Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Μαριαλένα Σπυροπούλου

1938-2023

Στη μνήμη του Παναγιώτη Σπυρόπουλου

Αποφεύγω να τον συναντώ. Δεν πηγαίνω πολύ συχνά. Άλλωστε εκεί υπάρχει πλέον μόνο μια φωτογραφία του με λίγα στοιχεία της μακράς βιογραφίας του. Το όνομά του, η χρονολογία γέννησης, η χρονολογία θανάτου. Πάνε δύο χρόνια που δεν μετρούν τα χρόνια του. Έχουν σταματήσει σε έναν αριθμό. Ετών 85. Τόσα ήταν τα χρόνια ζωής του πατέρα μου πάνω στη Γη. Αν μετρούσα όμως τα πραγματικά χρόνια που έζησε, θα ήταν μάλλον πολύ λιγότερα. Όχι ότι εγώ γνωρίζω πότε και σε ποιες συνθήκες ένιωθε πραγματικά ζωντανός. Ήταν δύσκολο να το καταλάβεις ακόμα και μέσα στην ίδια ημέρα, όχι στην ίδια χρονιά. Η ζωή προοριζόταν για ηδονική, κατέληξε ανισόρροπο μονοπάτι. Από νωρίς ασφαλτοστρώθηκε με ένα ατελεύτητο πένθος. Δεν ξεκίνησαν καλά τα πράγματα για εκείνον. Και αν ξεκίνησαν, πολύ γρήγορα έγιναν δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Σκοτεινά. Μαύρα. Αδιέξοδα. Ο δικός του πατέρας νέος και δυνατός χάθηκε όπως χάνονται τα κέρματα από τις τσέπες. Δεν γέρασε, δεν βρέθηκε, δεν ετάφη ποτέ. Από την ηλικία των έξι ετών πάλευε να σηκώσει την κάπα της ζωής που του έπεσε ουρανοκατέβατη. Κάπα βαριά μάλλινη που είχε ποτίσει βροχή, μεγάλη ακόμα και για σφιχτοδεμένο βοσκό, πάνω στις πλάτες ενός λιανού αμούστακου αγοριού. Μια κάπα που δύσκολα φέρουν έτσι και αλλιώς οι μεγάλοι, πόσο μάλλον τα παιδιά. Μέσα σε κλάσματα του χρόνου εκλήθη να βάλει τα δυο του χέρια και να την τραβήξει στους ώμους του, να την κάνει δική του μήπως και μπορέσει μέσα στην αδιανόητη βαρύτητα της απώλειας να προφτάσει, να κλέψει από το ζύγι των άλλων, να βάλει χρόνια στο δικό του κορμί, γρήγορα γρήγορα, μήπως και πολύ πριν από την ώρα του φανεί άνδρας. Να μπερδέψει τις εντυπώσεις με αντρίκειο παράστημα, ένα κοστούμι αποκριάς πολύ μεγαλύτερο από το μπόι του. Δεν έφτανε ο χρόνος για να γίνει άνδρας, ένα παιδί θέλει χρόνια και πόδια και πλάτες. Εκεί ούτε χρόνια, ούτε πόδια, ούτε πλάτες. Ανδρικό χέρι δεν ξαναμπήκε στο σπίτι από τα έξι του χρόνια να σφίξει μια βρύση, να δέσει μια καρέκλα, να στερεώσει οροφή, να κλείσει τις τρύπες στους τοίχους, να ισιώσει τη ραχοκοκαλιά με το νεύμα και το πνεύμα το ανδρικό. Φωνή δεν ακούστηκε να φωνάζει Παναγιώτη με εκείνο τον τρόπο που μόνον οι άνδρες φωνάζουν από μακριά και ανοίγουν ορμητικά τα σφαλιστά παράθυρα. Μια ολάκερη ζωή έψαχνε σε γειτονιές τη φωνή του. Πώς ήθελε να ακούγεται; Πώς ακουγόταν όσο μεγάλωνε ο πατέρας; Έναν ήχο που έμοιαζε από μακριά σαν χέρι. Φωνή έψαχνε, να κάνει πέρα τα ουρλιαχτά, να έχει κάπου να μοιάσει. Να μην τρέμει μην τυχόν και φτάσει σε σταυροδρόμι και πνιγεί. Με όλα αυτά έζησε την παιδική του ηλικία και τους καθρέφτες καλυμμένους να μη δείχνουν τη θλίψη, την οργή, τη χαρά και το μεγάλωμα χρόνο με τον χρόνο των χεριών και των ποδιών του. Η φωνή σμιλεύτηκε όπως σμιλεύονται στο τέλος οι φωνές, και ας μην είναι ξεκάθαρα οι δικές μας, με μπόλικο γρασίδι και βροχή, χώμα που μπολιάζει και στο τέλος τρίβεται. Και κατόρθωσα και εγώ να έχω έναν πατέρα δίχτυ. Απαραίτητο για ψάρεμα, με τρύπες μεγαλύτερες από το σώμα και το αίμα όσων πιάστηκαν αλλά χάθηκαν, ξανά πέφτοντας στα βαθιά νερά του ποταμού. Έναν πατέρα δίχτυ με μια ψαριά, που δεν προοριζόταν για να ζήσει, ούτε να θρέψει τα άδεια στομάχια. Με ψάρια πεθαμένα με το πρώτο φως της μέρας, άχρηστα πια, αχρείαστα για τη ζωή και το θάνατο. Έναν πατέρα υπόλοιπο, που πάντα μένει αζήτητο. Το αζήτητο τού έγινε δέρμα. Εκεί έστρεφε στη στροφή του δρόμου πάντα το βλέμμα του. Έστεκε πάντα σε όσα κανέναν δεν απασχολούσαν. Στις τρύπες, στα κενά, στο όριο που κάποτε χωρίζει τη ζωή με το θάνατο μέσα στο ίδιο σπίτι, μέσα στο ίδιο το σώμα. Το αχρείαστο συνόρευε δίπλα δίπλα με το άχρηστο, και αυτή ήταν η ζωή μας. Μια ζωή που γίνεται μέσα στα χρόνια που έρχονται, που ορίζονται κάθε Πρωτοχρονιά ως γιορτή, αβίωτα. Μετράνε αυτά, προστίθενται σε μια πρόσθεση ζωής που, ενώ στην πάνω πλευρά η πρόσθεση γεμίζει, στην κάτω που δεν έχει καλά σταθεί, η τρύπα χάσκει. Μεγαλώνει, ξεχαρβαλώνεται, σαν λάστιχο που έχασε τις αναρτήσεις του. Μεγάλωνε και εκείνος όπως όπως, μεγάλωνα και εγώ μαζί του. Η μοίρα των ανθρώπων είναι να μεγαλώνουν. Τι γίνεται όμως με το εγκλωβισμένο βλέμμα που δεν βρίσκει διέξοδο στο βλέμμα μιας μητέρας τυφλής από δάκρυα, ενός πατέρα αζήτητου; Πού να σταθεί; Πού να βρεθεί; Πώς να κοιτάξει όσα πέρασαν και όσα έρχονται; Δεν έλειψαν τα γέλια. Το στόμα αυτενεργεί, λέει τα δικά του, κουνάει στον αέρα λέξεις, νότες στην αθέατη μπαγκέτα του μαέστρου χρόνου. Το βλέμμα πάντα ήταν κολλημένο πάντα αλλού. Εκεί που δεν είχε τέλος η αναζήτηση και ας έλεγε η λογική άλλα. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Οι νεκροζώντανοι με ποιους; Και εκπαιδεύθηκα ζώντας με αυτό το ενδιάμεσο πολύ πριν ανακαλυφθούν τα ενδιάμεσα και το βλέμμα μου εξασκήθηκε στο φάσμα. Να βλέπω εκεί που δεν βλέπουν οι άλλοι, τη ζωντάνια των νεκρών, τη νέκρα των ζωντανών. Αχρείαστα πράγματα. Αρκεί να έρθει η στιγμή να τα νιώσεις. Να πέσεις κάτω ολοζώντανος και να μη νιώθεις τίποτα. Να χορεύεις ολόνεκρος και να χτυπά τα πόδια ο σκοπός σου. Ό,τι και να σου έχει αφήσει ο πατέρας, είναι προίκα. Πατρική κληρονομιά ένα ακίνητο, μια στήριξη, ένας καλός λόγος, μια πόρτα να διαβείς. Πατρική κληρονομιά το βλέμμα. Να σου έχει γραφεί στα ανύπαρκτης μελάνης συμβόλαια η περιουσία σου. Να δεις εσύ εκεί όπου έψαχνε ο πατέρας. Αν γνώριζα τι χρέος αναλάμβανα, θα έκανα στα σίγουρα αποποίηση. Αντ’ αυτού έκανα ποίηση εαυτού, αποδεχόμενη το όριο που μας χωρίζει. Εκεί αυτός. Εγώ εδώ. Δεν γίνεται σε μια γενιά, σε δυο γενιές όλα να φαγωθούν. Κάτι έχει μείνει να μας ενώνει σε πόνο αλλά και σε αξία. Και ό,τι για εκείνον έγινε φθορά, δίχτυ, κενό. Έγινε για εμένα λέξεις, γράμματα, ουσία.

Δεν πηγαίνω συχνά να τον επισκεφτώ στο μνήμα. Για εμάς τους δύο, αυτό ήταν αχρείαστο. Με έμαθε ότι και τα μνήματα μέσα έχουν ζωντάνια. Και η ζωντάνια μέσα μας και νέκρα. Πάλευα χρόνια να αποτινάξω τη ματιά του. Βαριά η κάπα. Τώρα βρίσκω θησαυρούς. Σε εκείνες τις γωνίες από τα ρείθρα, σε εκείνες τις σιωπές των λόγων, σε εκείνες τις αργόσυρτες φωνές. Στους κομπασμούς των λόγων και στα κενά που πάντα έχουν ανάμεσά τους οι άνθρωποι. Βλέπει όμως το δικό μου βλέμμα την ανάγκη τους. Αυτά τα κενά να μην τα φοβηθούν. Να μην πέσουν μέσα. Να μη θαφτούν. Να ρίξουν λίγο χώμα δροσερό και κανέναν σπόρο πού και πού.

Μετά από 85 χρόνια όλο και κάτι ανθίζει.

Κύλιση στην κορυφή