Γιάννης Παρίσης

Πού βαδίζει η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας;

Απαντώντας χωρίς περιστροφές και χωρίς κανέναν άλλο πρόλογο: πουθενά! Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα βαδίζει στα σκοτεινά και βρίσκεται σε πολύ κακό δρόμο. Ποιος θεσμός, άλλωστε, λειτουργεί στη χώρα μας όπως θα έπρεπε, προς όφελος των πολιτών; Σχεδόν κανένας. Γιατί η εκπαίδευση να αποτελεί εξαίρεση; Δεν πρέπει, φυσικά, να μας ξεγελά ότι υπάρχουν πολύ καλά σχολεία, εξαιρετικοί διευθυντές, πολλοί φιλότιμοι, εργατικοί, δραστήριοι και δημιουργικοί εκπαιδευτικοί αλλά και πολλοί καλοί μαθητές. Πάντα θα υπάρχουν. Αυτό δεν αλλάζει ούτε στο ελάχιστο τη συνολική εικόνα της εκπαίδευσης στη χώρα μας, που είναι απογοητευτική. Όπως έχει τονίσει εδώ και δεκαετίες ο Roman Jakobson, σημασία έχει η «δεσπόζουσα» (dominant), η κυρίαρχη τάση, αυτή που δίνει τον τόνο, και όχι οι μεμονωμένες περιπτώσεις, όσες κι αν είναι.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, αυτή τη «δεσπόζουσα». Οι συντελεστές της εκπαίδευσης είναι οι υποδομές, οι μαθητές, οι γονείς τους και οι εκπαιδευτικοί. Στο τετράγωνο αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την Πολιτεία. Στη χώρα μας, η εκπαιδευτική διαδικασία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ρυθμίζεται αυστηρά από την Πολιτεία ως και την τελευταία λεπτομέρεια. Τα τελευταία χρόνια, λοιπόν, τα προβλήματα συσσωρεύονται τόσο για κάθε συντελεστή χωριστά όσο και για τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους.

Για τις κάθε είδους υποδομές δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Είναι βέβαιο ότι το ζήτημα αυτό δεν αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που θα έπρεπε και οι υπάρχουσες υποδομές δεν μπορούν να υποστηρίξουν ένα σύγχρονο σχολείο. Όσο για τους γονείς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γίνονται όλο και πιο παρεμβατικοί και απαιτητικοί, με εντελώς λανθασμένο τρόπο, ζημιώνοντας και τα παιδιά τους και την εκπαίδευση, προκαλώντας αντιπαλότητα, εντάσεις και αντιδράσεις αδιέξοδες. Από την πλευρά τους, τα σημερινά παιδιά δυσκολεύονται καθημερινά όχι μόνο μαθησιακά, αλλά και σε επίπεδο συμπεριφοράς και κοινωνικοποίησης. Οι λόγοι είναι γνωστοί, αν και συνήθως αποφεύγουμε να τους θίξουμε: δυσλειτουργικές οικογένειες σε μία δυσλειτουργική κοινωνική καθημερινότητα, «τεχνολογική μοναξιά», έλλειψη οράματος για το μέλλον, αδυναμία για σοβαρή προσπάθεια και στόχους, εύκολη απογοήτευση κτλ. Για να μπορέσουν τα παιδιά να ξεπεράσουν αυτές τις δυσκολίες, είναι απαραίτητο τόσο η οικογένεια όσο και η εκπαίδευση να ξαναγίνουν θεσμοί με ισχυρή επίδραση.

Ισχυρή εκπαίδευση, όμως, σημαίνει καθηγητές με κύρος, αφοσιωμένους στο σχολείο και τους μαθητές τους, χωρίς τα σοβαρά προβλήματα επιβίωσης που έχουν αυτή τη στιγμή. Σημαίνει, επίσης, καλές σχέσεις συνεργασίας μεταξύ τους, καθώς και με τα στελέχη της εκπαίδευσης. Οι λέξεις-κλειδιά επιβάλλεται να είναι «εμπιστοσύνη», «συνεργασία», «σταθερότητα» και όχι ανταγωνισμός και αβεβαιότητα που ισχύουν τώρα. Η εκπαίδευση δεν είναι ένας τομέας στον οποίο πρέπει να αγωνιούμε για απόλυτα μετρήσιμες διαδικασίες και αποτελέσματα, διότι βασίζεται στην αλληλεπίδραση των ανθρώπων· κι αυτή η αλληλεπίδραση δεν επιτρέπεται να στηρίζεται σε εντολές, πιέσεις, προθεσμίες ή γραφειοκρατικές διαδικασίες χωρίς τέλος, κάτι που πρέπει επιτέλους να αντιληφθεί η Πολιτεία και να πάψει να δημιουργεί ασφυκτικό κλίμα στα σχολεία.

Όλα τα παραπάνω συνδιαμορφώνουν μία πολύ δύσκολη καθημερινότητα στα σχολεία μας, που εύκολα στρέφει κάθε πλευρά εναντίον των υπολοίπων, απογοητεύει και τελικά οδηγεί σε απαξιωτικές καταστάσεις. Ωστόσο, αν υπάρχει βούληση και αποφασιστικότητα, όλα μπορούν να ξεπεραστούν. Αρκεί πρώτα να συνειδητοποιήσουμε ότι οι επιμέρους αποσπασματικές παρεμβάσεις δεν βοηθούν· και να διαμορφώσουμε ένα συνολικό όραμα για την εκπαίδευσή μας, με βάση το οποίο θα έχουμε συμφωνήσει να κινηθούμε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξάλλου, το όραμα αυτό δεν μπορεί να διαμορφωθεί μέσα σε κλειστά γραφεία από λίγους· αντιθέτως, πρέπει να προκύψει με τη συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας και, κυρίως, των μάχιμων εκπαιδευτικών που κάθε μέρα μπαίνουν στην τάξη. Ένα τέτοιο όραμα θα οδηγήσει σε μία αληθινή μεταρρύθμιση.

Το όραμα αυτό θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να υποστηριχθεί υλικά. Αυτό αφορά τόσο τις υποδομές όσο και τις αμοιβές των καθηγητών. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, δεν είναι δυνατόν να διορθωθεί τίποτα άλλο. Προφανώς, αυτό θα έχει ένα κόστος αρκετά υψηλό. Πράγματι, η εκπαίδευση απαιτεί χρήματα. Πολλά χρήματα. Μακροπρόθεσμα, όμως, η επένδυση στους ανθρώπους – γιατί αυτό είναι η εκπαίδευση – αποδεικνύεται η πλέον αποδοτική, ιδιαίτερα για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα.

Στη συνέχεια, πρέπει ορισμένες από τις τυπικές εκπαιδευτικές διαδικασίες να αναμορφωθούν πλήρως, διότι έχουν παραμείνει στο παρελθόν, ενώ ο τρόπος που ζούμε έχει αλλάξει άρδην. Πιο συγκεκριμένα, οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες γίνεται κάποιος καθηγητής, δηλαδή τόσο οι σπουδές όσο και το σύστημα διορισμών, έχουν ξεπεραστεί από την πραγματικότητα και πρέπει να αλλάξουν ριζικά, με βασικό στόχο οι εξωτερικές συνθήκες να μη λειτουργούν ανασταλτικά και να έχουμε καθηγητές που έχουν επιλέξει το επάγγελμα και όχι κάποιους που το ασκούν επειδή δεν είχαν άλλη διέξοδο. Μαζί με αυτά, είναι βέβαιο ότι πρέπει να αλλάξει ο τρόπος επιλογής των στελεχών της εκπαίδευσης.

Το τρίτο βήμα αφορά το περιεχόμενο της εκπαίδευσης: τι διδάσκουμε σε κάθε τάξη και πώς; Ποια μαθήματα, με ποια βιβλία, με ποιους στόχους και με ποιους τρόπους; Προφανώς, αυτό είναι και το πιο δύσκολο σημείο, που απαιτεί μεγάλη συζήτηση και προβληματισμό και δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί εδώ. Εύκολα πάντως μπορούμε να φανταστούμε την κεντρική διαφωνία: πρέπει να προσανατολιστεί το περιεχόμενο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην αγορά εργασίας και στο χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής ή πρέπει να προσφέρουμε στις επόμενες γενιές αληθινή γενική παιδεία και καλλιέργεια;

Όταν αυτά τα τρία βήματα θα έχουν υλοποιηθεί, τότε θα είναι πιο εύκολο να συζητήσουμε τις παρεμβάσεις που είναι απαραίτητες στην καθημερινότητα του σχολείου: μαθησιακή, διδακτική διαδικασία, εξωδιδακτικές δραστηριότητες κάθε είδους, σχέσεις μεταξύ καθηγητών και μαθητών, μαθητών μεταξύ τους, μεταξύ συναδέλφων, ρόλος του διευθυντή, συνεργασία με τους γονείς των μαθητών και ρόλος των γονέων με σαφή όρια, εξίσου σαφή όρια για τη συμπεριφορά των μαθητών, εξεταστικές διαδικασίες όλων των ειδών κ.τ.λ. Σε όλα αυτά χρειάζονται διευθετήσεις και αλλαγές ριζικές, οι οποίες όμως θα πρέπει να έχουν έναν βασικό στόχο: να ενισχύουν καθημερινά το κύρος και την αξιοπιστία της εκπαιδευτικής διαδικασίας, του σχολείου και των διδασκόντων. Μόνο αν οδηγηθούμε σε αυτό το σημείο, θα έχουμε ένα σχολείο έτοιμο να επιτύχει σοβαρά μαθησιακά και εκπαιδευτικά αποτελέσματα.

Θα μπορέσουμε, άραγε, να φτάσουμε σε κάποιες από τις απαραίτητες αυτές αλλαγές, αφού πρώτα τις διατυπώσουμε ως συγκεκριμένες προτάσεις και μελετήσουμε διεξοδικά τη σταδιακή εφαρμογή τους; Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος, για τρεις βασικούς λόγους.

Ο πρώτος έχει να κάνει με τη νοοτροπία που έχουμε ως κοινωνία γενικά, αλλά και ως εκπαιδευτική κοινότητα ειδικά: δεν μας αρέσει να παραδεχόμαστε αδυναμίες, λάθη, αβλεψίες, κακό σχεδιασμό· προτιμάμε να τα κουκουλώνουμε και να παριστάνουμε ότι όλα πάνε καλά. Στην εκπαίδευση, αυτό κάνουμε εδώ και χρόνια. Και μάλλον θα συνεχίσουμε.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο θεσμός της εκπαίδευσης δεν αποτελεί ποτέ προτεραιότητα καμίας εξουσίας. Ο λόγος είναι πολύ απλός: κάθε ουσιαστική αλλαγή στην εκπαίδευση αποδίδει μόνο μακροπρόθεσμα και σίγουρα μετά την ημερομηνία των επόμενων εκλογών, που συγκεντρώνει το μοναδικό ενδιαφέρον κάθε εξουσίας. Οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά δεν θα μπορούσαν να είναι η εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Φυσικά, επειδή πρέπει να δείξουν κάποιο έργο και στον τομέα της εκπαίδευσης, προτείνουν κα εφαρμόζουν διάφορες επιφανειακές αλλαγές δευτερεύουσας σημασίας, τις οποίες πάντοτε βαφτίζουν «μεταρρυθμίσεις», συνήθως για ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο και εύκολα αποκτούν δημοσιότητα, όπως για παράδειγμα οι πανελλήνιες εξετάσεις.

Η εξουσία αναγκάζεται να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (ή με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα) μόνο όταν νιώσει την πίεση της κοινωνίας· κι αυτό μας φέρνει στον τρίτο λόγο απαισιοδοξίας: εδώ και αρκετό καιρό, η ελληνική κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για την εκπαίδευση παρά μόνο φαινομενικά, δεν την απασχολεί η αλλαγή και η βελτίωση, δεν εστιάζει στην ουσιαστική γνώση· νοιάζεται μόνο για την εξαργύρωση της υποτιθέμενης γνώσης σε εργασία και, κυρίως, σε χρήμα. Επομένως, ποτέ δεν θα πιέσει την όποια εξουσία για το ζήτημα αυτό.

Αν όμως ισχύουν όλα αυτά, από πού θα μπορούσε να προέλθει το αίτημα για μεταρρύθμιση και αλλαγή ουσιαστική; Αποκλειστικά και μόνο από τους μάχιμους εκπαιδευτικούς. Αρκεί, φυσικά, να καταφέρουν να ξεπεράσουν την αγωνία της επιβίωσης αλλά και τον ατομικισμό της εποχής μας και να δράσουν συλλογικά και συνειδητοποιημένα. Είναι ο μοναδικός τρόπος.

⸙⸙⸙

[Ο Γιάννης Παρίσης είναι φιλόλογος στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, Pierce.]

Κύλιση στην κορυφή