«Και δεν τους ζωγράφιζαν κι ούτε τους ιστόριζαν
όπως ήταν πράγματι, μον’ όπως έπρεπε να είναι∙
έτσι που να μένουν οι αρετές τους παράδειγμα
στις κατοπινές γενιές των ανθρώπων»
Μ. Θερβάντες, Δον Κιχώτης
Από τις 15 Αυγούστου μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 1939, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν φιλοξένησε στο σπίτι του στο Πρίνστον, τον Χέρμαν Μπροχ. Στις 3 Σεπτεμβρίου, ο Μπροχ, καθώς λαγοκοιμόταν το μεσημέρι στον καναπέ του σαλονιού, είχε ένα επεισόδιο υπνικής παράλυσης. Ακολουθεί η περιγραφή του επεισοδίου.
Προφανώς δεν μπορούσε να μιλήσει, ούτε να κουνηθεί. Έτριξε τα δόντια του μήπως τον ακούσει κάποιος και έρθει να τον ταρακουνήσει και τον ξυπνήσει, αν κοιμόταν βέβαια, γιατί δεν ήταν ύπνος αυτό που βίωνε αλλά ένα νοητικό τέναγος, στάσιμη αντίληψη, όχι αντίληψη, αποκάρωμα, τηλαυγής συνείδηση, αφού οριακά το εγώ του είχε επίγνωση του εαυτού του, πως είναι δηλαδή εγώ και όχι αυτό, τουτέστιν ένα αλλόθροο πράγμα, παρατηρήσιμο από το εγώ του, ένα αντικείμενο της εμπειρίας. Εν πάση περιπτώσει, βυθιζόταν όλο και περισσότερο σε αυτή την άωρη λήθη, όχι ακόμα ακέραιη λησμονιά, αλλά στο παρά κάτι, ον που υφέρπει, που φιδίζει, φιδίζει, ορίστε, και ύστερα να λένε για αυτόν πως δεν έχει χιούμορ, ειδικά ο επιστήμονας που του πετά διάφορά καλαμπούρια, καλαμπούρια, να κύριε επιστήμονα που μπορεί να μιλήσει σαν άνθρωπος και όχι σαν λεξικό, όπως συνήθιζε να τον κοροϊδεύει, τέλος πάντων, ον που καταδύεται αναδυόμενο στην άλλη πλευρά του νοήματος, και καθώς ξεπροβάλλει, συμμετέχει στο αχολόγημα των ψυχών που αναμένουν την αποσάρκωσή τους, τον καθαρισμό τους από την κακία που ριζώνει στο κρέας τους, περιμένοντας τη σειρά τους ώστε να εισέλθουν στον τροχό της αναγέννησης, όπως περιγράφει ο Βιργίλιος στο 6ο βιβλίο της Αινειάδας του, οπότε και αναγκάζει τον ήρωά του να ταξιδέψει στον Άδη ώστε να βρει τον πατέρα του. Και μόλις τον συναντά, στέκεται δίπλα του και τον ακούει να καταμετρά τις γενιές που θα έρθουν: Σύλβιος, Πρόκας, Αύγουστος, Τορκουάτος και ούτω καθεξής. Ο Αγχίσης προφητεύει το μεγαλείο της Ρώμης, όμως ο ίδιος δεν μπορούσε να μετρήσει τις γενιές των ορισμών που πρόκειται να ακολουθήσουν, γιατί είναι άπλερο το επέκεινα στο οποίο έδυε, μισότυφλο ον, ον που με εκατό γλώσσες και εκατό στόματα ακόμα δεν θα μπορούσε να το μεταφέρει ως μεταφορά –βεβαίως– στην ύπαρξή του, και εν τέλει αναρωτήθηκε αν κατόρθωνε να έχει στύση στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν, προσπάθησε να μεταφέρει όχι ως μεταφορά, τη σκέψη του σε μια γυναίκα, αλλά μάταια. Η μόρα, όπως την ονομάζουν οι απλοί άνθρωποι, λεηλατούσε τα κέντρα της κίνησης και του λογισμού του, οπότε καλύτερα ας παραδινόταν.
Αφού λοιπόν δεν μπορούσε να κουνηθεί ή να μιλήσει, αποφάσισε να συλλογιστεί ακόμα περισσότερο. Ένα το κρατούμενο: «Όλα τους πύρινη αλκή και άνωθεν κατάγονται. Η ύλη τα πλακώνει και στα βάθη τους πολύ καιρό λιμνάζουν κακά πολλά που ρίζωσαν εκεί κι έχουν μυστήριο τρόπο να πληθαίνουν». Ήταν βέβαιος για τις ορφικές υποδηλώσεις και τις πλατωνικές επιρροές του Βιργιλίου, οι οποίες αν μη τι άλλο γίνονταν φανερές στην υπονοούμενη φιλοσοφία του Ρωμαίου ποιητή. Γιατί, βέβαια, όταν υποστηρίζεις πως η μοχθηρία φύεται στο σώμα και πως η ψυχή είναι σπέρμα θεϊκό, ε, τότε αυτό σημαίνει πως ό,τι και να υποστηρίζει ο επιστήμονας, χώρος, ήγουν το σώμα, και χρόνος, ήγουν η ψυχή, δεν είναι ένα, αφού ο χώρος σαπίζει και φθείρεται, ενώ ο χρόνος παραμένει αγλαός και προοδεύων μέχρι τελικής νηφαλιότητας, έτσι δεν έχουν τα πράγματα; Άλλωστε η ύπαρξη του Θεού διασφαλίζει την ενότητα του χρόνου, καθώς αν υπάρχει έστω και μια συνείδηση με αυτοσυνειδησία, τότε υπάρχει και χρόνος, κάτι που δεν προϋποτίθεται για τον χώρο, ο οποίος υφίσταται ανεξαρτήτως της νόησης. Έπρεπε να θυμηθεί να του τα πει όλα αυτά μόλις έβγαινε από αυτό το α-νόητο, όμως νοήμων μη- αλλά και συν- κατοικείν, σαν να λέμε μη-συγκατοικείν, αφού και ήταν και δεν ήταν εκεί που είναι. Είναι που είναι πρόσθεση και αφαίρεση, όπως και να έχει, καλά να είναι ο άνθρωπος που τον φιλοξενεί στο σπίτι του, έστω και για λίγο, και του χρωστά χάρη, αλλά πολλές φορές τον εκνεύριζε όταν κάτω από το λευκό του μουστάκι σχηματιζόταν ένα ειρωνικό υπομειδίαμα, ενώ ταυτόχρονα τα λευκά του μαλλιά ανέμιζαν ακατάστατα από τον αέρα της εξοχής, κορυθαίολο Αλβέρτο τον είχε αποκαλέσει μια φορά, άλλη μια απόδειξη του χιούμορ του, έλεγε λοιπόν πως τον εκνεύριζε που δεν παραδεχόταν πόσο μεταφυσικός ήταν, παρά το γεγονός πως μετέφερε ως μεταφορά τη μεταφυσική του στις εξισώσεις∙ καμία διαφορά δεν είχαν αναμεταξύ τους∙ ο ένας ήταν μεταφυσικός συγγραφέας και ο άλλος μεταφυσικός επιστήμονας.
Το λοιπόν. Ακόμα δεν μπορούσε να αφυπνιστεί. Έτσι αποφάσισε να στοχαστεί πάνω στο έργο που δούλευε. H ζωή του Βιργιλίου. Ναι, έτσι θα το ονομάσει, αφού παρότι πεθαίνει στο τέλος ο Βιργίλιος, εν τούτοις, θα τον βάλει να υπεισέρχεται στο απυρήνωτο –μέχρι την είσοδο της εμπνεύματης αντίληψης– υπερβατικό, εκεί, στις όχθες του θανάτου, όχι όμως του πεπερασμένου υπομέρους του τέλους, αλλά στον αντεπιστέλλοντα χώρο της ίδιας σημασίας που σημαίνει θάνατος ευρύτερα, γιατί μετά τον θάνατο είσαι αθάνατος, το πεθαμένο δεν πεθαίνει, καθώς το μόνο που έχει ζωή, πραγματική ζωή, είναι αυτό που περνά στη μετά θάνατον ζωή, γιατί η ζωή δεν έχει θάνατο, είναι μόνο ενέργεια, μόνο πράξη. Και θα μπορούσε η τωρινή του κατάσταση παραλυσίας να θυμίζει αυτό που αναθίβαλλε, αλλά δεν μπορούσε να επεκταθεί σε όλο το φάσμα της αερσίλοφου πεδιάδας κάθε πιθανότητας, κάθε ορισμού, δεν βρισκόταν στο ζώπυρο Εν, αλλά σε μια μίμηση της ουσίας,μιας λειψανάβατης ουσίας, απαθούς και μη ερωτικής∙ ένα κενό, ένα τίποτα, σαν μια έγκυο άνευ εμβρύου.
Τέλος πάντων, πού είχε μείνει; Α ναι. Ένα το κρατούμενο: «Υπάρχουνε του Ύπνου πύλες δύο∙ κεράτινη η μία που βγαίνουν σκιές και όνειρα που λένε την αλήθεια. Η άλλη από πάλλευκο φίλντισι που λάμπει, και από δω του Άδη οι σκιές ψεύτικα όνειρα στέλνουν πάνω». Από αυτή την πύλη στέλνει ο Αγχίσης τον γιο του πίσω στους ζωντανούς, από τη θύρα των ψεύτικων ονείρων. Οι λιθόξεστες αλήθειες είναι τεχνητές, ήγουν ψεύτικες, να ξανά ο Πλάτωνας κυρ-Βιργίλιε, να στέλνεις το δημιούργημά σου από τον πυλωρό των ψευδών, άλλωστε τι είναι η τέχνη παρά η χωνεμένη εμπειρία, μάλιστα, η τέχνη είναι ίδια ένα αποπάτημα, μεταφορικά βεβαίως, είναι το αποτέλεσμα της χώνεψης, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, απλώς είναι προϊόν, απομακρυσμένο από την αμεσότητα, παράγωγο, και το ψέμα δεν αφορά το ψευδές αλλά την απόσταση, άρα κάθε αλήθεια που μεταφέρεται είναι μια μεταφορά, ένα ψέμα χωρίς αμαρτία, αν και όλοι είμαστε αμαρτωλοί, αμαρτάνουμε αρχαιοελληνικά, δηλαδή αποτυγχάνουμε να πετύχουμε τον στόχο, αυτό άλλωστε σήμαινε το ἁμαρτάνειν στους κλασικούς Αθηναίους. Και όταν είπε στον επιστήμονα πως αμαρτάνει αυτό εννοούσε, πως απέτυχε, αλλά εκείνος πίστεψε κρινόταν για την ευσέβειά του, πριν του αντιγυρίσει πως το Σύμπαν του είναι σαφώς ρυθμισμένο. «Εδώ είναι η χώρα των σκιών, του ύπνου και του λήθαργου της νύχτας», του ανταπάντησε με Βιργίλιο καθώς έβαζε τον Αινεία να φτάνει στη Στύγα, και πίστεψε πως τον αποστόμωσε, αφού το Σύμπαν του επιστήμονα παραμένει θεοσκότεινο, μελανείμον, ρυθμισμένο μέσα στο έρεβος με το νόημα ως ψυχάρι να φτερουγίζει μακριά από αυτό το Σύμπαν, γιατί αν και υπαινίσσεται μια αρχή ο επιστήμονας, δεν προβλέπει κάποιον σκοπό, και για να λέμε την αλήθεια, συλλογίσθηκε, ένας Θεός μηχανή δεν είναι Θεός, αλλά ένα αυτόματο, όπως οι μηχανές υφαντουργίας που είχαν οι γονείς του στο εργοστάσιο, το οποίο ευτυχώς και ξεπούλησε και τώρα μπορούσε να σκέφτεται και να γράφει.
Όπως και να έχει, κροτάλισε ξανά τα δόντια του, αλλά φαίνεται πως όλοι στο σπίτι είχαν αποφασίσει να τον αφήσουν να αναπαυτεί χωρίς να τον ενοχλήσουν, πράγμα θετικό γενικά, αλλά αρνητικό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Προσπάθησε να σηκωθεί, όμως τον πλάκωνε το βάρος που μεταφορικά ζύγιζε όσο το βάρος της ύπαρξης∙ και το είχε ξαναπάθει, αλλά με διαφορετικό, πιο επείγοντα τρόπο, τότε που οι Ναζί τον είχαν φυλακίσει και ήταν βέβαιος πως θα τον σκότωναν. Το βράδυ της αναμονής κοιμήθηκε βαθιά και βρέθηκε σε μια κατάσταση οθνεία, όχι ύπνος, αλλά στον λεπτό μίσχο που ενώνει συνείδηση και ασυνείδητο. Μετασυνείδητη ζωή, ύπαρξη χωρίς μεσολαβήσεις, μια οιδαλέα επικράτεια, στρογγυλή, ένωση μέσω της παράδοσης του Είναι στο Ένα, αιώνιο με την αίσθηση του αιώνιου και όχι με το εφήμερο βίωμα που ο άνθρωπος δύναται να το συλλάβει. Και ευτυχώς δεν τον σκότωσαν, τον έσωσαν οι φίλοι του, μόνο και μόνο για να φτάσει τώρα να μη μπορεί να σηκωθεί από τον καναπέ και τέλος πάντων, πρώτον, πρέπει να καταφέρει να μεταφέρει στα γραπτά του εκείνο το αιώνιο ως αιώνιο και να επιτέλους κουνήθηκε λίγο το πόδι του.
⸙⸙⸙
[*Οι στίχοι της Αινειάδας που παρατίθενται με εισαγωγικά είναι από τη μετάφραση του Θ. Παπαγγελή (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 2019).]

