να ακούν, να συζητούν, να διαφωνούν, να μοιράζονται εμπειρίες και να σέβονται την ετερότητα. Είναι από τους ελάχιστους απομείναντες χώρους όπου η γνώση μετουσιώνεται σε συλλογικό βίωμα.
Μετά από σαράντα δύο χρόνια στην τάξη, αισθάνομαι επιτακτικότερη την ανάγκη να υπερασπιστώ την ύπαρξη αλλά και την αλλαγή του σχολείου. Δεν οραματίζομαι μια ανέστια παιδαγωγική χωρίς κανόνες, αλλά ένα σχολείο που θα έχει στο κέντρο το ίδιο το παιδί και την ολόπλευρη ανάπτυξή του, χωρίς διοικητικές αγκυλώσεις· ένα σχολείο που θα εμπιστεύεται τον δάσκαλο και θα δίνει πρωτοκαθεδρία στον λόγο.
Ίσως κάτι τέτοιο να φαντάζει ουτοπικό. Ωστόσο, η εκπαίδευση δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς όραμα. Αν θέλουμε το σχολείο να διατηρήσει τον υπαρξιακό του ρόλο, δεν αρκούν οι επιφανειακές προσαρμογές. Οφείλουμε να αναλογιστούμε εκ νέου ποιο σχολείο έχουμε ανάγκη: ένα σχολείο που δεν θα προετοιμάζει απλώς τους μαθητές για την αγορά εργασίας, αλλά θα τους μαθαίνει πώς να σκέφτονται κριτικά, πώς να συνυπάρχουν αρμονικά, πώς να εξελίσσουν την επιστήμη, πώς μεταμορφώνουν τον πολιτισμό μας.
Αυτό το σχολείο θα έχει λόγο να υπάρχει.
⸙⸙⸙
[Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ηλιόπουλος αφυπηρέτησε φέτος από τη θέση του διευθυντή του Δημοτικού της Σχολής Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος.]

