Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Τσαρλς Σίμιτς

Ποιήματα

Μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας

ΠΕΤΡΑ

Μπες μέσα σε μια πέτρα –
αυτός θα ήταν ο τρόπος μου.
Ας γίνει κάποιος άλλος περιστέρι
ή ας τρίζει με μιας τίγρης το δόντι.
Α, θα χαρώ να είμαι πέτρα.

Απέξω η πέτρα είναι ένα αίνιγμα:
κανείς δεν ξέρει πώς να τ’ απαντήσει.
Κι όμως, από μέσα πρέπει να ’ναι δροσερά και ήσυχα,
κι ας πατάει επάνω της μια αγελάδα
μ’ όλο το βάρος της
κι ας τη ρίχνει στο ποτάμι ένα παιδί·
η πέτρα βυθίζεται, αργά, ανενόχλητη,
στον πάτο του ποταμού,
όπου τα ψάρια έρχονται να τη χτυπήσουν –νοκ, νοκ–
και να στήσουν αυτί.

Έχω δει σπίθες να πετάγονται
σαν τρίβεις δυο πέτρες,
ίσως λοιπόν να μην είναι σκοτεινά εκεί μέσα τελικά·
ίσως, μάλιστα, από κάπου
να λάμπει ένα φεγγάρι, σαν πίσω από έναν λόφο –
τόσο όσο φως για να διακρίνεις
τις παράξενες γραφές, τους αστρικούς χάρτες
στους τοίχους εντός.

ΤΟ ΜΕΡΟΣ

Μιλούσαν για τον πόλεμο –
το τραπέζι ακόμη ασυμμάζευτο μπροστά τους.
Απέναντι, το πρώτο παράθυρο
του σούρουπου είχε κιόλας φωτιστεί.
Εκείνος καθόταν, κυρτωμένος, σιωπηλός,
ο παλιός φόβος να τον παίρνει ξανά
κάτω απ’ τον βυθό του…
Σκοτείνιαζε. Εκείνη σηκώθηκε να πάρει το πιάτο
–τώρα δυσάρεστα λευκό– προς την κουζίνα.
Έξω, στα χωράφια, στα δάση,
ένα πουλί μιλούσε με γνωμικά,
ένας Πάπας έβγαινε να συναντήσει τον Αττίλα,
το χαντάκι ήταν έτοιμο για το απόσπασμά του.

ΜΟΝΑΞΙΑ

Εκεί, λοιπόν, όπου το πρώτο ψίχουλο
πέφτει απ’ το τραπέζι –
νομίζεις πως κανείς δεν τ’ ακούει
καθώς χτυπάει στο πάτωμα.

Κι όμως, ήδη κάπου
τα μυρμήγκια φορούν
γραβάτα και κουστούμι
κι ανασκουμπώνονται για να σ’ επισκεφτούν
σαν καθωσπρέπει Ιεχωβάδες.

Η ΜΕΡΙΚΗ ΕΞΗΓΗΣΗ

Μοιάζει πολύς καιρός
από τότε που ο σερβιτόρος πήρε την παραγγελία μου.
Μικρό, λιγδιάρικο φαγάδικο,
με το χιόνι να το στρώνει έξω.

Μοιάζει να σκοτείνιασε κι άλλο
από την τελευταία φορά που άκουσα
την πόρτα της κουζίνας
πίσω απ’ την πλάτη μου,
από την τελευταία φορά που πρόσεξα
κάποιον να διασχίζει
την τζαμαρία απ’ τον δρόμο.

Ένα ποτήρι νερό με παγάκια
μου κρατά συντροφιά
σ’ αυτό το τραπέζι
που ο ίδιος επέλεξα
μπαίνοντας.

Και μια λαχτάρα –
μια αδιανόητη λαχτάρα να κρυφακούσω
τι μπορεί να ’ναι αυτό
που κουβεντιάζουν οι μάγειροι.

ΧΑΠΥ ΕΝΤ

Και τότε πίεσαν το πεπόνι
και το άκουσαν να σκάει
κι ύστερα έφαγαν τόσο που κόντεψαν να εκραγούν
κι ύστερα το πουλί τραγουδούσε τόσο γλυκά
όσο εκείνοι κάθονταν και ξύνονταν δίχως κακεντρέχεια.
Ωραία, είπα, γιατί ακριβώς τότε
οι σακάτηδες άρχισαν να χορεύουν πάνω στο τραπέζι
Εκείνη τη νύχτα συνάντησα έναν καλοκάγαθο άγγελο
Έχεις φωτιά; μου είπε
καθώς κατέβαζα το φερμουάρ του φορέματός της
Υπήρχαν ήδη πολλοί
που είχαν υψωθεί στο ταβάνι
Εραστές τους λέγαν και κρατούσαν
τριαντάφυλλα στα δόντια τους ενώ η Άνοιξη
συνεχιζόταν έξω απ’ τα ορθάνοιχτα παράθυρα
έτσι που ακόμη και μια βίτσα για το ξυλοφόρτωμα των παιδιών
άνθιζε στον μικρό στρεβλό δρόμο
Η διαίσθησή μου μου ’πε ν’ ακολουθήσω.

ΜΑΤΙΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΑ ΜΕ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ

Πόση δουλειά κάνει ο θάνατος!
Κανείς δεν ξέρει τι βαρύ
μεροκάματο τραβά. Η μικροκαμωμένη
σύζυγος πάντοτε μόνη
να σιδερώνει τη μπουγάδα του.
Οι όμορφες κόρες
να στρώνουν το δείπνο του.
Οι γείτονες να παίζουν
ξερή στην πίσω αυλή
ή να κάθονται απλώς στα σκαλιά
πίνοντας μπίρα. Ο θάνατος,
στο μεταξύ, σ’ ένα παράξενο
μέρος της πόλης να ψάχνει
κάποιον με άσχημο βήχα,
μα κάτι να μην ταιριάζει στη διεύθυνση –
πελαγωμένος ως κι ο θάνατος
μέσα σε τόσες πόρτες κλειδωμένες…
και να πιάνει βροχή.
Μακρά, ανεμόδαρτη νύχτα μπροστά.
Ο θάνατος χωρίς ούτε μια εφημερίδα
να σκεπάσει το κεφάλι του, χωρίς
έστω μια δεκάρα να τηλεφωνήσει
ειδοποιώντας για την καθυστέρηση
εκείνον που αργοσβήνει –
που χασμώμενος, γδύνεται αργά
και τεντώνεται γυμνός
στην επικήδεια μεριά του κρεβατιού.

ΠΑΙΔΙ ΘΑΥΜΑ

Μεγάλωσα σκυμμένος
πάνω από μια σκακιέρα.

Αγαπούσα τη λέξη φινάλε.

Όλα μου τα ξαδέλφια έδειχναν ανήσυχα.

Ήταν ένα μικρό σπίτι
κοντά σ’ ένα ρωμαϊκό νεκροταφείο.
Αεροπλάνα και τανκς
τράνταζαν τα τζάμια του.

Ένας συνταξιούχος καθηγητής αστρονομίας
μου έμαθε να παίζω.

Πρέπει να ήταν το 1944.

Στο σετ που χρησιμοποιούσαμε
το χρώμα είχε σχεδόν ξεφλουδίσει
από τα μαύρα πιόνια.

Ο λευκός Βασιλιάς έλειπε
κι έπρεπε ν’ αντικατασταθεί.

Μου λένε –μα δεν το πιστεύω–
πως εκείνο το καλοκαίρι είδα
άντρες απαγχονισμένους από τηλεγραφόξυλα.

Θυμάμαι τη μητέρα μου
να μου δένει τα μάτια συχνά.
Είχε έναν τρόπο να χώνει το κεφάλι μου
έξαφνα κάτω απ’ το πανωφόρι της.

Και στο σκάκι, μου είπε ο καθηγητής,
οι μαιτρ παίζουν με δεμένα μάτια –
οι σπουδαίοι, σε σκακιέρες ευάριθμες
την ίδια στιγμή.

ΠΛΟΗΓΟΣ

Κλήτευσα τον Χριστόφορο Κολόμβο.
Την ώρα του λύκου
πρόβαλε απ’ το μισόφωτο
φέρνοντας λιγάκι στον πατέρα μου.

Σ’ αυτό το συγκεκριμένο ταξίδι
δεν ανακάλυψε τίποτα.
Ο ωκεανός που του έδωσα δεν είχε τέλος,
και το πλοίο – μια βαλίτσα ανοιχτή.
Ήταν εντελώς χαμένος. Είχα, βλέπεις, αμελήσει
τ’ απαραίτητα αστέρια.
Καθισμένος στο σκοτάδι μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι
τραγουδούσε έναν σκοπό απ’ τα μικράτα του.

Μέσα στο τραγούδι η μέρα χάραζε.
Ένα ξυπόλυτο κορίτσι
δρασκέλισε το βρεγμένο χορτάρι
να κόψει ένα κλωνάρι μέντα.

Κι ύστερα τίποτα –
μόνον ο άνεμος που έφευγε κακήν κακώς τσιρίζοντας
λες και μόλις τότε να θυμήθηκε
πού κατευθύνεται, πού είχε υπάρξει.

ΒΟΡΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗ

Όταν λένε οι γριές μυρίζει χιόνι
μ’ έναν ψίθυρο που μόλις που ακούς
κι όμως ξυπνά τον άρρωστο από πάνω
έτσι που ανοίγει διάπλατα τα μάτια και τ’ αφήνει να γεμίσουν

με τη γκρίζα θαμπάδα του απομένοντος φωτός.
Όταν οι γριές λένε πόση ησυχία
και πράγματι σήμερα κανένας επισκέπτης,
ενώ εκείνος που ακόμη τον έχουν αξύριστο

σηκώνει το ρολόι στο αυτί κι ακροάζεται.
Μέσα του κάτι μικρό, υπόγειο
και φρικαλέο στην πρόθεση, μασάει φρενιασμένα.
Όταν οι γριές λένε ώρα ν’ ανάψουμε τα φώτα

και δεν σηκώνεται καμιά τους να το κάνει,
γιατί τώρα υπάρχουν θηλιές και κόμποι χαλαροί γύρω απ’ τα πόδια τους,
σαν κάποιος να σέρνει μουτζούρες επάνω τους
μ’ ένα κομμάτι κάρβουνο απ’ την παγωμένη σόμπα.

Ο ΑΣΩΤΟΣ

Σκοτεινή πρωινή βροχή
που ήταν να πέσει
σε μια φυλακή και μι’ αυλή σχολική
πέφτοντας στο μεταξύ
επάνω στη μητέρα μου και τη γριά της σκύλα.
Πόσο αργά σέρνεται τώρα
πάνω στα κυριακάτικα παπούτσια του πατέρα μου.
Η σκύλα στο πλευρό της,
τρεκλίζοντας σε κάθε βήμα
καθώς προσπαθεί να την προφτάσει.
Βρίσκομαι σε μι’ άλλη γωνία και περιμένω
με ξυρισμένο το κεφάλι.
Ο νους μου πηδά σαν σπουργίτι
μέσα στη βροχή.
Πάντα την παρακολουθώ
κι ανησυχώ για κείνη.
Κι όλα να είναι μαγική τελετουργία
ένα μυστικό σινεμά:
ο τρόπος που προβάλλει σ’ ένα παράθυρο ώρες αργότερα
για ν’ ακουμπήσει τ’ άδειο μπολ
και το κουτάλι στο τραπέζι,
κι ύστερα αποσύρεται,
για να μπορέσει η μέρα να διαβεί
και η νύχτα να πέσει
μέσα στο άδειο μπολ,
–άδειο δωμάτιο, άδειο σπίτι–
ενώ η βροχή συνεχίζει
να βροντά την εξώπορτα.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΑΫΠΝΙΑ

Μου άρεσε η μικρή μου τρύπα,
το παράθυρό της, φάτσα σ’ έναν τούβλινο τοίχο.
Στο διαμέρισμα δίπλα υπήρχε ένα πιάνο.
Μερικές βραδιές τον μήνα
ένας γέρος σακάτης ερχόταν να παίξει
το «My Blue Heaven».

Επί το πλείστον, ωστόσο, ήταν ήσυχα.
Κάθε δωμάτιο με την αράχνη του και το βαρύ παλτό της,
τσακώνοντας τη μύγα της μ’ έναν ιστό
από καπνό τσιγάρου και ονειροπόληση.
Τόσο σκοτεινά,
που δεν έβλεπα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του ξυρίσματος.

Στις πέντε το πρωί, ο ήχος γυμνών ποδιών από πάνω.
Η «τσιγγάνα» χαρτορίχτρα,
που το μαγαζάκι της είναι στη γωνία,
πηγαίνοντας να κατουρήσει
ό,τι έμενε απ’ τον βραδινό της έρωτα.
Κι επίσης μια φορά, ο ήχος ενός παιδιού
κλαίγοντας, μες σ’ αναφιλητά.
Τόσο κοντά, που για μια στιγμή
νόμισα πως έκλαιγα εγώ ο ίδιος.

ΜΟΤΕΛ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Εκατομμύρια ήταν νεκροί· όλοι τους αθώοι.
Παρέμεινα στο δωμάτιό μου. Ο Πρόεδρος
μιλούσε για τον πόλεμο σαν να μιλά
για κάποιο μαγικό φίλτρο του έρωτα.
Τα μάτια μου άνοιγαν εμβρόντητα.
Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη, γραμματόσημο
ακυρωμένο δυο φορές.

Ζούσα καλά, αλλά η ζωή ήταν φριχτή.
Υπήρχαν τόσοι στρατιώτες εκείνη τη μέρα,
τόσοι πρόσφυγες να συνωστίζονται στους δρόμους.
Φυσικά, όλοι εξαφανίστηκαν
μ’ ένα άγγιγμα του χεριού.
Η Ιστορία έγλειφε τις γωνιές
του αιματοβαμμένου της στόματος.
Στο συνδρομητικό κανάλι, ένας άντρας και μια γυναίκα
αντάλλασσαν πεινασμένα φιλιά και ξέσχιζαν
τα ρούχα ο ένας του άλλου, μ’ εμένα να κοιτώ και να κοιτώ
με τον ήχο κλειστό και το δωμάτιο σκοτεινό –
σκοτεινό εκτός απ’ την οθόνη, όπου το χρώμα
είχε υπερβολικό κόκκινο, υπερβολικό ροζ.

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ

Η γιαγιά μου προφήτευε το τέλος
των αυτοκρατοριών σας, ω ανόητοι!
Σιδέρωνε. Το ραδιόφωνο ήταν ανοιχτό.
Η γη έτρεμε κάτω απ’ τα πόδια μας.

Ένας απ’ τους ήρωές σας έβγαζε λόγο.
«Τέρας», τον αποκάλεσε.
Ζητωκραυγές και κανονιοβολισμοί για το τέρας.
«Θα μπορούσα να τον σκοτώσω με τα γυμνά μου χέρια»,
μου ανακοίνωσε.

Δε χρειαζόταν. Όλοι τους
θα πήγαιναν στον διάβολο από μέρα σε μέρα.
«Μην πάει και σου ξεφύγει αυτό σε κανέναν»,
με προειδοποίησε.
Και μου τράβηξε το αυτί για να σιγουρευτεί πως κατάλαβα.

ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ

Με τον άνεμο να λυσσομανά τόσο άγρια,
τόσο απρόβλεπτα,
είμαι έτοιμος να στοιχηματίσω πως ένα-δυο μυρμήγκια
μπορεί να βρέθηκαν ανάσκελα
καθώς καθόμαστε εδώ στη βεράντα.

Τα πόδια τους κάνουν πετάλι
σε φανταστικά ποδήλατα.
Είν’ ένας εξοπλιστικός αγώνας
ενάντια σε διάφορους φυσικούς νόμους,
συν τη Μοίρα, συν –
λοιπόν-τι-άλλο-νεότερο;

Αναρωτιέμαι αν έρχεται κανείς προς βοήθειά τους
φέρνοντας ψίχουλα από κέικ,
μινιατούρες της Βίβλου,
μια-δυο χαμένες κλωστές
δεμένες έξυπνα άκρη με άκρη.

ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ
Περιμένουν να τους δολοφονήσουν,
ή να τους πετάξουν έξω. Σύντομα
υπολογίζουν να μην έχουν τίποτα να φάνε.
Στο μεταξύ, κάθονται.

Δεν μπορεί, όλο και κάποιος βίαιος πόνος
θα πρέπει να κοντεύει, σκέφτονται.
Θα ξεκινήσει απ’ την καρδιά
και θα σκαρφαλώσει στο στόμα.
Θα τους πάρουν σε φορεία, ουρλιάζοντας.

Προς το παρόν, απόψε, κοιτούν το παράθυρο
χωρίς ν’ ανταλλάσσουνε λέξη.
Έβρεξε, και τώρα μοιάζει
σα να ετοιμάζεται να χιονίσει λιγάκι.

Τον βλέπω να σηκώνεται για να κατεβάσει τα ρολά.
Αν το παράθυρό τους μείνει σκοτεινό,
ξέρω πως το χέρι του έχει βρει το δικό της
ακριβώς πάνω που πήγαινε ν’ ανάψει το φως.

ΑΣΤΡΩΤΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ

Τους αρέσουν τα σκιερά δωμάτια,
οι ταπετσαρίες που ξεφλουδίζουν,
οι ρωγμές στο ταβάνι,
οι μύγες στο μαξιλάρι.

Αν μπεις στον πειρασμό να ξαπλώσεις,
μην εκπλαγείς:
δε θα σε νοιάζουν τα βρόμικα σεντόνια,
το τρίξιμο των σκουριασμένων σομιέδων
καθώς βολεύεσαι.
Το δωμάτιο είναι μια σκοτεινή αίθουσα σινεμά
όπου μια κοκκώδης,
ασπρόμαυρη ταινία προβάλλεται.

Ένα θάμβος γυμνωμένων σωμάτων
τη στιγμή της γλυκιάς ραθυμίας
που έπεται του έρωτα
όταν και η πιο σκληρή καρδιά
φτάνει στο σημείο να πιστέψει
πως η ευτυχία μπορεί να κρατήσει για πάντα.

ΟΔΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΩΝ

Τι καθένα απ’ αυτά τα εκατοντάδες
παράθυρα έκανε με τον χρυσό
που έλιωνε πίσω τους ετούτο το πρωί,
δεν μπορώ καν να διανοηθώ.

Φέρομαι σαν επίδοξος διαρρήκτης,
σημειώνοντας ποια είναι ανοιχτά –
οι κουρτίνες τους τραβηγμένες στο πλάι
από κάποιον τσίτσιδο εντελώς
που ενδεχομένως μόλις να μου διέφυγε.

Εδώ, όπου ψυχή τώρα δεν περπατά,
κι αν ναι, το κάνει απαλά,
έτσι ώστε να μη γείρει τους ζυγούς
την ώρα που ζυγίζουν
ψήγματα σκόνη
στο ετοιμοθάνατο φως.

ΘΕΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΡΕΝΟ

Υπάρχει κι εκείνο το αισθητικό παράδοξο
που παρατηρεί πως η τραγωδία του άλλου
συχνά γεμίζει τον μέσο θεατή
μ’ ένα αίσθημα ευτυχίας.

Υπήρχε το θέαμα από παράγκες καταπατητών,
γυμνά παιδιά και ισχνά σκυλιά να τρέχουν
σε κάτι που έμοιαζε με χωματερή –
το πιο μικρό –χοπ, χοπ– ξωπίσω τους με πατερίτσες.

Εντελώς ξαφνικά: η σκοτεινιά ενός τούνελ.
Οι ρόδες αλέθοντας τις σκέψεις μας
πίσω-μπρος σα χαλίκια.
Και σύντομα: μια παραλία –
νερό γαλανό· ουρανός ασυννέφιαστος.

Παραθαλάσσιες βίλες, φοίνικες, λευκή άμμος·
μια γυναίκα με κόκκινο μπικίνι μάς χαιρετούσε
λες και γνώριζε τον καθένα μας
ξεχωριστά και λυπόταν που μας έβλεπε
να χανόμαστε τόσο γρήγορα
σ’ ακόμη ένα τούνελ.

ΤΟ ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟ

Τόσο αναθεματισμένα οικεία
τις περισσότερες φορές,
που ούτε καν ξέρω πως είσαι εδώ.
Ζωή μου,
μερίδιό μου στην αιωνιότητα,

ένα μικρό ρίγος,
λες κι η παγωνιά του τάφου
να έχει κιόλας
αρχίσει να με προφταίνει –
και τι μ’ αυτό.

Ο Ντεκάρτ μύριζε
καιόμενες μάγισσες
ενώ καθόταν σκεπτόμενος
μιαν αλήθεια τόσο προφανή
που διαρκώς αποτυγχάνουμε να δούμε.

Ούτε εγώ την ήξερα
μέχρι σήμερα.
Όταν άκουσα ένα πουλί να τσιρίζει:
η γάτα έρχεται,
κι ένιωσα τον εαυτό μου να τρέμει.

ΑΔΕΙΟ ΚΟΥΡΕΙΟ

Κυνηγώντας την ευτυχία, μπορεί ακόμη
και στιγμιαία να την πλησιάσεις
σε μια απ’ αυτές τις δύο δερματόδετες καρέκλες,
με τη βοήθεια χτένας και ψαλιδιού,

φασκιωμένος μέχρι το πηγούνι
μ’ ένα μακρύ άσπρο σεντόνι,
ενώ το κεφάλι σου γλιστρά
ανάμεσα στα λιπαρά δάχτυλα
του αόρατου κουρέα,
που σου σηκώνουν όρθια τα μαλλιά,

ενώ πιέζει το ξυράφι στον λαιμό σου,
κάνοντας τα μάτια σου να τιναχτούνε διάπλατα
όπως διακρίνεις στον καθρέφτη απέναντι
σ’ όλο το μήκος του το έρημο κουρείο,

με τις δυο άδειες καρέκλες και πιο πέρα
τον δρόμο, εξίσου άδειο,
εκτός από το συμπιεσμένο, θολωμένο πρόσωπο
κάποιου που ζορίζεται να κοιτάξει μέσα.

ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΤΙ

Πίσσα σκοτάδι, καθώς ψαχουλεύω
μια διεύθυνση που είχα σημειώσει βιαστικά
σ’ ένα πάρτι νωρίτερα
στη γυμνή πλάτη μιας κοπέλας –
δρόμο και αριθμό
όσο εκείνη νευρικά χαχάνιζε.

Όπως και να ’χει, νά ’μαι
ανησυχώντας πόσα σπίρτα
μου πάει να ξοδέψω
διαβάζοντας τα ονόματα στα γραμματοκιβώτια.
Σκέφτηκα να χτυπήσω ένα τυχαίο κουδούνι·
τους έβλεπα ήδη όλους μαζεμένους επάνω,
να στέκονται κοντά και ν’ ακούν.

Τα κουδούνια δεν έβγαζαν ήχο. Καμιά πόρτα δεν άνοιξε.
Καμιά οικοδέσποινα δεν κατέβηκε, στο γιορτινό της φόρεμα
κρατώντας ένα ποτήρι κρασί για του λόγου μου.
Είχα αφήσει το ταξί να φύγει και δεν είχα ιδέα πού βρισκόμουν.
Είχα ακόμη την επιλογή
να το βάλω στα πόδια
ή να μείνω στη θέση μου λίγο ακόμη –

ατάραχες στιγμές πριν την αυγή
χωρίς ούτ’ ένα φωτισμένο παράθυρο.
Ο τεφρός ουρανός ν’ ανεβαίνει
με βία ορατός.
Ένα μοναχικό κάλεσμα πουλιού, κι ύστερα ένα άλλο,
πιο σιγανό, σαν σ’ απάντηση,
εδώ που ούτε δέντρα
ούτε θάμνοι εν όψει.

Κύλιση στην κορυφή