Ο Nietzsche ισχυρίστηκε ότι ο ιουδαιοχριστιανισμός είναι μία θρησκευτική παράδοση επαναξιολόγησης όλων των αξιών, επαναξιολόγησης η οποία διενεργείται από τους αδύναμους, από εκείνους που κατά βάθος θέλουν, αλλά δεν μπορούν, να είναι ισχυροί. Εφόσον δεν έχουν κι άλλη επιλογή, είναι αναγκασμένοι, για να το πούμε λαϊκά, να κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία, κι έτσι επαναξιολογούν την ισχύ εκείνων που φθονούν, ώστε να την απαξιώσουν και να την μεταστρέψουν σε κακία, να την υποβιβάσουν χαμηλότερα απ’ τους ίδιους, ενώ ταυτόχρονα να ανυψώσουν τη δική τους απουσία ισχύος και τη δική τους ταπείνωση σε ύψιστη αρετή.
Αυτή είναι με δύο λόγια η κατά τον Nietzsche ψυχική διεργασία πίσω από τον μετασχηματισμό του διπόλου καλός/άσχημος σε καλός/κακός. Η «ηθική των κυρίων», όπως την ονομάζει, είναι μια αυτοκατάφαση και αυτοεξύμνηση του ήθους και της ζωής των κυρίαρχων αριστοκρατών της αρχαιότητας, ενώ άσχημο, δηλαδή ανάξιο και ποταπό, είναι για εκείνους ό,τι περιφρονούν επειδή δεν τους μοιάζει, επειδή είναι το θύμα της δικής τους κυριαρχίας και απόλαυσης αυτής της κυριαρχίας. Είναι θεμελιωδώς η υπερήφανη και υπεροπτική μισαλλοδοξία εκείνων των κυρίαρχων που όχι απλώς δεν απολογούνται για την κυριαρχία τους, αλλά την φορούν και ως παράσημό τους περιφρονούν αυτούς τους «μοχθηρούς» που υποδούλωσαν και εργαλειοποίησαν για να μοχθούν για εκείνους.
Αν λοιπόν αυτή η «ηθική των κυρίων» είναι έκφραση του αυτοθαυμασμού και ετεροπεριφρόνησης, τότε η «ηθική των δούλων» είναι εκείνη που απαξιώνει τους κυρίαρχους: η αυθορμησία των ενορμήσεων γίνεται βαναυσότητα, σαδισμός και βιασμός, η αυτοκατάφαση γίνεται αλαζονεία και φιλαυτία, η κυριαρχία γίνεται αδικία, εκμετάλλευση κ.ο.κ. Κι αντίστροφα, όποια αρετή διευκολύνει τα βάσανα της υποτέλειας μεταστρέφεται σε αρετή: ο οίκτος και η συμπόνια, η ταπεινότητα, η ολιγάρκεια, η υπομονή, η προσμένουσα ελπίδα…
Δεν είναι σκοπός μου εδώ να αξιολογήσω αυτό τόσο λανθασμένο, όσο και μερικώς εύστοχο και εξαιρετικά γόνιμο επιχείρημα του Nietzsche ενάντια στον χριστιανισμό. Σκοπός μου εδώ είναι να το αντιστρέψω. Να κάνω, αν θέλετε, εμμενή κριτική εφαρμόζοντας την ίδια τη μέθοδο του Nietzsche στον ίδιο.
Ετούτη εδώ η ψυχολογική προσέγγιση της χριστιανικής αξιογένεσης μπορεί, λοιπόν, θαρρώ, κάλλιστα να αναστραφεί και να γυρίσει απ’ εκεί που ήρθε: προς το πρόσωπο του εμπνευστή της. Διότι δεν επαναξιολογεί μόνο ο ιουδαιοχριστιανισμός τον ελληνορωμαϊκό παγανισμό και τα ομηρικά ήθη της ηρωικής εποχής ή τα πολεμοχαρή ήθη των γερμανικών φύλων, της μετέπειτα τάξης των ευγενών φεουδαρχών· επαναξιολογεί και ο Nietzsche την επαναξιολόγηση του ιουδαιοχριστιανισμού στο έργο του. Ο Nietzsche ψυχολογικοποίησε την επαναξιολόγηση των χριστιανών, αλλά μάλλον δεν ψυχολογικοποίησε τη δική του επαναξιολόγηση της επαναξιολόγησής τους. Ενδεχομένως ούτε θα άντεχε κάτι τέτοιο, ούτε θα προλάβαινε σε μία ζωή να το κάνει.
Αν, λοιπόν, δικός μας σκοπός είναι να προσπαθήσουμε να επαναξιολογήσουμε την επαναξιολόγηση, τότε γιατί να μην υποθέσουμε, ακολουθώντας τον ίδιο τον Nietzsche, ότι, όπως ο Nietzsche βρίσκει την ψυχική ρίζα της επαναξιολόγησης του παγανισμού στη μνησικακία, έτσι και η επαναξιολόγηση του χριστιανισμού από τον ίδιο τον Nietzsche είναι ο καρπός μίας ανεστραμμένης μνησικακίας με εξίσου βαθιές ρίζες; Επαναξιολογητική πικρία και μνησικακία απέναντι σε ποιους; Μα φυσικά σε εκείνους που μπορούν να αφεθούν να είναι ανίσχυροι και ταπεινοίή καλύτερα απέναντι σε εκείνους που έχουν το μεταφυσικό και ηθικό δικαίωμα να περιέρχονται είτε με είτε παρά τη βούλησή τους στη θέση του ανίσχυρου και του ταπεινού. Μία μνησικακία, δηλαδή, απέναντι σε εκείνους που είναι συμφιλιωμένοι με την αδυναμία τους, που την αποδέχονται και την καταφάσκουν τόσο ως αναπόφευκτη, όσο και ως θεμιτή και γόνιμη υπαρξιακή συνθήκη· απέναντι σε εκείνους που δεν χρειάζεται να νιώθουν ενοχή και περιφρόνηση για την αδυναμία αυτήν, ώστε να την κρύβουν, να την πολεμούν και να την μισούν;
Στην τελική, να περιφρονούν και να μισούν τον εαυτό τους λόγω της αδυναμίας αυτής.
Ο χριστιανός που αναγνωρίζει την αδυναμία του, που αντιλαμβάνεται την καταστατική ατέλεια της φύσης του στην έννοια της αμαρτίας, εκείνος ο χριστιανός που προσεύχεται σε μία γονεϊκή δύναμη, σε έναν Θεό Πατέρα και Παντοκράτορα, ασύλληπτα ισχυρότερο, αλλά και ασύλληπτα πιο αγαπώντα, πανάγαθο και ελεήμονα από τον ίδιο, μοιάζει με το αντεστραμμένο είδωλο ενός αριστοκράτη (του πνεύματος), ενός αριστοκράτη όπως ο νιτσεϊκός Übermensch.
Αν ο δεύτερος λέει «ναι» στην αιώνια επιστροφή της ζωής του ως Υπεράνθρωπος που δημιουργεί ο ίδιος τις δικές του αξίες αυτοκαταφάσκοντας τον εαυτό του μαζί με όλες της τις ενορμήσεις και την απόσταση που την χωρίζει από τους ταπεινούς και τους καταφρονημένους, ο πρώτος ομολογεί την πρωταρχική και αδιάλειπτη εξάρτηση του από έναν Θεό Δημιουργό, και λαμβάνει τις αξίες και την ίδια του την σωτηρία ως δώρο από εκείνον, όταν, όπως ο Χριστός πάνω στον Σταυρό, παραδίνεται στον Θεό αυτόν στο όνομα της αγάπης. Αν ο πρώτος θέτει τον εαυτό του ως θεμέλιο του εαυτού του και γίνεται, όπως ο Ήλιος, ένας αυτόφωτος κι’ αυθυπόστατος άξονας για τον εαυτό του, τότε ο δεύτερος εκκεντρώνει και κενώνει τον εαυτό του, ώστε να τεθεί – με τη βοήθεια της θείας χάριτος – ως ετερόφωτος δορυφόρος που έλκεται από το βαρυτικό πεδίο ενός ενσαρκωμένου Θεού που αδικείται, βασανίζεται, εξευτελίζεται και καταδικάζεται σε ταπεινωτικό θάνατο.
Ο νιτσεϊκός Υπεράνθρωπος είναι πιο αυτόνομος και από τον συνεπή καντιανό: διότι ο καντιανός θεωρεί αυτονομία την εναρμόνιση με τον Λόγο μέσα του, ενώ ο νιτσεϊκός δεν εναρμονίζεται με τίποτα άλλο πέραν απ’ τον εαυτό και τις αξίες του. Και ο χριστιανός είναι πιο ετερόνομος και από τον δούλο, διότι καλείται να θυσιάζει, να κενώνει συνεχώς το Εγώ του για χάρη όλων των Άλλων, στο όνομα ενός Υπέρτατου Άλλου – του Θεού. Πράγματι, μιλάμε για δύο διαφορετικούς κόσμους. Και, φυσικά οι δύο στερούνται πράγματα που η άλλη μεριά απολαμβάνει.
Έχει, λοιπόν, αυτός ο ευγενής και αριστοκράτης του πνεύματος Υπεράνθρωπος, που τόσο απέχει απ’ αυτόν τον χριστιανό που περιφρονεί, το δικαίωμα να ηττάται και να παραιτείται, να υποφέρει ξεσπώντας σε κλάματα, να ομολογεί την απόγνωσή του και να παρακαλάει για φώτιση, να υποτάσσει ταπεινά, όμως με δάκρυα λύτρωσης, το δικό του θέλημα στο «γεννηθήτω το θέλημά Σου» και να αναζητά την συγχώρεση ή την ελεημοσύνη από τον «Άγιο Ισχυρό κι Αθάνατο»; Ο αριστοκράτης θα προτιμούσε να πεθάνει απ’ το να γονατίσει – όπως άλλωστε και έκανε ιστορικά. Και θα προτιμούσε να φτύσει εκείνον που γονατίζει απ’ το να του μιλήσει.
Αλλά και χωρίς να φτάσουμε στη χριστιανική αρετολογία και σωτηριολογία, στο πώς μοιάζει ένας άγιος, ήδη η πολύ απλή και καθημερινή συνθήκη της ενοχής αντιφάσκει με την αριστοκρατική ηθική του Nietzsche, διότι μαρτυρά το ακριβώς αντίθετο της αυτοκατάφασης που χαρακτηρίζει τους κυρίους: μαρτυρά μία αντίφαση μεταξύ συνείδησης και πράξης ή επιθυμίας και καθήκοντος, που διχάζει τον εαυτό, τον κόβει στα δύο, και στρέφει τη μία πλευρά του απέναντι στην άλλη ώστε να της ασκήσει βία μέχρις ότου έρθει η κατάρρευση ή η λύτρωση. Η ενοχή είναι, κατά μία έννοια, εμφύλιος της καρδιάς. Δεν είναι απλώς αναμενόμενο, είναι και λογική συνέπεια της λεγόμενης ηθικής του κυρίου να μισεί το αυτοδιχασμένο ανεστραμμένο της είδωλο. Να βλέπει, δηλαδή, την ενοχή, όπως κάνει ο Nietzsche, ως μόλυνση της σκληρής στην αυθορμησία και ανεμελιά της καρδιάς που δεν αναγνωρίζει ηθικό-νομικό χαλινάρι, παρά μόνο εκείνο της ισχύος του άλλου.
Εδώ, στην «αυτοκατάφαση των ενορμήσεων και της ζωής», δεν υπάρχει ούτε Νόμος, ούτε Υπερεγώ, πόσο δε μάλλον το παράγωγό τους: η ενοχή. Εδώ, η αδυναμία του αδύναμου είναι τεκμήριο της ενοχής του και η τιμωρία που του αξίζει και του αναλογεί για την αδυναμία του είναι η απολαυστική διαδικασία της καθυπόταξης και της κατακυρίευσης, ίσως της θανάτωσης, ίσως του βιασμού.
Όμως ο Nietzsche κάπου-κάπου υπερβάλλει όταν ισχυρίζεται ότι έχουμε περάσει στην εποχή όπου ηγεμονεύει η λεγόμενη ηθική των δούλων. Ο Nietzsche — όπως και εμείς — μπορεί να μη ζει στην ομηρική εποχή, αλλά ζει σε μια εποχή και μία κοινωνία που είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι είσαι πράγματι αδύναμος, να αφεθείς πράγματι στην αδυναμία σου και να την καταφάσκεις. Σίγουρα πιο δύσκολο απ’ το να επιδιώκεις την ισχύ, να δείχνεις ότι την επιδιώκεις, να κρύβεις την έλλειψη ή την απουσία της ισχύος, να προσποιείσαι ότι έχεις παραπάνω απ’ όση έχεις, να εθελοτυφλείς ως προς την αδυναμία σου. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε στην εμμονή που έχουμε ως πολιτισμός με την επίδοση και τα επιτεύγματα, κάπου μακριά από εμάς, στον πλούτο, τη φήμη, τη δόξα, τη ισχύ εκείνων που βρίσκονται στις διάφορες κορυφές της πυραμίδας από τον πλούτο μέχρι την πολιτική, την τέχνη, τον αθλητισμό, στο Hollywood και την Silicon Valley. Κι εμείς οι κοινοί θνητοί επιμελούμαστε στα social media την ευτυχία μας – ή ό,τι άλλο καλό διαθέτουμε – για να πείσουμε τους άλλους γι’ αυτήν, μήπως κατά τη διαδικασία πείσουμε και τον εαυτό μας.
Ναι, δεν ζούμε στην ομηρική εποχή, είναι αλήθεια, αλλά δεν ζούμε ούτε στη χριστιανική.
Ο Nietzsche, αν και έχει βλέμμα απαράμιλλα οξυδερκές μιλάει λες και η κοινωνία στην οποία ζει είναι κάποιο φραγκισκανικό μοναστήρι ή το Άγιον Όρος. Στην πραγματικότητα, όμως, ζει στην εποχή της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, του κοινωνικού δαρβινισμού, της ευγονικής και του «επιστημονικού ρατσισμού». Ζει στην εποχή που άνθρωποι μπαίνουν σε ζωολογικούς κήπους και καθυποτάσσονται στο όνομα της κατωτερότητας του πολιτισμού τους. White Man’s Burden, για να το πούμε και στη γλώσσα των ποιητών.
Και πολύ αμφιβάλλω αν στη βισμαρική γερμανική κοινωνία των τελών του 19ου αιώνα ήταν πιο εύκολο για μία καρδιά να είναι αδύναμη παρά ισχυρή. Δεν ξέρω αν υπήρξε μία εποχή από το 33 μ.Χ. που να ήταν πιο εύκολο να είσαι ζητιάνος από ευγενής ή αστός. Η κεφαλαιοκρατική, φιλελεύθερη νεωτερικότητα μπορεί να μην έχει νομοκατεστημένες τάξεις ευγενών και δουλοπάροικων στον τρόπο παραγωγής και στο κράτος και οντολογική ιεραρχία στη συνείδηση, αλλά διαθέτει τις δικές της μορφές ανταγωνισμού για υπεροχή, μορφές ελευθερωμένης βιαιότητας που δεν γνωρίζει περιστολές ή αιδώ, αλαζονείας και υπεροψίας, αρρωστημένης φιλοδοξίας, πλεονεξίας, αυταρέσκειας, κατίσχυσης και κατακυρίευσης. Κάποιοι αφελείς το παραδέχονται ανοιχτά και το φωνάζουν, άλλοι εξυπνότεροι υιοθετούν τη γλώσσα και τηνστάση που μας κληροδότησε ο χριστιανισμός και απολαμβάνουν το μεγαλείο τους με ψευδή ταπεινότητα. Η αυτοεξύμνηση και η περιαυτολογία, από τον χριστιανισμό και μετά, πράγματι, χαλάει την εικόνα. Όμως η τέχνη εκφράζει το πνεύμα μίας εποχής και στις ασυνείδητες πτυχές του, κι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης trap και drill – που είναι το δημοφιλέστερο είδος μουσικής αυτή τη στιγμή – είναι ένας ύμνος που ψάλλει η πολιτιστική μας βιομηχανίας σε όλ’ αυτά που στον χριστιανισμό θεωρούνται αρρώστιες της καρδιάς.
Δεν ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι η «ηθική των κυρίων» έχει νικήσει την «ηθική των δούλων», ισχυρίζομαι όμως ότι ούτε έχει χάσει. Έχει μετασχηματιστεί και καμουφλαριστεί, ώστε να προσαρμοστεί σε μία φιλελεύθερη νεωτερικότητα που διακηρύσσει την ισότητα και την ανθρωπιά, ενώ στην αυθορμησία των αφελών και την κρυψίνοια των εξεζητημένων λαχταρά την κυριότητα.
Και ο Nietzsche δεν έχει ακριβώς άδικο. Πράγματι, απ’ τον χριστιανισμό κι έπειτα ο κόσμος άλλαξε ανεπιστρεπτί. Πλέον δεν υπάρχουν ευγενείς που να πιστεύουν (στα σοβαρά) ότι είναι ημίθεοι, ότι κάποιοι (υπ)άνθρωποι γεννιούνται δούλοι, δηλαδή – σύμφωνα με την αριστοτελική έκφραση – ζωντανά εργαλεία, ότι κάποιες γυναίκες υπάρχουν για να είναι σκλάβες του σεξ (παλλακίδες)· ούτε διακηρύσσουν στα ανοιχτά την κυριαρχία τους ως μεταφυσική τάξη των πραγμάτων. Διότι, ευτυχώς για κάποιους και δυστυχώς για κάποιους άλλους, ο χριστιανισμός – χωρίς να χύσει το αίμα κανενός παρά μόνο το δικό του στα Κολοσσαία και τα διάφορα μαρτύρια – όντως κέρδισε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και τον εκχριστιάνισε. Ο κόσμος πήρε φόρα για να γυρίσει τούμπα, όμως κάπου σκάλωσε στη μέση, κι έτσι έκτοτε έμεινε σαν πυρετώδες εκκρεμές που όλο γυρνάει και ζαλίζεται απ’ τον ίλιγγο.
Η Δύση από τον εκχριστιανισμό της Ρώμης και μετά βιώνει μία αντίφαση που ακόμη την ταλανίζει, την τσακίζει, την αναζωογονεί: εκείνη την ανεπίλυτη αντίφαση μεταξύ του ήθους του αγώνα για τη μέθη της υπεροχής και της κυριαρχίας – έστω σε πλαίσια νομικής-τυπικής ισότητας στη νεωτερικότητα – και εκείνη της ανιδιοτελούς και άνευ όρων χριστιανικής, ταπεινής και σταυρικής αγάπης. Αυτές οι δύο δέσμες δυνάμεων, η κυριαρχική και η αγαπητική μοιάζουν με εκείνους τους ασκούς του Αιόλου που φτιάχνουν θύελλες και ανεμοστρόβιλους: μάχονται λυσσαλέα, χορεύουν κυκλικά και φυγόκεντρα, αναμειγνύονται, αλλοιώνονται, ξεδιαλύνονται, σβήνουν και φουντώνουν, αλληλοδιεισδύονται άλλοτε με την ηδονή του έρωτα κι άλλοτε με την οδύνη της λόγχης, σκίζουν και ράβουν, φωτίζουν σαν αστέρια που προσανατολίζουν, αποπροσανατολίζουν, ναυαγούν κι επαναπροσανατολίζουν τόσο την προσωπική ύπαρξη, όσο και τον δυτικό πολιτισμό εν συνόλω. Δεν είναι απλή υπόθεση· δεν είναι καν απλώς αντιφατική υπόθεση.
Και μπορώ να καταλάβω τι βλέπει ο Nietzsche με το βλέμμα εκείνου του μοντέρνου αριστοκράτη που νοσταλγεί έναν ομηρισμό που δεν έζησε, και αγανακτεί. Όμως η αγανάκτηση του Nietzsche ακριβώς επειδή είναι μερική, ακριβώς δηλαδή επειδή επικεντρώνεται στο έναν όρο της αντίφασης, στη μία δέσμη δυνάμεων και κάνει σαν η άλλη να μην υπάρχει πια, φανερώνει κάτι όχι μόνο για τον πολιτισμό στον οποίο ζει, αλλά φανερώνει κάτι και για τον ίδιο. Διαλέγει ανοιχτά μεριά σε αυτήν την πυρετώδη αμφιθυμία της Δύσης και παρουσιάζει την πραγματικότητα πολεμικά, πάντα όμως με ειλικρίνεια, γιατί, ενδεχομένως, γνωσιακό του αντικείμενο δεν είναι ο δυτικός πολιτισμός καθ’ εαυτός. Ο δυτικός πολιτισμός είναι η θεωρητική οδός για το βαθύτερο αντικείμενό και προορισμό του: τον εαυτό του. Και μπορούμε αυτό να το ισχυριστούμε, και το κάνουμε, όμως δεν μπορούμε να του το προσάψουμε ως κριτική, διότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου ασυνεπές με τη φιλοσοφία του.
Καμία παραφορά δεν είναι τυχαία.
Ας αφήσουμε όμως λίγο την αμφιθυμία του δυτικού πολιτισμού μεταξύ αγάπης και κυριαρχίας για να επιστρέψουμε τώρα στη μνησικακία και να προσθέσουμε το δεύτερο συστατικό στο μείγμα-επιχείρημά μας. Είναι από εκείνα τα συστατικά που αναποδογυρίζουν τα πράγματα: δεν είναι τυχαίο που οι Adorno και Horkheimer θεώρησαν τον Nietzsche ιδεολόγο του γερμανικού ιμπεριαλισμού, ούτε ότι ο Nietzsche ενέπνευσε τους ναζί – οι οποίοι κατάλαβαν απ’ αυτόν ό,τι εκείνοι ήθελαν για τους δικούς τους σκοπούς. Οι Adorno και Horkheimer, λοιπόν, ερμήνευσαν τον ναζιστικό αντισημιτισμό ως ένα μίσος που προκύπτει από τον φθόνο και τη μνησικακία του ισχυρότερου απέναντι στον υποτελή και αδύναμο. Η θεωρία τους για τον ναζιστικό αντισημιτισμό ολοκληρώνει τον συλλογισμό μας, αν και εμείς θα την επικαιροποιήσουμε για να την κάνουμε διαυγέστερη, εφαρμόζοντάς την σε ένα σύγχρονο και κατ’ επέκταση πιο κοντινό μας παράδειγμα:
Ο φασιστοειδής και λοιπός μισογυνισμός απέναντι στη σεξουαλικοποιημένη γυναίκα αφορά μία γυναίκα που από τη μία θεωρείται κατώτερη, εκφυλισμένη, πόρνη, αξιοκαταφρόνητη, και από την άλλη την ίδια γυναίκα που δεν βασανίζεται από τις απωθήσεις και τις καταστολές των ενορμήσεών της, εκείνη που απολαμβάνει τη σεξουαλικότητά της με μία αυθορμησία και άνεση που προκαλεί τον φθόνο σε εκείνον που το θέλει αλλά δεν το κάνει. Ετούτος ο μισογυνισμός είναι αντιφατικός, όμως καθόλου παράλογος. Κάθε άλλο παρά αντιφατικότητα είναι η ουσία του: φθονεί κάτι το οποίο απαξιώνει· λαχταρά αυτό που φτύνει. Ετούτη είναι η ουσία της επαναξιολογούσας μνησικακίας. Και γι’ αυτό άλλωστε εκφράζεται με όρους σεξουαλικής βίας, γι’ αυτό δηλαδή ομιλεί τη γλώσσα του βιασμού στις διάφορες αποχρώσεις της. Διότι θέλει να εκδικηθεί αυτήν που απολαμβάνει εκείνο που ο ίδιος στερείται με πολύ μεγάλο τίμημα.
Και φυσικά δεν θα μπορούμε να μην απαξιώσει αυτό που λαχταρά· ειδάλλως θα έπρεπε να αναμετρηθεί με τη βιαιότητα που προκαλεί στην καρδιά μία διακαής επιθυμία που παραμένει ανικανοποίητη και μια αναστάτωση που αν δεν στραφεί εκτός, θα επιστρέψει προς τα μέσα. Θα έπρεπε σε αυτήν την περίπτωση να αναμετρηθεί με την ταπεινωτική αποτυχία της ικανοποίησης της επιθυμίας, την απόρριψη από αυτήν που ποθεί. Η μνησίκακη και εκδικητική επαναξιολόγηση του απεγνωσμένα ποθητού σε αξιοπεριφρόνητου είναι ο δηλητηριώδης μηχανισμός άμυνας της μνησικακίας.
Ο φθόνος και η μνησικακία, λοιπόν, έχουν δύο αφετηρίες και δύο κατευθύνσεις: μπορεί ο υποτελής να φθονεί τον κυρίαρχο, ναι, σίγουρα· όμως και ο κυρίαρχος μπορεί να φθονεί τον υποτελή εξίσου λυσσαλέα.
Όπως στη σεξουαλικοποιημένη γυναίκα δίνεται η ευκαιρία να απολαύσει αυτό που ο μισογύνης στερείται αλλά επιθυμεί, στην περίπτωση του χριστιανού δίνεται η ευκαιρία στον πιστό να υποφέρει, να παραιτείται και να παραδίνεται, να ξεσπά σε κλάματα και λυγμούς από αναστάτωση, να στρέφει το βλέμμα του στον ουρανό, να προσεύχεται και να ελπίζει σε μία δύναμη που δεν είναι δική του· να αγκαλιάσει την αδυναμία του και να την κάνει παρήγορη φίλη του. Να προστρέχει σε μία υπερβατική δύναμη χωρίς να την φθονεί και χωρίς να περιφρονεί και να μισεί τον εαυτό του που το κάνει. Του δίνεται μία ευκαιρία να συμφιλιωθεί με αυτήν την καθολική διάσταση της ανθρωπινότητας που χαρακτηρίζεται από έλλειψη δύναμης, απόγνωση, απελπισία, κατάρρευση, υποταγή, ανάγκη για ελεημοσύνη, καθοδήγηση, συγχώρεση, και ένα δώρο που ούτε αξίζουμε, ούτε μπορούμε να ανταποδώσουμε. Ο χριστιανός απολαμβάνει πράγματα που για τον Nietzsche είναι η ουσία της κατάντιας του.
Αναρωτιέμαι λοιπόν: ύστερα απ’ όλα αυτά, κι άλλα τόσα που θα μπορούσαν να λεχθούν, αλλά που διαγράφηκαν για λόγους οικονομίας, για ποιον λόγο λοιπόν να μην υποθέσω ότι ο Nietzsche ήταν μνησίκακος απέναντι σε εκείνους τους ανθρώπους που μπορούσαν να αγκαλιάσουν αυτό το οποίο ο ίδιος σιχαινόταν όταν το εντόπιζε στον εαυτό του; Γιατί να μη φθονήσει εκείνους που είναι συμφιλιωμένοι με την αδυναμία τους και που έχουν μία κοινότητα ανθρώπων γύρω τους που συμμερίζονται τον αξιακό τους προσανατολισμό, που είναι δίπλα τους, μπροστά και πίσω τους και συμπάσχουν μαζί τους και να τους συμπονούν, έως και (συλ)λυπούνται και δείχνουν ελεημοσύνη; Που έχουν την ευκαιρία να βιώνουν την εκκέντρωσή τους ως δώρο και λύτρωση; Να βιώνουν τη ζωή και όλα τα καλά που την συνοδεύουν ευχαριστιακά και με ευγνωμοσύνη ως ένα δώρο που τους δόθηκε όχι επειδή το κέρδισαν «με το σπαθί τους» και δικαίως τους ανήκει ως τρόπαιο και ιδιοκτησία τους, αλλά χάρη στην απόλυτη, απερινόητη κι άνευ όρων αγάπη ενός πατρικού Θεού;
Και γιατί να μην πιστέψω ότι αυτός ο ομολογουμένως σπουδαίος και βαθυστόχαστος όσο λίγοι, μοναχικός ερημίτης των Άλπεων και της απομόνωσης του παγωμένου Sils Maria, που απορρίφθηκε τρεις φορές από την ίδια γυναίκα – διότι εκείνη προτίμησε τον φίλο του – και δεν αναγνωρίστηκε η αξία του παρά μόνο αφού τρελάθηκε (μάλλον;) από σύφιλη, δεν ένιωθε μνησικακία απέναντι σε όλους αυτούς που είχαν το μεταφυσικό και ηθικό δικαίωμα να μπορούν να είναι και ηττημένοι, τσακισμένοι, ασήμαντοι, να είναι κοινοί θνητοί που δεν δημιουργούν εκείνες τις δικές τους αξίες «που καταφάσκουν τη ζωή τους», εκείνους που υποφέρουν όπως όλοι χωρίς να περιφρονούν και να μισούν τον εαυτό τους γι’ αυτό;
Είχε ο Nietzsche στην ζωή του την ευκαιρία να είναι όλα αυτά τα οποία ξεφτιλίζει και περιφρονεί στον χριστιανισμό; Θα το επέτρεπε στον εαυτό του; Μπόρεσε να υπάρξει αδύναμος, ατελής, αξιοκαταφρόνητος και να αγαπηθεί παρ’ όλα αυτά ή μάλλον ακριβώς επειδή ήταν αδύναμος, ατελής, αξιοκαταφρόνητος; Θα έλεγε το «ναι» σε έναν χριστιανικό Θεό, του οποίου ηαπόλυτη αγάπη προς τον ίδιο τον Nietzsche δεν θα ήταν ανάλογη της αξίας του, και την οποία αγάπη θα λάμβανε ακόμη και χωρίς να την αξίζει, είτε ήταν ο χειρότερος εγκληματίας είτε ο σπουδαιότερος φιλόσοφος; Είχε ποτέ το προνόμιο να συμφιλιωθεί με την ασημαντότητά που σήκωνε κάθε μέρα σαν ζυγό, όσο ήταν στα λογικά του, και να ελπίζει σε γονεϊκές δυνάμεις που υπερβαίνουν τον ίδιο και τη νόησή του να προστρέξουν σε βοήθεια, ανακούφιση, υπαρξιακή δικαίωση και λύτρωση;
Αμφιβάλλω.
Ο Nietzsche εικάζω ότι ήταν άνθρωπος που υπέφερε διπλά: υπέφερε για τους λόγους του, όπως όλοι μας, κι ύστερα διπλασίαζε την οδύνη του, επειδή δεν άντεχε να βλέπει τον εαυτό του στη θέση του αξιολύπητου. Εικάζω, επίσης, ότι αν άφηνε τον εαυτό του να σκεφτεί και να νιώσει για λίγο ως «δούλος», δεν θα έγραφε με τόσο μένος ενάντια στο ανεστραμμένο του είδωλο. Εφόσον τον κατέκλυζε το πάθος της περιφρόνησης για το αξιοπεριφρόνητο, πού αλλού θα έβρισκε τα ψυχικά καύσιμα για να βγει από τη θέση του αξιοπεριφρόνητου όταν περιέπεφτε σε αυτήν; Υπερέβαινε τις αξιολύπητες στιγμές του με το να τις περιφρονεί. Βαρύ φορτίο. Το να είσαι συνέχεια περήφανος και αγέρωχος είναι πιο δύσκολη υπόθεση. Τόσο δύσκολο όσο και το να δεχθείς κάτι το οποίο δεν αξίζεις και για το οποίο δεν μπορείς με κανένα τρόπο να ανταποδώσεις παρά λέγοντας ένα απλό και γνήσιο «ευχαριστώ».
Ίσως ο Nietzsche να υπέφερε από την ψυχική αντίφαση μεταξύ της αδυναμίας και της αξιακής απαγόρευσης της αδυναμίας, της λοιδόρησης και του διασυρμού της αδυναμίας· γιατί κανένας δεν ξεφεύγει από την αδυναμία. Ίσως να είχε ανάγκη να αφήσει κι αυτός τον εαυτό του να είναι λίγο αδύναμος χωρίς ενοχές, χωρίς περιστολές, χωρίς αυτοπεριφρόνηση. Όμως δεν μπορείς να ξαπλώνεις εκεί που φτύνεις συστηματικά. Κι αν το κάνεις, μετά σε αηδιάζουν τα σάλια σου. Αυτό ίσως να ήταν η ευλογία του και η κατάρα του.
Και, αν έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί να μην φθονούσε και να ήταν μνησίκακος σε βαθμό «βούλησης για επαναξιολόγηση» εκείνων που δεν υπέφεραν από αυτό που ο ίδιος υπέφερε; Εκείνων που απολάμβαναν το γλυκό θεραπευτικό μέλι σε βάσανα σαν τα δικά του, όσο ο ίδιος τα γιάτρευε όρθιος – και μακριά απ’ τα σάλια – με πικρό φαρμάκι;
Στην τελική, η ανάγνωση του Nietzsche για τον χριστιανισμό ως μνησίκακη επαναξιολόγηση, μπορεί να έχει θίξει την πραγματικότητα περισσότερων ή λιγότερων χριστιανών, αλλά δεν θα μπορούσε να είχε πέσει πιο έξω για το πραγματικό νόημα του ίδιου του Σταυρού και της Ανάστασης που είναι το διαμετρικά αντίθετο της πικρίας, της μνησικακίας και της εκδικητικότητας.
Μα γιατί το λέω αυτό;
Για να διατυπώσω την εξής θέση, έστω και ως υπόθεση: δεν γίνεται να είσαι στην crème de la crème των λαμπρότερων μυαλών της ανθρωπότητας, να έχεις κερδίσει μία ακλόνητη και δυσθεώρητη θέση στην ιστορία της δυτικής σκέψης, κι ωστόσο να μην έχεις συλλάβει ορθά το αντικείμενό της έρευνάς σου, το αντικείμενο με το οποίο ασχολήθηκες τόσο εμμονικά, χωρίς να συντρέχει κάποιος υποκειμενικός λόγος. Στον ίδιο τον Nietzsche άρεσε να ονομάζει τη σκέψη ενός φιλοσόφου «συμπτωματολογία» του.
Σε κάθε περίπτωση, ό,τι κι αν έγινε με τη ζωή του και τη φιλοσοφία του, δεν μπορούμε να πούμε ότι τα κατάφερε και άσχημα. Κάθε άλλο.
Είναι μεγάλος τρόμος και μεγάλη ανακούφιση η σκέψη, ότι καθένας καταλήγει εκεί όπου κοιτάζει.

