«Χρόνος που όσο και να περνά δεν χάνεται
αλλά διαρκεί στα ίχνη της συγκινήσεως».
Σ. Ρ.
Στις 10 Αυγούστου έφυγε από τη ζωή ο συγγραφέας Στέλιος Ράμφος (1939-2026). Με παρουσία για πάνω από μισό αιώνα στα Γράμματα, επιχείρησε μια ερμηνευτική του Νέου Ελληνισμού. Ταυτόχρονα είχε ισχυρή παρουσία ως δημόσιος διανοούμενος, με πυκνές παρεμβάσεις στον Τύπο.
Αφετηριακή θέση του συγγραφέα: η σύγχρονη Ελλάδα είναι «ναυάγιο» σε έναν κόσμο (της Δυτικής Νεωτερικότητας), που εν πολλοίς δεν γεννήθηκε από τα σπλάχνα της. Δεν συμμετείχε στη Γένεση του.
Ο Ράμφος πίστευε πως ένας πολιτισμός παρακμάζει όταν τα σύμβολά του αυτονομούνται, χάνοντας την επαφή τους με την πραγματικότητα. Τότε, αντί να αιμοδοτούν τα άτομα πνευματικά στον ανοιχτό ορίζοντα της δημιουργίας, λειτουργούν εκ των ένδον υπονομευτικά, υποβάλλοντας εσχατολογικές ελπίδες άμεσης σωτηρίας (βλέπε φυγής από την ανυπόφορη πραγματικότητα) και αγκυλώνοντας το άτομο στη θαλπωρή της ομάδας.
Όχι ότι δεν υπάρχει εξέλιξη σε αυτή την περίπτωση. Όμως είναι προϊόν κλειστού ορίζοντα. Τα άτομα εξατομικεύονται ως προς το Εγώ τους, που τώρα πια δεν θεωρείται «αμαρτωλό» ως εγωιστικό όπως ήθελε η Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά ο εαυτός τους ανήκει ακόμα στην ομάδα. Έχουμε μια «διεστραμμένη» εξατομίκευση. Σύμπτωμα μιας παράδοσης που έχει επιλέξει την αιωνιότητα αντί του ιστορικού χρόνου και που αντιστέκεται εσωτερικά.
Το «πρόβλημα» της Ιστορικότητας κυριαρχεί από τις πρώτες του δημοσιευμένες μελέτες. Στο πρώτο βιβλίο που δημοσίευσε στις αρχές του 1975, με τίτλο Τόπος Υπερουράνιος, αναφέρεται στις άκαρπες Βυζαντινές Αναγεννήσεις που δεν έφεραν στο ιστορικό προσκήνιο το δικό τους άτομο. Αυτό που διαφοροποιεί τα πρώιμα έργα του συγγραφέα από τα μετά το 1994 (Πελεκάνοι Ερημικοί) είναι μια πιο ανοιχτή ματιά στο σύγχρονο δυτικό υποκείμενο (στο οποίο αρχικά εντόπιζε μόνο αρνητικά στοιχεία σε αντιδιαστολή με το πρόσωπο της Ανατολικής Παράδοσης) και μια πιο εστιασμένη απόπειρα να ερευνηθούν και να κατανοηθούν οι λόγοι που παρεμπόδισαν και τελικά απέτρεψαν τη δημιουργία υποκειμένου στη δική μας παράδοση.
Αυτή η μορφολογική αντίληψη που υποβαστάζει την αφετηριακή θέση του συγγραφέα μπορεί να αναχθεί σε διαφορετικές εμβιώσεις του χρόνου. Ένας πολιτισμός παρακμάζει όταν οι «μορφές» του κλείνουν τους πόρους τους στον χρόνο, επιλέγοντας τη στατικότητα της αιωνιότητας. Όταν τα σύμβολα υποκαθιστούν τα συμβολιζόμενα. «Θεραπεία» σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με τον Ράμφο, θα συνιστούσε ο «εμβαπτισμός» των συμβόλων της στατικής παράδοσης στον ιστορικό χρόνο. Κάτι που εξηγεί και την επιλογή του να υπηρετήσει το συγκεκριμένο αίτημα μέσα από την ερμηνευτική φιλοσοφία. Στον πυρήνα της ερμηνευτικής του εντοπίζεται η διάκριση ενθύμησης-ανάμνησης. Στην απλή ενθύμηση τα περασμένα συμβάντα κατοικούν αποκλειστικά στο παρελθόν κι εμείς τα νοσταλγούμε. Στην ανάμνηση τα ζωντανεύουμε στο εκάστοτε δικό μας παρόν. Ζωντανό παρόν, που κρατάει τη λάμψη των περασμένων, το νόημα τους στο τώρα. Το ίχνος της συγκίνησης που διαρκεί και ανοίγει το μέλλον. Έχουμε δηλαδή μια ερμηνευτική της ανάμνησης, μια ερμηνευτική της διάρκειας.
Θα μπορούσε κανείς να ασκήσει κριτική στο ερμηνευτικό μοντέλο του Στέλιου Ράμφου σε πολλά επίπεδα. Θα μπορούσε να αμφισβητήσει την αφετηριακή του θέση-διάγνωση ότι η Ελλάδα είναι ένα ναυάγιο στον σύγχρονο κόσμο. Θα μπορούσε να ασκήσει κριτική στα γενικευτικά σχήματα με τα οποία προσεγγίζει το αντικείμενο του και, επιπλέον, να αμφισβητήσει την αιτιολογία που μας προσφέρουν για τα σημερινά προβλήματα. Ότι η ερμηνευτική του προσέγγιση είναι αυστηρά ιδεοκρατική και δεν αναγνωρίζει τους υλικούς όρους και τον ρόλο των πρακτικών στη διερεύνηση των φαινομένων. Ή να εντοπίσει τα όρια του ερμηνευτικού σχήματος του συγγραφέα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και την αξία του.
Μια πιθανή απάντηση στις διάφορες ενστάσεις θα μπορούσε να είναι: καταρχάς το έργο του Ράμφου, ως έργο ερμηνευτικής φιλοσοφίας, δεν αναζητεί τα αίτια, τις αιτίες που προκάλεσαν το α ή το β συμβάν, αλλά τους λόγους, τον πνευματικό ορίζοντα που παρεμπόδισε ή διευκόλυνε τη μετάβαση στην Ιστορικότητα και τη γένεση υποκειμένου από τη δική μας παράδοση.
Η πρώτη ένσταση στην «εικόνα» της σύγχρονης Ελλάδας ως ναυαγίου στη Δυτική Νεωτερικότητα, συγγενεύει με τη μεταφορά του μισογεμάτου ή μισοάδειου ποτηριού. Εσύ εντοπίζεις μόνο αδυναμίες, εμείς βλέπουμε τα θετικά του καταλογίζουν. Για να είναι δραστική αυτή η κριτική θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο συγγραφέας έχει μια αποκλειστικά «πεσσιμιστική» αντίληψη για την Ελλάδα, που τον «τυφλώνει» και δεν αναγνωρίζει τα θετικά.
Η εστίαση στις παθογένειες δεν γίνεται αυτοτιμωρητικά, έχει τη βάση της στην αντίληψη του Ράμφου ότι η όποια «εξέλιξη» υπονομεύεται εκ των ένδον από την ανανάπτυκτή μας εσωτερικότητα. Οι ενστάσεις ότι το ερμηνευτικό του σχήμα έχει αποκλειστικά ιδεοκρατικό επιστημολογικό στάτους, θα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι ανίκανο να «συνεργαστεί» δημιουργικά με άλλες προσεγγίσεις, προσφέροντας μια πιο συνθετική εικόνα των υπό εξέταση φαινομένων.
Το ίδιο το έργο με την ύπαρξή του δοκιμάζει έως αμφισβητεί τα όρια του τι είναι επιστημονικό ή θεμιτό στην έρευνα των πεδίων που προσεγγίζει. Πολλοί καθηγητές φιλοσοφίας αλλά και ιστορικοί επιστήμονες, ψυχαναλυτές ή κοινωνικοί ανθρωπολόγοι κρατούν αποστάσεις από τη μεθοδολογία και τα πορίσματα της ερμηνευτικής του Ράμφου, ελέγχοντάς την για παραβίαση των ορίων τού τι είναι θεμιτό στην εργασία τους. Διακρίνουν μια αυθαιρεσία, λογικά άλματα και «ποιητικότητα» στη διαχείριση του υλικού του, ξένη προς το τι θεωρείται επιστημονικό ή ακαδημαϊκό έργο.
Συχνά όμως είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ξεκάθαρα τα όρια μεταξύ του τι είναι διανοητική και πνευματική τόλμη και πρωτοτυπία και τι αυθαιρεσία. Το βέβαιο είναι ότι ο συγγραφέας τόλμησε να θέσει ερωτήματα που ήταν αγνοημένα, σχεδόν «απαγορευμένα» από τη μεθοδολογία του εκάστοτε γνωστικού πεδίου. Ανέλαβε το ρίσκο της αποτυχίας. Έχεις την αίσθηση ότι χαρτογραφεί ένα πεδίο σχεδόν απάτητο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αυτός είναι και ο λόγος που τα έργα του δίνουν συχνά την αίσθηση ενός εργαστηρίου σκέψης, ενός ταξιδιού με αβέβαιη την έκβαση.
Θα ήταν πιο γόνιμο, νομίζω, τα ερωτήματα αυτά τόσο του έργου όσο και των κριτικών του να παραμείνουν ανοιχτά.
Αλλά και η παρουσία του Στέλιου Ράμφου στη δημόσια σφαίρα, με τις παρεμβάσεις του, ήταν εξίσου «αινιγματική». Κύριο μέλημά του, κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να ήταν μια εκλαΐκευση του φιλοσοφικού του έργου. Σίγουρα επιθυμούσε τη διάδοση των ιδεών του πέρα από έναν στενό κύκλο μαθητών.
Όμως το γραπτό του έργο έχει εγγενείς δυσκολίες, ακόμα και στην ανάγνωσή του –απαιτεί διανοητική και υπαρξιακή εμπλοκή– για να γίνει εύληπτο από ένα ευρύτερο κοινό, χωρίς τον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης.
Το ειδοποιό γνώρισμα των παρεμβάσεων του ήταν, νομίζω, ένας λόγος που χρησιμοποιούσε την ατάκα, το παραδοξολόγημα, για να «τραβήξει» την προσοχή του θεατή –τώρα τι θέλει να μας πει; – με στόχο να δει με φρέσκια ματιά, να δει «αλλιώς» μια κατάσταση που βιώνει. Πρόθεση του ήταν η αλλαγή «λογικής», να δει ο θεατής, ο ακροατής του, κάτι καθημερινό, κάτι εν πολλοίς κοινότοπο με διαφορετική ματιά, υπό άλλο πρίσμα. Να σκεφτεί κόντρα στις προκαταλήψεις του.
Δεν έφερνε επιχειρήματα στον δημόσιο διάλογο με σκοπό να πείσει τον αναγνώστη του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η λογική των πραγμάτων παραμένει σταθερή, τον πρώτο λόγο έχει ένα πειστικό επιχείρημα. Τα «όπλα» που έφερνε στο τραπέζι του διαλόγου δεν είχαν τον χαρακτήρα του επιχειρήματος, δεν διαβάζονται γόνιμα με αυτόν τον τρόπο. Γι’ αυτό και αν τα διαβάσεις κυριολεκτικά, σου φαίνονται πολλές φορές «ανόητα». Η αλλαγή «λογικής» ενέχει και τη μετοχή της βούλησης και του θυμικού, εκτός από του νου.
Ο δημόσιος λόγος είχε την πρόθεση να δημιουργήσει «ρωγμές» στο κυρίαρχο αφήγημα που καθοδηγούσε τον διάλογο. Δεν είναι βέβαιο ότι πάντα το κατάφερνε. Ειδικά τη δεκαετία της Ελληνικής Κρίσης, περίοδο που πύκνωσε τις δημόσιες παρεμβάσεις του, είχες την αίσθηση ότι ένας λόγος που μιλούσε σχεδόν μονοφωνικά για την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης, τον ρόλο των νοοτροπιών στη δημιουργία και το αδιέξοδο της κρίσης, έβρισκε θετικούς αποδέκτες συχνά αυτούς που ήταν έτοιμοι εξαρχής να συμφωνήσουν και αντίσταση ή αμφισβήτηση, που κάποιες φορές έφτανε στα όρια της λοιδορίας, από εκείνους που έθεταν από την αρχή τον εαυτό τους στην πλευρά των θυμάτων.
Ένας λόγος που αληθινά είχε την πρόθεση να αλλάξει «λογική» ο αποδέκτης του, χωρίς σχεδόν καμία αναφορά στον πόνο και τη δυστυχία των ευάλωτων πολιτών –ασχέτως αν την καρπώθηκαν πολιτικά οι λαϊκιστές δημαγωγοί, ως συνήθως– εύκολα μπορούσε να γλιστρήσει σε μια «απολογητική» της μνημονιακής πολιτικής και στον χαρακτηρισμό του φορέα του ως «καθεστωτικού» διανοούμενου. Τουλάχιστον αυτή ήταν η πρόσληψη του δημοσίου λόγου του στα χρόνια των μνημονίων από σημαντική μερίδα πολιτών.
Δεν είναι βέβαιο ότι έκανε «απολογητική»∙ πρόθεση του ήταν να δει ο ακροατής του και αυτή την κατάσταση κόντρα στις προκαταλήψεις του, με άλλη «λογική». Και φυσικά, το γεγονός ότι ενόχλησε πολλούς από μόνο του δεν φτάνει ως κριτήριο είτε αντισυμβατικότητας (δε μάσησε τα λόγια του, ανέλαβε το ρίσκο να εκτεθεί), είτε καταδίκης του ως οργανικού διανοούμενου (που ντύνει ιδεολογικά την πολιτική της ελίτ).
Το ερώτημα όμως παραμένει, πέρα από τις όποιες καλές προθέσεις, σε περίοδο κρίσης με σοβαρές ανθρωπιστικές συνέπειες αρκεί ο δημόσιος λόγος να εξαντλείται στην αφύπνιση της προσωπικής ευθύνης ενός εκάστου, αποφεύγοντας να μιλήσει για το ευαίσθητο θέμα των πραγματικών θυμάτων της κρίσης; Ναι, είναι μεγάλη αρετή στον δημόσιο λόγο η αποφυγή του λαϊκισμού. Και όντως ο Ράμφος ανέδειξε χαρακτηριστικά της κρίσης που απέφευγε είτε δεν εντόπιζε καν ο κυρίαρχος, γεμάτος στερεότυπα και έτοιμες απαντήσεις λόγος των διανοουμένων. Όμως, η «σιωπή» του για τα πραγματικά θύματα της κρίσης φανερώνει, ίσως και τα όρια μιας τέτοιας προσέγγισης.
Βρισκόμαστε και πάλι ενώπιον μιας α-πορίας. Θα ήταν προτιμότερο, νομίζω, να αποφύγουμε τις βιαστικές απαντήσεις, να αφήσουμε τα ερωτήματα σε εκκρεμότητα.
Το αόρατο νήμα που ενώνει, κατά τη γνώμη μου, τον γραπτό λόγο του συγγραφέα, το έργο του, με τις δημόσιες παρεμβάσεις του είναι η ερμηνεία του, η αντίληψή του για τις πλατωνικές ιδέες και την περιαγωγή της ψυχής, όπως αποτυπώνεται στον μύθο του σπηλαίου στην Πολιτεία. Οι πλατωνικές ιδέες, όπως τις αντιλαμβανόταν, δεν ήταν αφηρημένες έννοιες ενός πράγματος, αλλά το ίδιο το πράγμα στην «τελειότητά» του. Το ίδιο το πράγμα με όλες τις ροπές του. Και δεν μπορείς να τις αντικρύσεις με τις αισθήσεις σου αν δεν προηγηθεί «περιαγωγή της ψυχής». Αλλαγή της «λογικής» και σύνολης της ύπαρξης και όχι μόνο του νου, μια νέα στάση ζωής. Αυτό προϋποθέτει έναν καινούργιο χρόνο, που να ενώνει το νόημα του παρελθόντος στο ζωντανό παρόν και να ανοίγει δημιουργικά το μέλλον. Χρόνο διαρκείας.
Αυτήν την «περιαγωγή της ψυχής» επιχειρεί τόσο στις μελέτες του όσο και στις δημόσιες παρεμβάσεις του με διαφορετικούς τρόπους. Στην πρώτη περίπτωση έχει προ οφθαλμών τα φαινόμενα, τα «προβλήματα», και κινείται στην κατεύθυνση να παρουσιάσει το αντικείμενό του με όλες τις ροπές του, συμβάλλοντας στη βαθύτερη κατανόησή του. Στη δεύτερη περίπτωση ο λόγος επιχειρεί να δημιουργήσει «ρωγμές» στην κοινή λογική και τις προκαταλήψεις, να παρακινήσει τον ακροατή του να δει τα πράγματα με άλλη «λογική».
Οι φιλόσοφοι συνηθίζουν να διαχωρίζουν τη μεθεκτική από την αποστασιοποιητική στάση απέναντι στα πράγματα. Το ίδιο και οι επιστήμονες. Στην ερμηνευτική της διάρκειας, ο Στέλιος Ράμφος αποκαλύπτει τα πράγματα σε ένα νέο επίπεδο, σε έναν τόπο νοητό, όπου η θεωρία, άρα και η απόσταση από το αντικείμενο, συμπίπτει με την ολοκληρωτική του μέθεξη σε έναν καινούργιο χρόνο.
Βιωματική προϋπόθεση τόσο για την ερμηνευτική προσπέλαση του έργου του, όσο και για να παραμείνουν τα ερωτήματα που θέτει ζωντανά σε υπαρξιακό επίπεδο, είναι η αποδοχή και η συμφιλίωση με τα σκοτάδια μας, τις αβεβαιότητες, το άγνωστο.
Να αγαπήσουμε το «αλλιώς» και να το ζήσουμε.

