Αγγελική Πεχλιβάνη

Το Ελληνικό Λύκειο σήμερα ή «η ασθένεια έβαινε επί τα χείρω»

Όταν προ ολίγων εβδομάδων ο Δημήτρης Αγγελής μού πρότεινε να γράψω ένα κείμενο για τα προβλήματα της Μέσης Εκπαίδευσης, δέχθηκα αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και αφού δέχθηκα, άρχισα να προβληματίζομαι: τι να πω για τα προβλήματα της Μέσης Εκπαίδευσης και ειδικά του Λυκείου; Τα ήδη και πολλάκις ειπωμένα; Τι να πρωτοπώ; Τα διαρκώς προστιθέμενα; Επί ώρα στο μυαλό μου επανερχόταν το βασικό λάιτ μότιβ του πρώτου μέρους από το Αμάρτημα της μητρός μου, στα σημεία όπου αδρομερώς «τίθεται» και κλιμακώνεται η ασθένεια της μικρής Αννιώς: «[…] ήτο κατά δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτική και φιλάσθενος […] η ασθένεια της Αννιώς ολονέν εδεινούτο […] η κατάστασις της Αννιώς έβαινε επί τα χείρω […] η ασθένεια της πτωχής μας αδελφής ήτο ανίατος […]».

Κατόπιν προέκυψε το θέμα της μεθοδολογίας και του ύφους. Να κινηθώ στην επιστημονική «πεπατημένη» της βιβλιογραφίας, των ερευνών και των μετρήσιμων δεδομένων, γράφοντας ένα κείμενο στο οποίο θα περιέγραφα και, ίσως, αιτιολογούσα τις αδυναμίες της συγκεκριμένης βαθμίδας, αποστασιοποιημένο και όσο το δυνατόν αντικειμενικότερο; Ένα κείμενο βιωματικό, με προσωπικές «πινελιές», γεγονός που –θεωρώ– δικαιούμαι μετά από 30 χρόνια θητείας στο δημόσιο σχολείο σε πολλές θέσεις (σύμβουλος σχολικής ζωής, μέλος της ΚΕΕ, υποδιευθύντρια, μέλος και πρόεδρος ΛΕΕ, μέντορας, επιμορφώτρια φιλολόγων κ.τ.λ.); Ή ένα κείμενο μεικτό αλλά νόμιμο;

Ας ξεκινήσω, λοιπόν, χωρίς συγκεκριμένο πλάνο…

Διορίστηκα σε ένα Λύκειο της Δυτικής Αττικής το 1997, την πρώτη χρονιά που υπέβαλα τα χαρτιά μου – μέχρι τότε, βέβαια, δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ, πολύ καλά αμειβόμενη, στον ιδιωτικό τομέα. Δεν εργάστηκα ποτέ ως αναπληρώτρια και δεν υπηρέτησα στην επαρχία. Δεν αποσπάστηκα σε διευθύνσεις, υπουργεία, γραφεία υπουργών, εκπαιδευτικούς φορείς κ.τ.λ. Μέχρι σήμερα διδάσκω στο ίδιο σχολείο, ένα Λύκειο ημιαστικής περιοχής, με περίπου 170-200 μαθητές/τριες (υπάρχουν αυξομειώσεις του μαθητικού δυναμικού μέσα σε 30 χρόνια), πολύ καλή υλικοτεχνική υποδομή συγκριτικά με τον μέσο όρο (αίθουσες μαθημάτων, εποπτικό υλικό, τηλεοράσεις, διαδραστικοί πίνακες, προτζέκτορες, θέρμανση, κλιματισμός, γραφεία άνετα καθηγητών/τριών και διεύθυνσης, πρόσβαση σε υπολογιστές, βιβλιοθήκη με χιλιάδες τόμους κ.τ.λ.) και κατά κανόνα αξιόλογους διευθυντές και συναδέλφους. Όπως καταλαβαίνετε δεν έχω υποστεί τις ταλαιπωρίες των περισσοτέρων συναδέλφων μου. Ναι, είμαι τυχερή!

Επί είκοσι πέντε χρόνια υπήρξα μάχιμη και «θερμή» καθηγήτρια. Χαιρόμουν που πήγαινα στο σχολείο. Το γούσταρα. Τα τελευταία 4-5 χρόνια (από τον κορωνοϊό και μετά) ψάχνω τρόπους διαφυγής. Ντρέπομαι που το λέω. Η πρώτη, δε, φορά που σκέφτηκα τη σύνταξη (το καλοκαίρι του 2024), ήταν για μένα σοκαριστικήˑ σαν να αποδομούσα τη μισή ζωή μου.

Η σχολική τάξη και εν γένει το σχολείο των τελευταίων ετών έχει αλλάξει.

Οι μαθητές/τριες ζουν σ’ έναν ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο. Η συνεχής επαφή τους με τα ΜΚΔ και την εικόνα τούς έχει «αφυδατώσει». Η πλειονότητα των σημερινών μαθητών δεν «γλυκαίνονται» με τα γράμματα, δεν έχουν αναζητήσεις, δεν έχουν βάθος, πείτε το μόρφωση, εγώ το λέω «υψηλή περιέργεια» για την αθέατη ζωή. Αδυνατούν όχι απλώς να «εστιάσουν σ’ ένα απαιτητικό κείμενο, αλλά ακόμα και να το αναγνώσουν. Δεν διαβάζουν πια, αλλά σκρολάρουν. «Πάντα υπήρχαν αυτοί οι μαθητές», θα αντέτεινε κάποιος. Ναι, πάντα, μα τώρα τα ποσοστά είναι σχεδόν επικίνδυνα. Προσέξτε: δεν διατείνομαι πως τα παιδιά σήμερα είναι περιορισμένης ευφυίαςˑκάθε άλλο, είναι έξυπνα, ελεύθερα, άφοβα, με γνώσεις τεχνολογίας και ξένων γλωσσών, χιούμορ και ευθυκρισία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι φυγόπονα, κυνικά – και λόγω της οικονομικής ανασφάλειας και της διαφθοράς του πολιτικού μας συστήματος – και δεν έχουν αντισώματα στη ματαίωση και την απόρριψη, γεγονός πολύ φυσικό, αφού μεγαλώνουν από τους γονείς τους ως μικροί ανεύθυνοι θεοί.

 (Από τα 64 παιδιά της φετινής Γ΄ Λυκείου του σχολείου μας, πολλά οδηγούσαν μηχανάκι και επτά (!) αυτοκίνητο με ή χωρίς δίπλωμα εν γνώσει των γονιών τους. Αντιλαμβάνεστε, βέβαια, το πρόβλημα που προέκυπτε όταν κάποιο από τα παιδιά αυτά ζητούσε άδεια να αποχωρήσει από το σχολείο… τη νομική ευθύνη που θα καταλογιζόταν στους καθηγητές εξαιτίας της ανευθυνότητας των γονιών, εάν συνέβαινε κάποιο ατύχημα).

Ορισμένοι γονείς αντιμετωπίζουν τους εκπαιδευτικούς ως υπαλλήλους που είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν υπηρεσίες φύλαξης και όχι ως επιστήμονες-παιδαγωγούς που προσπαθούν υπό δύσκολες συνθήκες να δομήσουν ένα ασφαλές και δημιουργικό περιβάλλον για τα παιδιά τους. Δύσπιστοι προς το δημόσιο σχολείο και τον ρόλο του, απαξιωτικοί ως προς την εκπαιδευτική διαδικασία και εν γένει το σχολείο ως μέσο –το μόνο, κατά τη γνώμη μου μιας καλύτερης ζωής, συχνά παρεμβαίνουν και απαιτούν με αήθη τρόπο από τους καθηγητές απολογητικές τοποθετήσεις και προνομιακή μεταχείριση. Εξηγούμαι: το να ρωτάει ένας γονιός και να ζητά εξηγήσεις από τους δασκάλους του παιδιού του, δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, άλλωστε η καθηγητική αυθεντία – και καλώς–, εδώ και καιρό έχει αποκαθηλωθεί. Με την προϋπόθεση, όμως, η επικοινωνιακή διάδραση ή ακόμα και η αντιπαράθεση μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών να έχει στόχο τη βελτίωση –ή έστω συνειδητοποίηση– του παιδιού και όχι την αποενοχοποίηση του γονιού ή την άδικη –ναι υπάρχει και άδικη– προστασία του «πριγκηπικού» γόνου, για τον οποίο οι εύπιστοι ή «βολεμένοι» κηδεμόνες είναι σίγουροι ότι λέει την πάσα αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος. Ως εκ τούτου έχουν αυξηθεί οι διαμαρτυρίες, οι λεκτικές επιθέσεις, οι καταγγελίες, οι απειλές και τα περιστατικά εκφοβισμού προς τους εκπαιδευτικούς. Η κοινωνία μας σήμερα είναι εξόχως παιδοκεντρική. Ορθώς. Και οι οικογένειες, επίσης. Και πάλι, ορθώς. Οι περισσότεροι από εμάς μεγάλωσαν σε τέτοιες οικογένειες, όπως και εγώ. Με μια διαφορά: Τα όρια.

(Φέτος, ως υποδιευθύντρια και σύμβουλος σχολικής ζωής, κλήθηκα να αντιμετωπίσω παράπονα και επιθέσεις γονιών για γέλια και για κλάματα. Μια μητέρα, όταν την ενημέρωσα πως ο γιος της, ο οποίος φυσικά τιμωρήθηκε με αποβολή, έβγαλε τις κάλτσες του και τις έτριψε στο πρόσωπό μιας συμμαθήτριάς του η οποία φυσικά μου ανέφερε το γεγονός κλαίγοντας– μου αντέτεινε πως το σχολείο μας είναι πολύ «σοβαροφανές» και δεν καταλαβαίνει από εφηβικά αστεία. Όταν, όμως, ο αδελφός της παθούσας έκανε το ίδιο στον γιο της, εξεμάνη και ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία του. Φυσικά με σοφίσματα και δικολαβίες).

Και ερχόμαστε στο εκπαιδευτικό προσωπικό, το οποίο τα τελευταία χρόνια καλείται να εργαστεί σε ένα εξουθενωτικό περιβάλλον και ταυτοχρόνως να εισπράττει οικονομική και κοινωνική απαξίωση. Πλέον, ο φόρτος των εξωδιδακτικών εργασιών είναι μεγάλος. Η ψηφιοποίηση αρκετών διαδικασιών δεν λειτούργησε θετικά όπως αναμενόταν, καθώς διατηρείται παράλληλα η χειρόγραφη καταχώριση. Ο εκπαιδευτικός δεν ασχολείται μόνο με τη διδασκαλία και την προετοιμασία του μαθήματοςˑ αφιερώνει καθημερινά χρόνο σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες, διοικητικές καταχωρίσεις, εκθέσεις, αυτοαξιολογήσεις, ενημερώσεις γονέων μέσω email σε περίπτωση κενών (που, δυστυχώς, είναι πολλά), επίλυση προβλημάτων που προκύπτουν στη σχολική κοινότητα, σχέδια δράσης, εκδρομές, εκδηλώσεις, γιορτές, κάθε είδους προγράμματα, επιμορφώσεις, συνεδριάσεις. Η γραφειοκρατία αυξήθηκε θεαματικά την τελευταία εξαετία.

(Για του λόγου το σαφές αναφέρω πως ως πρακτικογράφος επί σειρά ετών, οι πράξεις που έγραφα ήταν το πολύ 40-45. Αυτό μέχρι το 2020. Έκτοτε οι πράξεις διπλασιάστηκαν για να φτάσουν στις 104(!) το σχολικό έτος 2022-23).

Το διδακτικό-εκπαιδευτικό έργο δεν υποστηρίζεται. Στη σχολική μονάδα το μοναδικό βοηθητικό προσωπικό είναι οι καθαριστές/στριες και ενίοτε οι φύλακες. Οι εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να γίνονται πολλές φορές ηλεκτρολόγοι, ηλεκτρονικοί ακόμα και υδραυλικοί (κάθε αρχή σχολικής χρονιάς «προσεύχομαι» να έρθει κάποιος/α συνάδελφος με τεχνικές δεξιότητες). Αυτό οφείλεται κυρίως στην ανεπαρκή υποστήριξη των σχολικών μονάδων από τις Υπηρεσίες των Δήμων, οι οποίες έχουν άλλες προτεραιότητες από τα προβλήματα της εκάστοτε σχολικής μονάδας. Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών επιδείνωσε την κατάσταση ως προς την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών. Δεν είναι λίγες οι φορές που εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να προμηθεύονται με δικά τους έξοδα το φωτοτυπικό χαρτί ή άλλα αναλώσιμα απαραίτητα για το μάθημα. Επιπλέον οι εκπαιδευτικοί, σε μεγάλο βαθμό, είναι έκθετοι και διαρκώς υπόλογοι, καθώς δεν υπάρχει ένα σαφές νομοθετικό-υποστηρικτικό πλαίσιο. Αυτό έχει ως συνέπεια δράσεις που είναι ουσιαστικές για την εκπαιδευτική διαδικασία (διδακτικές επισκέψεις, εκδρομές) να ενέχουν ένα μεγάλο ποσοστό διακινδύνευσης για τους καθηγητές που εμπλέκονται σε αυτές.

Εάν σε όλα αυτά προστεθούν οι χαμηλές αμοιβές των καθηγητών (μετά από 29 χρόνια στο Δημόσιο Λύκειο, με μεταπτυχιακό και επίδομα υποδιεύθυνσης, αμείβομαι με 1580€ κ α θ α ρ ά), οι οποίοι σε συνδυασμό με τον υπάρχοντα πληθωρισμό και την κατάργηση των δώρων και των επιδομάτων έχουν χάσει το 30% και πλέον της αγοραστικής τους δύναμης, νομίζω πως μπορούμε να μιλάμε ακόμα και για εξαθλίωση του κλάδου.

Ειδικά οι αμοιβές των νέων συναδέλφων οριακά επαρκούν για στέγαση και κοινόχρηστα (νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί πέρυσι στη Ρόδο έμεναν στο Κάμπινγκ πληρώνοντας 15-20€ την ημέρα, δεδομένου ότι τα φθηνότερα airbnb κόστιζαν 50-60€). Οι μισθοί των Ελλήνων εκπαιδευτικών βρίσκονται στις χαμηλότερες θέσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής ένωσης (25η θέση η χώρα μας στους 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Όσον αφορά το σύνηθες –και κακόπιστο στην κοινότοπη επανάληψή του– επιχείρημα ότι οι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα έχουν τεράστιο χρόνο διακοπών, εύκολα αντικρούεται αν κάποιος ενημερωθεί για τον χρόνο διακοπών των συναδέλφων εκπαιδευτικών του εξωτερικού. Με όλα αυτά, διόλου τυχαία δεν είναι η μαζική συνταξιοδότηση που παρατηρείται στον κλάδο και η απίστευτη υποβάθμιση των καθηγητικών σχολών (εισαγωγή και με μέσο όρο 8,5-9), τα αποτελέσματα της οποίας θα φανούν εν καιρώ και θα είναι τραγικά.

Και κάπου εδώ, είμαι σίγουρη, πως θα κατηγορηθώ για μεροληψία υπέρ του κλάδου μου. «Μα οι καθηγητές είναι καθ’ όλα σωστοί; Επαρκώς ενημερωμένοι;», «έχουν συναίσθηση της αποστολής τους;», «πληρούν τις προδιαγραφές μιας διαρκώς εξελισσόμενης κοινωνίας;» κ.τ.λ. Στα σχεδόν 30 χρόνια υπηρεσίας μου έχω συνεργαστεί και έχω γνωρίσει πάνω από 300 εκπαιδευτικούς (μόνιμους και αναπληρωτές, ώριμους σε ηλικία και νέους). Και έχω να πω ότι, ναι, υπάρχουν καθηγητές που δεν «αξίζουν» να βρίσκονται στα σχολεία. Καθηγητές προβληματικοί, χωρίς καμιά ευελιξία όχι υποχωρητικότητα–, που προτάσσουν το ανασφαλές Εγώ τους μπροστά στη μαθητική πολυπλοκότηταˑ καθηγητές αδιάφοροι, που εκμεταλλεύονται το γράμμα του νόμου προς όφελός τους (συνάδελφός μου πριν 20 περίπου χρόνια είχε εξαντλήσει σχεδόν όλες τις «νόμιμες» άδειες που μπορούσε να πάρει κατά τη σχολική χρονιά, συνολικά 36 ημερών –γονικές, κανονικές, φοιτητικές, αναρρωτικές κ.τ.λ.)ˑ φιλόλογοι που δεν ήξεραν όχι τον Στάινερ ή τον Ρολάν Μπαρτ, αλλά ούτε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη. Αρκετοί, κυρίως νέοι συνάδελφοι, δεν διαβάζουν. Και αυτό το λέω χωρίς να αναπαράγω την υπεροχή του Εγώ έναντι των άλλων. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί το γεγονός ότι ενώ αυξάνονται γεωμετρικά τα τυπικά προσόντα τους (μεταπτυχιακά, σεμινάρια, βεβαιώσεις σεμιναρίων, ακόμα και διδακτορικά), τα ουσιαστικά (βαθιά γνώση του αντικειμένου, αγάπη για τα παιδιά, μεταδοτικότητα και διαρκής προσωπική ανατροφοδότηση) εκλείπουν. Είναι σχεδόν απίστευτο εκπαιδευτικός με πέντε σελίδες βιογραφικό πλήρες προσόντων, να μη μπορεί να συντάξει μια απλή πράξη στο πρακτικό! Επιπλέον, από πολλούς νέους συναδέλφους δεν υπάρχει διάθεση «μαθητείας», όχι γιατί θεωρούν εαυτόν μοναδικό και αυτόφωτο αλλά λόγω κούρασης και μιας εδραιωμένης αίσθησης ματαιότητας. ΟΜΩΣ: Η πλειονότητα των εκπαιδευτικών είναι επαρκής για τη δύσκολη εκπαιδευτική διαδικασία. Και υπάρχει και ένα μεγάλο ποσοστό, εμπειρικά θα έλεγα γύρω στο 20-30%, που πραγματικά θεωρώ τιμή μου που δούλεψα μαζί τους.

Αναφορικά με τη διοίκηση και την επιλογή διευθυντών, τα πράγματα έχουν χειροτερέψει. Τα κριτήρια επιλογής σε μεγάλο βαθμό είναι άσχετα με το αντικείμενο της ηγεσίας της σχολικής μονάδας. Μοριοδοτούνται κάθε είδους σπουδές, σεμινάρια ή δράσεις που δεν σχετίζονται με την ικανότητα συντονισμού, διοικητικής επάρκειας, επικοινωνίας και συνεργασίας, προσόντα που συνιστούν προϋποθέσεις για τη διοίκηση της σχολικής μονάδας. Εν ολίγοις δεν αξιολογείται επαρκώς η πραγματική διοικητική αποτελεσματικότητα του διευθυντή (καλή λειτουργία του συλλόγου καθηγητών, απουσία συγκρούσεων, σωστή και δίκαιη αντιμετώπιση καθηγητών, μαθητών, συνεργασία με γονείς, διαχείριση κρίσεων, δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και όχι φόβου κ.τ.λ.). Πρόκειται για ένα μοντέλο διοίκησης που πάσχει από έλλειψη διαφάνειας, υπερβολική έμφαση στα τυπικά προσόντα, γραφειοκρατία και συγκεντρωτισμό.

Οι περιπτώσεις αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας από μέρους της διοίκησης είναι μια νέα πραγματικότητα που έχει παγιωθεί τα τελευταία χρόνια. Μέσω της αξιολόγησης, των δεικτών, των στόχων κ.τ.λ. επιβάλλεται ένα κλίμα λογοδοσίας και ελέγχου που αφενός περιστέλλει την παιδαγωγική ελευθερία των εκπαιδευτικών, αφετέρου προκαλεί άγχος. Και εδώ αναφέρομαι περισσότερο στην ηγεσία των διευθύνσεων εκπαίδευσης παρά στον διευθυντή της σχολικής μονάδας. Αρκεί μια καταγγελία ενός γονέα ή του 15μελούς για να κινητοποιηθεί ένας μηχανισμός παρεμβάσεων, συχνά αντιπαιδαγωγικών και άδικων, αναλόγως βέβαια και με το ποιόν του διευθυντή διεύθυνσης.

[Δεν θα ξεχάσω, προ τριών ετών, ύστερα από μεθοδευμένη κομματικά και αστήρικτη καταγγελία του 15μελούς για έλλειψη συνεργασίας με τη διεύθυνση, να ορμά (στην κυριολεξία) ο διευθυντής της ΔΕΔΑ – ο οποίος μόνο σε ένα σχολικό έτος είχε διενεργήσει 36 ΕΔΕ (!) σε συναδέλφους– και να φέρεται στη διευθύντρια αλλά και σε ολόκληρο τον σύλλογο απίστευτα προσβλητικά, ακυρώνοντας το εκπαιδευτικό έργο μας μπροστά στους μαθητές! Ο εν λόγω κύριος, η πολιτεία του οποίου ήταν γνωστή όπου είχε υπηρετήσει, τον επόμενο χρόνο προήχθη].

Και ερχόμαστε στα προβλήματα των προγραμμάτων σπουδών, προγράμματα που τις περισσότερες φορές βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τα σχολικά εγχειρίδια. Η ύλη πολλών μαθημάτων στο Λύκειο είναι υπερβολική και δύσκολη, γεγονός που «εγκλωβίζει» τους μαθητές σε μηχανιστική και επιφανειακή γνώση.

(Ας πάρουμε το μάθημα της Ιστορίας ανθρωπιστικού προσανατολισμού που διδάσκω χρόνια. Το βιβλίο του εν λόγω μαθήματος διδάσκεται περίπου επί 25 χρόνια και περιέχει θεματική ιστορία – οικονομική, πολιτική κ.τ.λ., πράγμα που απαιτεί πρότερη γνώση γεγονοτολογικής ιστορίας και εξασκημένη κρίση. Μαθητές που δεν γνωρίζουν πότε ξεκίνησε ο Α’Π.Π και μεταξύ ποιων, καλούνται να κατανοήσουν την Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, τον διχασμό και τον θεωρητικό δανεισμό του 1917).

Τι να πρωτοδιαπιστώσει κανείς; Τη συσσώρευση πληροφοριών στη θέση της ενεργητικής μάθησης; την κατάργηση των project που καθιστούσε τη μάθηση πιο «ευρύχωρη» και συνεργατική; την απουσία καλλιτεχνικών μαθημάτων, όπως η Ιστορία της Τέχνης που διδασκόταν, έστω κατ’ επιλογήν, πριν 10-15 χρόνια; Τον απόλυτο προσανατολισμό του Λυκείου στις πανελλαδικές και την ακύρωσή του ως σχολείου γενικής παιδείας; Την απουσία σωστού επαγγελματικού προσανατολισμού (διδάσκεται μόνο στο Γυμνάσιο) που ίσως κατηύθυνε αρκετούς μαθητές/τριες σε άλλους επαγγελματικούς τομείς, πέραν των κορεσμένων; Την υποβάθμιση της επαγγελματικής-τεχνικής εκπαίδευσης, που θα μπορούσε, εάν επανασχεδιαζόταν, να λειτουργήσει θετικά για τη νεολαία;

Αρκούν αυτά. Άλλωστε, το να καταγραφούν όλα τα προβλήματα του Λυκείου εις βάθος, υπερβαίνει κατά πολύ τον στόχο αυτής της προσωπικής κατάθεσης.

Κάθε 1η Σεπτεμβρίου χιλιάδες εκπαιδευτικοί καλούμαστε να δώσουμε το παρόν. Με πολυπληθή τμήματα, χωρίς ειδικούς επιστήμονες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στους μαθητές/τριες μας (ψυχολόγους, βιβλιοθηκονόμους, ειδικούς του Επαγγελματικού προσανατολισμού), με πολλά κενά καθηγητών τα οποία θα καλυφθούν μήνες μετά, με γραφειοκρατία, με συνολική αξίωση για αξιολόγηση (στην οποία ο κλάδος, καταρχήν, δεν είναι ενάντιος) μολονότι είμαστε, ίσως, οι μοναδικοί επαγγελματίες που καταλαμβάνουν αξιοκρατικά τις θέσεις τους, απαξιωμένοι οικονομικά έως και νεόπτωχοι, με έναν συνδικαλιστικό φορέα που χρόνια πάσχει από ιδεολογικές αγκυλώσεις… οι «συνήθεις ένοχοι» για πάσαν νόσον και …αμαρτίαν.

Και φέτος την 1η Σεπτεμβρίου θα είμαστε στις θέσεις μας.

Για να στηρίξουμε το δημόσιο Λύκειο.

Υ.Γ. Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Δημοσθένη Σταυράκη (διευθυντή Λυκείου εν ενεργεία), Ηρακλή Παπαγιάναρο (Συνταξιούχο Διευθυντή) και κυρίως τους συναδέλφους μου Δημήτρη Παριώτη και Σμαράγδα Ευαγγέλου για τις συζητήσεις μας (πάλι και π ά λ η) που αφορούν την εκπαίδευση.

⸙⸙⸙

[Η Αγγελική Πεχλιβάνη είναι φιλόλογος, υποδιευθύντρια του Λυκείου Νέας Περάμου Αττικής.]

Κύλιση στην κορυφή