Μια υπόρρητη δυνατότητα ελπίδας
ως αποχαιρετισμός από τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά
Υπάρχει μια σπάνια κατηγορία διανοουμένων για τους οποίους η κοινωνιολογική σκέψη δεν συνιστά απλώς ένα επιστημονικό πεδίο, αλλά έναν τρόπο κριτικής κατοίκησης του κόσμου. Πρόκειται για διανοούμενους των οποίων το έργο αναγνωρίζεται όχι μόνο για την ερμηνευτική του ακρίβεια και τη διεισδυτικότητά του στη μελέτη της κοινωνίας, αλλά και για την αδιάκοπη, συχνά αγωνιώδη, προσπάθειά του να αναμετρηθεί με τις αντιφάσεις, τις αβεβαιότητες και τις αυταπάτες της. Είναι εκείνοι που, ενώ εκκινούν από τις υψιπετείς θεωρητικές εφορμήσεις και τη γοητεία των μεγάλων ιστορικών μετασχηματισμών, ενσωματώνουν στην πορεία εκείνες τις φαινομενικά απλές ποιότητες της καθημερινής ζωής οι οποίες, υπό την άνεση του αναστοχαστικού χρόνου, κάνουν τελικά τη διαφορά στις μεγάλες αναζητήσεις. Ιδέες που δεν παραμένουν εγκλωβισμένες στο θεωρητικό τους περίβλημα, αλλά διεισδύουν αθόρυβα στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σε σχέση με τους άλλους και με τον κοινό κόσμο.
Στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, έναν από τους πλέον αντιπροσωπευτικούς εκπροσώπους αυτής της κατηγορίας διανοουμένων, τέτοιες μετατοπίσεις αλλά και γεφυρώσεις είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές. Η κριτική της σύγχρονης κοινωνίας στο έργο του οργανώνεται πάντοτε γύρω από τις κοινωνικές δομές και το κοινωνικό συλλογικό υποκείμενο, χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζει την ενεργό δράση αλλά και τις αδυναμίες των ατόμων. Ερμηνεύοντας τις πολιτισμικές, οικονομικές και πολιτικές μεταβολές, η σκέψη του φθάνει σταδιακά σε ένα βαθύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει στον ίδιο τον κοινωνικό δεσμό όταν οι θεσμοί, οι αξίες και οι μορφές αλληλεγγύης της ύστερης νεωτερικότητας μετασχηματίζονται; Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά απλώς την οικονομία ή την πολιτική, αλλά τελικά την ίδια την εικόνα του ανθρώπου. Αφορά τη μετάβαση προς το άτομο ως μοναδικότητα — προς εκείνη την «κοινωνία των singularities» που περιγράφει ο Andreas Reckwitz — και, ταυτόχρονα, προς το άτομο ως φορέα μιας δυνητικά απεριόριστης επιθυμίας. Το υποκείμενο καλείται να γίνει μοναδικό, να διαφοροποιηθεί, να ξεχωρίσει και να επιτύχει και ακριβώς επειδή καλείται να είναι μοναδικό, βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένο στο βλέμμα και στη σύγκριση των άλλων.
Εδώ ίσως βρίσκεται μία από τις βαθύτερες πηγές της απαισιοδοξίας του Τσουκαλά. Όχι μόνο στον θηριώδη Λεβιάθαν των απρόσωπων συστημάτων και στις συστημικές αναδιπλώσεις που παραγκωνίζουν τις ανθρώπινες προσδοκίες, αλλά και σε μια παράδοξη σχέση του ανθρώπου με την ίδια του την επιθυμία. Μια σχέση που μεταμορφώνεται σε μια «κτητική μανία της επιθυμίας»: σε μια ιστορικά διαμορφωμένη συνθήκη μέσα στην οποία ο άνθρωπος δεν αρκείται πλέον να επιθυμεί, αλλά υποχρεώνεται να επιθυμεί — και να επιθυμεί διαρκώς περισσότερο. Περισσότερο πλούτο, περισσότερο κύρος, περισσότερη δύναμη, περισσότερη απόλαυση, περισσότερη ορατότητα, περισσότερη ατομική επιτυχία. Η επιθυμία παύει έτσι να γνωρίζει το όριο και μετατρέπεται από δικαίωμα σε κοινωνική υποχρέωση: σε διαρκή διεκδίκηση της επιτυχίας, ώστε το άτομο να μην περιπέσει στην κοινωνική αορατότητα.
Σε αυτό το σημείο η σκέψη του Τσουκαλά συναντά με ιδιαίτερη γονιμότητα εκείνη του Erich Fromm, για τον οποίο η μεγάλη παγίδα της νεωτερικής κοινωνίας βρίσκεται στη μετατόπιση από το «είναι» στο «έχειν»: ο άνθρωπος τείνει να προσδιορίζει την ύπαρξή του μέσα από όσα κατέχει, αποκτά και επιδεικνύει. Από τη στιγμή που η ταυτότητα συνδέεται με την κατοχή, η επιθυμία δεν μπορεί εύκολα να ολοκληρωθεί. Κάθε απόκτηση δημιουργεί μια νέα έλλειψη, κάθε επιτυχία μια νέα σύγκριση και κάθε κατάκτηση την ανάγκη για μια επόμενη. Η διαφορά είναι ότι στον Τσουκαλά η διαδικασία αυτή αποκτά εντονότερα κοινωνιολογικό και πολιτικό χαρακτήρα. Η κτητική επιθυμία δεν αναδεικνύεται απλώς ως ατομική ψυχολογική αλλοτρίωση, αλλά διαπιστώνεται ως κοινωνικά παραγόμενη και θεσμικά ενισχυόμενη. Το άτομο μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ένα διαρκές σχέδιο ατομικής μεγιστοποίησης, ως μια φαντασίωση ελευθερίας έκφρασης και υλοποίησης ανεμπόδιστων πεποιθήσεων και επιδιώξεων, ακολουθώντας μια φρενήρη πορεία, στην οποία η ματαίωση δεν αποτελεί αντιπαράδειγμα, δεν συστήνει αναγκαστικά ανάγκη για αναστοχασμό ούτε οδηγεί σε αποσύνδεση από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική κοινωνικοποίηση στην οποία έχει προσδεθεί.
Η κοινωνία δημιουργεί, έτσι, μια άτακτη πολιτική κουλτούρα, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα είδος «βιογραφικού έργου» υπό διαρκή αξιολόγηση, καθώς γίνεται αυτοδημιουργός της μοίρας του και καθιστά την επιτυχία αυτοσκοπό και μέτρο της αξίας του. Παράλληλα, η αποτυχία δεν εμφανίζεται πλέον ως πιθανό αποτέλεσμα μιας άνισης κοινωνικής δομής, αλλά ως προσωπική ανεπάρκεια, ως αποτυχία του ίδιου του υποκειμένου να πραγματώσει την επιθυμία του. Κάτι αντίστοιχο συναντάται στη «ρευστή νεωτερικότητα» του Zygmunt Bauman, όπου οι παλαιότεροι σταθεροί δεσμοί αποδυναμώνονται και το άτομο καλείται ολοένα περισσότερο να διαχειριστεί μόνο του τους κινδύνους, τις επιλογές και τις αποτυχίες του. Η ελευθερία φαίνεται να διευρύνεται, αλλά μαζί της διευρύνεται και η ανασφάλεια, ενώ η δυνατότητα επιλογής μετατρέπεται εύκολα σε υποχρέωση και σε ατομική ευθύνη για το αποτέλεσμα.
Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της σκέψης του Τσουκαλά: η επιθυμία δεν είναι απλώς μια ιδιωτική υπόθεση. Έχει κοινωνικοποιηθεί με έναν νέο και παράδοξο τρόπο. Ο άλλος παύει να είναι ο συνάνθρωπος και γίνεται καθρέφτης, μέτρο και ανταγωνιστής, ενώ η επιτυχία του μπορεί να βιωθεί ως δική μας ανεπάρκεια και η ευτυχία του ως υπενθύμιση της δικής μας υστέρησης. Η κοινωνική σύγκριση, από μηχανισμός προσανατολισμού, μετατρέπεται σε μηχανισμό φθόνου και αυτοαμφισβήτησης. Στο σημείο αυτό εδράζεται, τελικά, η βαθύτερη σημασία της «άρσης του κοινωνικού»: η αποδυνάμωση της κοινωνίας ως αξιακής και πολιτικής αναφοράς, καθώς το κοινωνικό παύει να αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο νοηματοδοτείται η ατομική ζωή και υποκαθίσταται από ένα άθροισμα ατομικών στρατηγικών επιτυχίας.
Οι πρώιμες μελέτες του Τσουκαλά για τις δομές που οδήγησαν στην κατάρρευση της δημοκρατίας, τους μηχανισμούς κοινωνικής και ιδεολογικής αναπαραγωγής, την κριτική στην κυριαρχία των τεχνοκρατικών οικονομικών μοντέλων, τη σύγχρονη απρόσωπη εξουσία και τον ψηφιακό έλεγχο συναντούν, στην πορεία του έργου του, την επινόηση της ετερότητας και την ανάλυση της διαμόρφωσης των ταυτοτήτων στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Η λογική που αρχικά οργανώνει τη δομική συνθήκη και την οικονομική συμπεριφορά στο έργο του εισέρχεται τελικά στον πυρήνα της προσωπικής ύπαρξης, η οποία μετουσιώνεται σε κοινωνικό ζήτημα, καταδεικνύοντας την απουσία επαρκών κοινωνικών και πολιτικών μηχανισμών για τη μετατροπή των ατομικών επιθυμιών σε συλλογικά διαπραγματεύσιμες ανάγκες. Η μεγιστοποίηση της ωφέλειας δεν παγιδεύεται απλώς στην ακόρεστη επιθυμία του ατομικού κέρδους· αφορά τη ζωή συνολικά: την εργασία, την κατανάλωση, το σώμα, τις σχέσεις, τον ελεύθερο χρόνο, ακόμη και την ίδια την εικόνα του εαυτού.
Η κτητική επιθυμία μετατρέπεται σε πρόβλημα του κοινωνικού, διότι το κοινωνικό προϋποθέτει πάντοτε την αναγνώριση ενός ορίου: την αποδοχή της αμοιβαιότητας, του συμβιβασμού, της αλληλεξάρτησης και της υποχρέωσης απέναντι στο κοινό καλό. Η απουσία αυτής της προϋπόθεσης οδηγεί στον θρυμματισμένο κόσμο που περιγράφει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης: έναν κοινωνικό κόσμο χωρίς κοινό ορίζοντα νοήματος, όπου η κοινή σημασία, οι συλλογικοί δεσμοί και η δυνατότητα αυτοθέσμισης έχουν αποδυναμωθεί, αφήνοντας το άτομο απομονωμένο, ως μοναδικότητα αποκομμένη από το κοινό.
Η νεοφιλελεύθερη εκδοχή της ατομικής ελευθερίας υπονομεύει ακριβώς αυτή την κοινωνική συνθήκη της κοινής κατοίκησης. Η ελευθερία αποσυνδέεται από ένα ευρύτερο αξιακό σύνολο μέσα στο οποίο η αξιοπρέπεια και η αλληλεγγύη μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινές αναφορές. Όταν η κοινωνία γίνεται πεδίο ανταγωνιστικών ατομικών προτιμήσεων, ο συγκριτισμός αποκτά κυρίαρχη θέση. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά μεταμόρφωση της πολιτικής: εάν όλα μπορούν να αναχθούν σε ατομικές προτιμήσεις, τότε γίνεται ολοένα δυσκολότερο να τεθούν συλλογικά ερωτήματα: τι είναι δίκαιο; τι είναι αναγκαίο; τι είναι επιθυμητό για όλους, αλλά και ποιο είναι το όριο της ατομικής ελευθερίας.
Στο βαθύτερο διακύβευμα της ύστερης σκέψης του Τσουκαλά, η δυνατότητα της ελπίδας, αρχικά υπόρρητη, γίνεται σταδιακά κοινωνικά δηλωτική μέσα από την αναγκαιότητα μιας επιστροφής στην ουσιαστική πολιτική. Όχι επειδή η κοινωνία ανακάλυψε ξαφνικά την αξία της συλλογικότητας, αλλά επειδή οι κρίσεις καθιστούν ορατή την αδυναμία του ατομικού και αγοραίου ορθολογισμού να αντιμετωπίσει προβλήματα που είναι από τη φύση τους συλλογικά.
Τα ερωτήματα, επομένως, ανασυγκροτούνται: πώς μπορεί να διατηρηθεί το κοινωνικό χωρίς να καταργηθεί η ατομική ελευθερία; Το ζήτημα δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια εξιδανικευμένη κοινωνία του παρελθόντος, στην αποθέωση μιας παθητικής ρετρό κουλτούρας, ούτε να αντιπαραθέσουμε μηχανιστικά το συλλογικό στο ατομικό. Είναι να αναζητήσουμε ξανά, στο σήμερα, τη δυνατότητα μιας συνύπαρξης όπου η ελευθερία δεν θα σημαίνει αδιαφορία για τις συνέπειες των επιλογών μας. Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι επιθυμούμε ατομικά, αλλά ποια από αυτά που επιθυμούμε μπορούν να συνυπάρξουν ως αγαθά που αξίζει από κοινού να καλλιεργούμε και ως προϊόντα που μπορούμε να παράγουμε και να καταναλώνουμε σε ισορροπία με όσα μπορεί να αντέξει ο κοινός κόσμος.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας να βρίσκεται σε αυτή τη δύσκολη μετατόπιση: από την απεριόριστη επιθυμία στην επιθυμία που γνωρίζει το όριο, από τη μεγέθυνση στην πρόοδο, από την ατομική επιτυχία στην κοινή ευθύνη. Μια μετατόπιση που αναδεικνύει, παράλληλα, τη βεμπεριανή εντασιακή σχέση ανάμεσα στην ηθική της πεποίθησης και την ηθική της ευθύνης. Και ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη πολιτική σημασία της σκέψης του κοινωνιολόγου: η υπενθύμιση ότι η συλλογικότητα απαιτεί επένδυση ποιότητας. Το κοινωνικό δεν είναι ένα δεδομένο που απλώς κληρονομούμε ούτε ένα ηθικό κειμήλιο που διαφυλάττουμε. Αντίθετα, είναι ένα εύθραυστο επίτευγμα που πρέπει διαρκώς να ανασυγκροτείται.
Η νηφάλια αλλά ταυτόχρονα ανήσυχη ματιά του Τσουκαλά μοιάζει να μας αποχαιρετά, μέσα από την τελευταία του εισήγηση στην Ακαδημία Αθηνών, με την εικόνα μιας θύελλας που παρασύρει την ανθρωπότητα προς ένα μέλλον που δεν ελέγχει. Κι όμως, πίσω από αυτή την ανησυχία παραμένει η υπόρρητη δυνατότητα της ελπίδας, η άρση μιας λανθάνουσας παραδοχής: ότι η ατομική επιθυμία δεν χρειάζεται να καταργηθεί για να υπάρξει κοινή ευθύνη και ότι η ελευθερία δεν χρειάζεται να αντιπαρατεθεί με την ενσυναίσθηση μιας κοινωνικής ανάγκης.
Κατά συνέπεια, η αποκατάσταση της πολιτικής συνδέεται με την αποτροπή μιας μεταμόρφωσης της κτητικής επιθυμίας σε μηχανισμό ικανό να διαβρώσει την ίδια τη δυνατότητα της συλλογικής ζωής, καθώς και με την επαναφορά ζητημάτων κοινής αποδοχής, αυτοπεριορισμού και αλληλεγγύης. Ίσως το κοινωνικό να αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο άνθρωπος κατορθώνει να αναγνωρίσει ότι η επιθυμία του δεν τελειώνει στον εαυτό του: ότι δεν μπορεί να υπάρξει ως «λαθρεπιβάτης της κοινής ανθρώπινης μοίρας».
⸙⸙⸙
[Ο Νίκος Ναγόπουλος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, πρόεδρος της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας.]

