Λάμπρος Καμπερίδης, Βίοι λαθραίοι. Έξι ακολουθίες για ασυνόδευτο τοπίο, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2025.
«Βίοι λαθραίοι, μακριά από κάτι άνομο και
λαθραίο, ζωές που εκπηγάζανε από την αρχική
έννοια του λάθρα-λαθείν, του μυστικού βίου,
του λαθραίου, κρυμμένου προσώπου»
(δες στο βιβλίο σ. 352).
Πώς εισέρχεται κανείς σ’ ένα τέτοιο βιβλίο; Ένα βιβλίο που ξεχειλίζει αυτοβιογραφία, οδοιπορικό, διασταύρωση πολιτισμών, θρησκειών, ανθρώπων, τοπίων, έμπλεο ποιητικής γραφής αλλά και στιγμών με γεύση δοκιμιακού λόγου; Σταθερή γλώσσα, στέρεα και συνάμα ρέουσα που καταγράφει εναλλαγές αισθημάτων, περιγραφές χαρακτήρων, μνημικές αισθήσεις, ψυχικές καταβυθίσεις που φέρνουν στην επιφάνεια εικόνες από τη ζωή των παιδικών χρόνων, τα πρόσωπα του πατέρα, της μάνας, της θείας, του παππού και άλλων, μέσα σε αχλύ, να περιφέρονται στερεώνοντας αφηγήσεις που μας μαθαίνουν πώς ήταν η ζωή στην Πόλη σε άλλες εποχές, προτού γίνουν τα Σεπτεμβριανά του 1955, δηλαδή το πογκρόμ κατά των Ρωμιών.
Το βιβλίο αρχίζει με τον γραφειοκρατικό βραχνά. Ο ήρωας, ο Ανδρόνικος, ξενιτεμένος σε χώρα που γεμίζει χιόνι τον χειμώνα, βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα παράδοξο: τον διαβεβαιώνουν ότι είναι άλλος από αυτόν που όντως είναι! Δεν θεωρούν ότι είναι ο Έλληνας μετανάστης με τα στοιχεία του διαβατηρίου του, αλλά (το βλέπουμε στο 2ο κεφάλαιο) ένας Αρμένης που μάλιστα δεν ξέρει… ελληνικά! Όσο να περάσουμε από το 1ο κεφάλαιο στο 2ο μεσολαβεί η περιγραφή για την κίνηση της πόλης, τους ανθρώπους που μετακινούνται, τις διαφημιστικές ρεκλάμες που δεσπόζουν του χώρου και βεβαίως τους άστεγους που, εν μέσω πολικού ψύχους, ψάχνουν τροφή και κάπου να απαγκιάσουν.
Αυτό που ζωγραφίζεται είναι το κενό, κενό αισθημάτων, αποξένωσης και προπαντός η ψεύτικη ευδαιμονία αποτυπωμένη στο διαφημιστικό πανό, όπου κυματίζουν προπαντός γυναικείες μορφές σε διάφορες πόζες και στάσεις. Κορυφαία σκηνή αυτή των αστέγων που βρήκαν απάγκιο κάτω από το τεράστιο πανό, «χωμένοι κάτω από πλαστικό κάλυμμα» εν είδει στέγης, για να στεγάσουν όλα όσα διέθεταν –εκτός από τον οδυνούντα εαυτό τους– «ξυλιασμένα πόδια», «αφάγωτα υπολείμματα», «μισοφαγωμένα χάμπουργκερ». Από πάνω τους το πανό δείχνει τους ξαπλωμένους αμέριμνα σε μια παραλία να πίνουν και να τρώνε λιχουδιές αγναντεύοντας το ηλιοβασίλεμα:
«Κυριαρχούσαν οι εικόνες γυναικών με βαμμένα μαλλιά, σε διάφορες φάσεις ευφορίας, κοπέλες να τρέχουν, να χοροπηδούν, να δαγκώνουν μια σοκολάτα μειδιώντας αινιγματικά, με μισόκλειστα μάτια. Αλλού προβάλλονταν γυναικεία πόδια με μπότες, φωτογραφημένα από το γόνατο και κάτω, λεπτά πόδια μακρόστενα, γυμνά, με ξώφτερνες γόβες, γυναικείες προτομές φορτωμένες με κοσμήματα. Αλλού πάλι ήταν ξαπλωμένες σε κλίνη μασάζ, με τα μαλλιά τυλιγμένα σε πετσέτα, με το αναπόφευκτο μειδίαμα μιας ανείπωτης μακαριότητας, να σφραγίζει ένα πρόσωπο που έσφυζε από καλή διάθεση και υγεία» (σ. 16-17)».
Ακολουθεί η περιγραφή της διαδρομής του λεωφορείου, με τα «παραταγμένα πρόσωπα με ξεπλυμένο βλέμμα», όπου διαβάζουμε μια θαυμαστή καταγραφή των ποικίλων όψεων του χιονιού μα και τη διαπίστωση: «Διέσχιζαν μια έρημο σε ανεμοθύελλα σαν να μην ήξεραν πού πηγαίνουν, μια παγερή έρημο με άσπρη άμμο, χωρίς φως, χωρίς σκιές» (σ. 19).
Κάθε κεφάλαιο-ακολουθία (στον τίτλο του βιβλίου, υπάρχει ο υπότιτλος: έξι ακολουθίες για ασυνόδευτο τοπίο) ανοίγει μια ακόμα διείσδυση στις ποικίλες όψεις της ζωής, όπως αυτή ζωγραφίζεται μέσα από την παρουσία προσώπων βασανισμένων, ξεριζωμένων, υπάρξεων που βρέθηκαν πρόσφυγες, μετανάστες ή περιπλανώμενοι ή εξόριστοι (ακούσια), αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να μετοικήσουν σε άγνωστες χώρες, απρόσωπες, κατά κάποιον τρόπο εκτός ιστορίας –εκτός της δικής τους ιστορίας– και τις πιο πολλές φορές χωρίς μνήμη: να ζήσουν σε «άτοπο τόπο».
Ο τρόπος που ο Καμπερίδης φέρνει στο φως την κατάσταση τέτοιων ανθρώπων συνιστά ένα είδος αφηγηματικής πραγματείας που αφορά όλους εκείνους που, αρνούμενοι να υποκύψουν στο κυρίαρχο πνεύμα, «επιμένουν να υπάρχουν σαν ελεύθερα πρόσωπα» –επιμένοντας να είναι αναζητητές του «δικού τους τόπου», μιας προσωπικής κατάστασης απόλυτα υπαρξιακής. Ο Κ. αναδείχνει ένα πρόβλημα που διασχίζει τον σύγχρονο κόσμο και που στις μέρες μας αγγίζει εκατομμύρια ανθρώπων που οι πόλεμοι και οι εμφύλιες διαμάχες τούς σπρώχνουν εκτός πατρίδας, τους καθιστούν απάτριδες, τους παραδίδουν στην εκμετάλλευση των όποιων ισχυρών, όλων όσων περνούν τη ζωή τους καλοκαθισμένοι στο εγώ τους και στην απροσωπία τους.
Το βιβλίο διασταυρώνει πρόσωπα ετερόκλητα, από τον Ρώσο βαρόνο Βεγγέρωφ ως τον Ουγγροεβραίο πρόσφυγα Μπέλα, ως τον Εβραίο της Πράγας Λίμαν, τον ινδιάνο Πάτρικ και τον Πάμπο τον Κύπριο. Μεταφέρει στιχομυθίες, συνομιλίες, αφηγήσεις που ανοίγουν διάπλατα τον κόσμο, γιατί τελικά ο κόσμος δεν είναι τα δελτία ειδήσεων των τηλεοράσεων (εκείνο το «οι κυριότερες ειδήσεις σήμερα», κανονική αφασία), δεν είναι τα οικονομικά ένθετα των εφημερίδων, δεν είναι ο εναλλασσόμενος κυνισμός κυβερνήσεων και κυβερνώντων, αλλά η καταγραφή, αισθήσεων, σκέψεων, επιθυμιών, αναζητήσεων προσωπικών υπάρξεων, βυθισμένων σε καρδιακά πλέγματα συγκινήσεων, σε προσπάθειες απόκτησης μιας πιο ολοκληρωμένης ζωής, σημαδεμένης από αρχέγονες καταβολές, σφραγισμένες από θείες ανατάσεις και νεύματα που προδίδουν μεγαλείο και συναίσθηση της ανθρώπινης τραγικότητας.
Ο συγγραφέας του βιβλίου παίρνει άριστα για τις περιγραφές του. Πρόκειται για αριστουργήματα γραφής και μάλιστα τόσο διαφορετικής πλοκής και μνήμης, εμπλουτισμένα από ποιητικά στοιχεία. Δίνω παραδείγματα:
«Μια φωτογραφία σε τόνους σέπιας, τραβηγμένη σε μια ακαθόριστη ώρα μιας ανοιξιάτικης μέρας, φανέρωνε, μέσα από ένα κλαδί ανθισμένης αμυγδαλιάς, μια αιώνια θάλασσα που απλωνόταν μπροστά του σαν απρόσιτη υπόσχεση φευγαλέας μνήμης. Ο αέρας έπνεε πάνω της με απαλές αύρες, διέκρινε το ρίγος να διαπερνάει το υγρό της σώμα στο άγγιγμά του. Σε ένα σημείο ανατρίχιαζε σκοτεινό, βαθύ, ταραγμένο από τις μαλακές ριπές του, αλλού αναπαυόταν λείο, φωτισμένο με γλαυκές ανταύγειες, παραδομένο στα ανάερα φιλιά του» (σ. 24-25).
«Στον ξεσηκωμό του 1956, ξεκίνησε ένα πρωινό για την αγορά, είχε ξεμείνει από σκόρδα. Όταν γύρισε με τις πλεξούδες των σκόρδων στο χέρι, βρήκε το κτίριο που στέγαζε το κρεοπωλείο και το σπίτι του πυρπολημένα από ρώσικο τάνκ, και τους δικούς του νεκρούς. Τους είδε όλους μπροστά του, έναν έναν, να τους βγάζουν μπαμπουλωμένους σε ματωμένες κουβέρτες πάνω σε φορεία και να τους φορτώνουν σε κάρα. Μέσα σε δυο ώρες είχε χάσει τα πάντα, και η ζωή του κρεμόταν μπροστά του κενή, συλημένη από κάθε νόημα, χωρίς σκοπό. Πήρε το δρόμο που έβγαζε κάπου δυτικά, περπατούσε παραζαλισμένος, με τις πλεξούδες τα σκόρδα στο χέρι, ανάμεσα σε καμένα αυτοκίνητα, νεκρά άλογα, αναποδογυρισμένα κάρα, κρεμασμένους καταδότες που αιωρούνταν από στύλους ηλεκτροφωτισμού» (σ. 100-101).
Ξεχωρίζω ωστόσο, την «ακολουθία» που επιγράφεται «Πατέρα στον αέρα», όπου μέσα από μνημικές αισθήσεις που τις ανασύρει εν είδει βυθομέτρησης περιγράφει έξοχα τρεις περιπτώσεις παλαιών επαγγελμάτων της Πόλης: του λεγόμενου ματζουντζή που πουλούσε κάτι σαν το «μαλλί της γριάς». Εδώ η γραφή κορυφώνεται σε είδος ποιητικής σύλληψης με κορυφαία τη φράση: «Τότε, ανάλογα με την εποχή, σμίγανε οι κεραμιδιές, ωχρές ή πορφυρές πύρινες γλώσσες της δύσης με τα χρώματα του ταψιού, και γέμιζε το μυαλό του με μια πολύχρωμη αρμονία μοναξιάς και νοσταλγίας για τον πατέρα» (σ. 131).
Ο άλλος είναι ο «γιαουρτσής» και ο τρίτος ο μποζατζής που η απόμακρη φωνή του «έβγαινε σαν λυγμός από το σκοτάδι ‘μποζάαα!’» και πουλούσε ένα «πηχτό κιτρινόχρωμο υγρό, σαν να καθρεφτιζόταν μέσα του το ωχρό φεγγαρόφωτο» (σ.133).
Μα υπάρχει στην ίδια ακολουθία και η περιγραφή των «τζαμπάζηδων», έστηναν φωτιές και υπό τον ήχο του νταουλιού έδιναν μια παράσταση σαν άλλοι τσιρκολάνοι. Δείγμα γραφής:
«Οι άλλοι δύο στο κάτω σκοινί, σαν έφτασαν στο ίδιο σημείο, στάθηκαν για ένα λεπτό αντικριστά, και αφέθηκαν να πέσουν ανάλαφρα την ώρα που το κοινό άφηνε μια κραυγή αγωνίας, έπειτα πιάστηκαν και οι δύο την τελευταία στιγμή με τεντωμένα χέρια από το σκοινί, και έτσι αντικριστά πέρασε ο καθένας στην αντίθετη πλευρά, ανασήκωσαν το σώμα τους και, όταν φτάσανε μέχρι το στήθος στο σκοινί, άπλωσαν τα πόδια τους στο ύψος του και το δρασκέλισαν ανασηκώνοντας το σώμα τους όρθιο και με απλωμένα στα πλάγια τα χέρια συνέχισαν την πορεία τους μέχρι την κορφή του στύλου, σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα στη διάρκεια της διαδρομής τους στο σκοινί» (σ. 136-137).
Όπως και νάναι, αυτό που δεσπόζει στο κεφάλαιο αυτό, αλλά και στο επόμενο, που περιγράφεται «Βλάβη εν πτήσει», είναι η μορφή του πατέρα. Αναπτύσσεται ένα μυστήριο γύρω από αυτό το πρόσωπο από τη στιγμή που διαβάζουμε στην αρχή του κεφαλαίου τη φράση «Μια μέρα, κάποια μέρα πριν από τα εφτά του χρόνια, έχασε τον πατέρα» (σ. 129). Ακολουθεί μια φοβερή αναπόληση όπου ο λόγος περιφέρεται άλλοτε ολότελα συγκεκριμένος, άλλοτε σαν ονειροπόληση και άλλοτε άκρως περιγραφικός, μέσα στον οποίο το πρόσωπο του πατέρα έρχεται και χάνεται ενώ ο ήρωας, ρίχνοντας το δόρυ της μνήμης στα παιδικά χρόνια, αναδημιουργεί τη ζωή του, τα αισθήματά του, τις προσδοκίες του, την ανεπανάληπτη εκείνη σύλληψη ή επινόηση όπου χωμένος μέσα στα παπλώματα έβαζε «το αυτί του στο μαξιλάρι, όπως κάθε βράδυ, να ακούσει τα αργά, σταθερά βήματα του πατέρα, που αντηχούσαν με επιμονή μέσα στο νου του. Στην αρχή τα εντόπιζε με δυσκολία, με διακοπές. Μετά από έντονες προσπάθειες ερχόταν ο ήχος καθαρός, τα ένιωθε να ηχούν γοργά, έτρεχαν να τον φτάσουν. Έπειτα έβρισκαν πάλι τον συνηθισμένο τους αργό σκοπό και ηχούσαν ρυθμικά σαν νταϊρές, νταρμπούκα, κυμβαλάκια στο μυαλό του, λες και δεν έρχονταν από έξω, από τον χτύπο των ποδιών στο χώμα, αλλά από το κούφιο μέσα του. Λίγο πριν ναρκώσει ο ύπνος το μυαλό, βαυκαλιζόταν με τη σκέψη πως την ίδια ώρα, κάπου μακριά, περπατούσε ο πατέρας και τον γύρευε» (σ. 134).
Στο μυθιστόρημα αυτό παρακολουθούμε την περιπέτεια του λόγου, γιατί πρόκειται για μυθοπλασία που αναδύεται μέσα από βιωμένα γεγονότα, ένας συνδυασμός μύθου και πράξης, μια σύνθεση μνημικών αισθήσεων, λογοτεχνικής γραφής και καρδιακής αίσθησης ζωής που κάθε τόσο –αυτή η τελευταία– καταγράφεται μέσα από τις συναντήσεις με πρόσωπα ή τις αναπολήσεις προσώπων. Την ίδια στιγμή η γραφή διασχίζει ένα μεγάλο πλέγμα μετακινήσεων και διασταυρώσεων με καταστάσεις και εμπειρίες, ένα πλέγμα που λόγω και της αυτοβιογραφικής παραμέτρου, εξακτινώνεται από την Κωνσταντινούπολη –τόπο γέννησης του ήρωα– ως τον Καναδά, ως την Ελλάδα και ξανά τον Καναδά, όχι μονάχα το Μόντρεαλ και το Κεμπέκ αλλά και περιοχές εν πολλοίς άγνωστες, όπου ο ήρωας Ανδρόνικος με τον ινδιάνο φίλο του έχουν αφιερωθεί σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης προγονικής ταυτότητας εκείνου, επανανακάλυψης οικογενειακών καταβολών, επιβεβαίωσης ακρίβειας μνήμης και συντήρησης συναισθημάτων. Σ’ αυτό το τελευταίο ταξίδι, καθώς ακινητούν με βαρκάκι καταμεσής του ποταμού, εν μέσω άκρατης ησυχίας, διαβάζουμε:
«Δεν είχε αναπνεύσει ποτέ ο Ανδρόνικος αυτόν τον αέρα, που δεν του γέμιζε μόνο με ζωογόνες πνοές τα πνευμόνια, αλλά πλήρωνε το πνεύμα του με μια διαύγεια που ενίσχυε την όρασή του, άνοιγε το σώμα του ολόκληρο να δεχτεί μιαν απροσδόκητη θεοφάνεια. Και τότε έτοιμος καθώς ήταν για την αποκάλυψη, άκουσε την πανίσχυρη πνοή να φυσάει δίπλα του με την ένταση που θα είχε όταν σπαρτάρησε από ζωή το πρώτο πλάσμα της κτίσης μες τη ζωογόνο βαθιά εισπνοή του πνεύματος του ζωαρχικού. Το κήτος αναδύθηκε από τα βάθη των υδάτων δίπλα του, παράλληλα με το σκάφος, φανερώνοντας τον εκπνέοντα φυσητήρα, στη μέση της κεφαλής του. Το βαθύ σύριγμα της αρχέγονης πνοής του κράτησε όσο γλιστρούσε το τεράστιο σώμα στην επιφάνεια του νερού φανερώνοντας το ατέλειωτο μήκος του, μέχρι που έσβησε ο πίδακας με το βύθισμα της διχαλωτής ουράς του στα υπόβρυχα βάθη. Σταγόνες υδρατμών από τον εκτοξευμένο πίδακα ράντισαν το πρόσωπό τους με την ανάσα της αρχέγονης πνοής» (σ. 230-231).
Δεν μπορεί μετά από τέτοιο βίωμα, όπου περιβάλλεσαι μέσα στα ήσυχα νερά από τεράστια κήτη (η περιγραφή συνεχίζεται), δεν μπορεί, λέω, παρά να προβείς στην ακόλουθη ομολογία:
«Ο Ανδρόνικος ένιωθε ένα ανεξήγητο δέος, που δεν το έτρεφε μόνο το όραμα που του αποκαλύφθηκε εις έρημον εν πνεύματι, αλλά συνοδευόταν από μια βαθιά αίσθηση ειρήνης, καθώς αντηχούσε στην καρδιά του, σαν να ήταν η πρώτη μέρα της δημιουργίας, η μεγάλη πνοή του Πνεύματος του ζωοποιού, που τον ράντισε με ρανίδες ζωής στον κόσμο του εν πνεύματι και ύδατι. Ήταν η μέρα που ο αχός της μεγάλης πνοής μπήκε στους κόλπους της καρδιάς του και άρχισε ολόκληρος να συμπορεύεται ρυθμικά στα βήματα του Πατέρα. Φως ιλαρό ξεχύθηκε στην πλάση, γλώσσες ασβέστου πυρός στεφάνωσαν τον ήλιο τον πορφυρογέννητο καθώς βασίλευε στη δύση του φλεγόμενου ορίζοντα, ντυμένος ως περιβόλαιον την εσπερινή ευπρέπεια της ανέσπερης δόξας του Πατρός, την ώρα που πνοαίς αισίαις τον υμνούσαν οι δράκοντες στο χείλος της θάλασσας, της μεγάλης και ευρύχωρης, και τον συνόδευαν Τρίτωνες και Ναϊάδες στην πυρίπνοη στρωμνή του, πριν τυλιχτούν όλα στη νύχτα και βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι» (σ. 231-232).
Τι συμβαίνει εδώ; Συμβαίνει, βέβαια, αυτό που το λέει «θεοφάνεια» και που το νιώθει όποιος είναι ανοιχτός στο θαύμα, αλλά συμβαίνει και κάτι άλλο: ο ήρωας απογειώνεται εν Πνεύματι και ραντισμένος με «ρανίδες ζωής» διαστέλλει τον καρδιακό εαυτό του –σαν άλλος ησυχαστής– και προχωρεί σ’ ενός είδους συν-ύπαρξη με τον Πατέρα (κεφαλαίο Π). Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια «συνάντηση» και «συνομιλία» με το Πρόσωπο που στέκει στην αρχή της Δημιουργίας και συνέχει τα σύμπαντα έργω και λόγω, «συνάντηση» και «συνομιλία» που γίνεται μυστικά και κάποιες φορές ακόμη και ασύνειδα, καθώς τέτοια πράγματα δεν γίνονται μέσα στο πλαίσιο διανοητικών αναζητήσεων και λογικοκρατούμενων αναλύσεων. Εξάλλου, ο μέγας Χαίλντερλιν, έχει ειδοποιήσει ότι «ο νους είναι ο υπηρέτης που φέρνει τα ξύλα» και πως το πνευματικό παιχνίδι, λέει, γίνεται στην καρδιά, συναντώντας σ’ αυτό –εκεί στη Δύση– και τον Πασκάλ.
Στο τελευταίο απόσπασμα που παρέθεσα, οι εξοικειωμένοι με γραφές του Παπαδιαμάντη θα βρουν απόηχους, αντίλαλους και απηχήσεις από εκείνες, παρ’ όλο που φράσεις ή στίχοι, όπως «φως ιλαρό», «εν πνεύματι και ύδατι», «ως περιβόλαιον την εσπερινή ευπρέπεια της ανέσπερης δόξας του Πατρός», «πνοαίς αισίαις», «θάλασσα, της μεγάλης και ευρύχωρης», διασχίζουν το εκκλησιαστικό στερέωμα και κοσμούν την γλώσσα μας.
Την πνευματική αυτή διαύγαση τη διαδέχεται η ακολουθία «πυρός ανάλωμα», όπου μεταβαίνουμε στα φριχτά γεγονότα της Πόλης (Σεπτεμβριανά) –ο ήρωας, παιδάκι τετράχρονο τότε– και παρουσιάζονται όψεις της φρίκης που βρήκε ανελέητα τους Ρωμιούς, την οικογένεια του ήρωα, συγγενείς, γειτόνους, όλοι άνθρωποι που είδαν σε κλάσματα δευτερολέπτου να πυρπολούνται τα σπίτια τους και τα μαγαζιά τους, συχνά μαζί με όσους βρίσκονταν μέσα. Όταν ο Ανδρόνικος ρωτούσε τον πατέρα του να τον ενημερώσει για τα τότε τεχθέντα, να του πει λεπτομέρειες, εκείνος «Κάνοντας μια παροδική μνεία των θλιβερών γεγονότων που έγιναν τότε, η άρνησή του να τα περιγράψει, η επιμονή του να σιωπήσει για τις βαρβαρότητες εκείνες ήταν πιο σημαντική, πιο εύγλωττη από τις ηχηρές παθιασμένες περιγραφές άλλων μαρτύρων της τραγωδίας» (σ. 234).
Έτσι πορεύεται ο λόγος του. Από Φως σε τραγωδία, από έκσταση σε θρυμματισμούς, από ανατάσεις ζωής σε καταβυθίσεις, από διαφάνεια περιγραφών σε μαύρες εικόνες που διασχίζουν, αιώνες, όλα τα μήκη και πλάτη της γης και που ο συγγραφέας του βιβλίου έχει τον τρόπο, κάθε τόσο, να μας δείχνει όλο και κάποιο μακρινό κομμάτι της απεραντοσύνης του κόσμου.
Εναλλάσσονται γλώσσες, αποσπάσματα γλωσσών ή θραύσματα –κάποια μεταφράζονται– τα μεγαλύτερα είναι όταν εξιστορεί την αλλόκοτη περίπτωση του παππού του, που για ένα διάστημα φιλοξενείται σε γαλλικό γηροκομείο φροντισμένο από καθολικές μοναχές. Η όλη ακολουθία, που αφορά έναν άνθρωπο που στην κυριολεξία πέρασε «δια πυρός και σιδήρου», περιέχει χαριτωμένες και αστείες σκηνές, ειδικά όταν καταγράφεται, γαλλιστί, η αντίδραση της ηγουμένης που βλέποντας τους συγγενείς του παππού δεν σταματάει να μιλάει, καταγγέλλοντας τις υποτιθέμενες σκανταλιές του, καθώς ο μυστήριος γέρος τα έχει σχεδόν «φτιάξει», μέσα στο γηροκομείο, με αρμένισα που τον αποκαλεί «αγάπη μου»! Ο παππούς διαμαρτυρόταν ότι με το παραμικρό τον έκλειναν στο «μπουντρούμι». Πού να χωρέσει στον ορθολογισμένο μοναστικό χριστιανισμό η περίπτωση ενός γέρου που είχε οργώσει, θητεύοντας στον οθωμανικό στρατό, τη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Ιορδανία, την Παλαιστίνη, και ο οποίος παραδόθηκε στους Άραβες φυλάρχους του Φεϊζάλ (μάχη της Άκαμπα, 1917, «όπου αποδεκατίστηκε η τουρκική φρουρά»), δραπέτευσε και ξαναγύρισε στους Οθωμανούς. Ανάμεσα στις διάφορες ανακατατάξεις και ανακαταλήψεις εδαφών και πόλεων (και ο Λώρενς της Αραβίας εδώ είναι), τις μάχες και τις σφαγές, ο παππούς «βρέθηκε μόνος, παρατημένος στο έλεος του Θεού» και ξεκίνησε η νέα περιπέτεια να φτάσει με τα πόδια και με τα κουρέλια που φορούσε στην Πόλη. Τρία χρόνια πολεμούσε και εφτά μήνες έκανε να γυρίσει στους δικούς του. Ωστόσο, ποιος ήταν βέβαιος, πόσο αληθινές ήταν οι ιστορίες του;
Μέσα σε αυτό τον ποταμό-μυθιστορία-αυτοπροσωπογραφία παρελαύνουν προσωπογραφίες όλων αυτών που συναπάντησε, προπαντός εκεί στον Καναδά, σ’ εκείνο το οίκημα όπου διέμεναν τόσοι αλλογενείς που, κατά τα λεγόμενα ενός απ’ αυτούς, του Κύπριου Πάμπου, «εφάνη μου παράξενο που μηνίσκουν δαμέ τόσες φυλές, Ινδοί, Ρώσοι, Άραβες, μαύροι που την Τζαμάικα, Εβραίοι, Ιρλανδοί. Εμείς στην Κύπρο δυο φυλές είμαστε ούλοι τζαι ούλοι, Τούρτζοι τζαί Ρωμιοί, τζαι εν ημπορούμε να κάνουμε χωρκό, ηντάλως στο καλό τα καταφέρνουν τόσοι άνθρωποι που διάφορους τόπους να ζουν στον ίδιο τόπο δίχα να τσακώνουνται;» (σ. 240). Ο Πάμπο βρέθηκε διωγμένος από το χωριό του παραμονή Χριστουγέννων του ’63, όταν ήρθαν Τούρκοι και τους απείλησαν, αν δεν φύγουν θα τους σφάξουν. Κυνηγημένος πήρε τα 700 του πρόβατα, τα σκυλιά του, τη γυναίκα του και τράβηξε στις ερημιές και στα καταρράχια όπου έχασε τα περισσότερα ζώα του: άλλα έπεσαν στους γκρεμούς, άλλα τα φάγανε οι λύκοι, άλλα του τάκλεψαν οι Τούρκοι. Έφτασε στο χωριό της κόρης του, κράτησε πενήντα πρόβατα, πούλησε όσα είχαν απομείνει και αγόρασε «μερικά στρέμματα γης» για να ξαναφτιάξει τη ζωή του.
Όταν αργότερα, σε περίοδο όπου κυριάρχησε η βιομηχανία του τουρισμού, αναγκάστηκε να στήσει ένα μικρό ξενοδοχείο και να προκόψει, γοργά συνέβησαν τα γεγονότα του ’74 και στην εισβολή πυρπολήθηκε το ξενοδοχείο του. Η τρίτη εξορία του, λοιπόν, στον Καναδά. Ποιος θα πει τι συμβαίνει στα βάθη της ψυχής ενός τέτοιου ανθρώπου; Πώς ένας κατεστραμμένος άνθρωπος βρίσκεται σε μια άγνωστη χώρα και καλείται να ορθοποδήσει και να ζήσει εν μέσω αγνώστων και απρόσωπων καταστάσεων; Ποιος τα κανονίζει όλα αυτά; Τι σημαίνει «νόμος του Κράτους»; Τι σημαίνει Ιστορία; Ποιος την γράφει; Υπάρχει η επίσημη Ιστορία, μήπως όμως υπάρχει και μια άλλη πιο αληθινή που θέλει σθένος για να τη βρεις και να τη γράψεις; Ποιος θεωρεί έναν τέτοιο άνθρωπο σαν τον Πάμπο προσωπική ύπαρξη; Πόσες φορές ο ήρωας του βιβλίου, ο Ανδρόνικος αναγκάστηκε να επισκεφτεί το Προξενείο και τις άλλες δημόσιες Υπηρεσίες του Καναδά για να καταφέρει να γίνει αποδεκτή η ταυτότητά του;
Η αφήγηση, μια βυθίζεται σε δαιδάλους παιδικών αναμνήσεων, όπου ανάμεσα στα άλλα παρουσιάζεται ανάγλυφη η ζωή τους στην Πόλη και εμφανίζεται και παππούς από την μεριά της μητέρας του –και οι δύο παππούδες του βιβλίου «βίος και πολιτεία»–, μια στερεώνει εικόνες ζώσας πραγματικότητας, με την άφιξη της αγαπημένης και την ανάγκη εξασφάλισης άδειας παραμονής δύο νεαρότατων υπάρξεων –ήταν και οι δυο τους γύρω στα δεκαοκτώ– μέσω περιπετειώδους μετάβασης σε άλλη πολιτεία για να γίνει ο αναγκαίος πολιτικός γάμος που θα τους άνοιγε προοπτικές ζωής σ’ εκείνη την παγωμένη χώρα. Περιγραφές απρόσμενων συναπαντήσεων, περίπατοι σε πάρκα, από κοντά και οι Χάρε Κρίσνα με την «Μαχαμάντρα» τους, και ξαφνικά η δυνατότητα αλλαγής επαγγελματικού προσανατολισμού –αν το πω έτσι– καθώς ο Ανδρόνικος μπορεί επιτέλους να ξεφύγει από τον Έλληνα που τον υποχρέωνε να δουλεύει εξήντα ώρες την εβδομάδα –χωρίς υπερωρίες και τον απειλούσε να τον διώξει– και να αναλάβει δουλειά ως μεταφραστής εγγράφων εταιρείας. Ο ήρωάς μας είναι πολύγλωσσος και του δίνεται η ευκαιρία να ξεσκονίσει και τα γερμανικά του, αφημένα σε κάποιο ράφι του μυαλού από τον καιρό που μικρός τού τα μάθαινε ο συνεργάτης του πατέρα του. Το ωραίο είναι ότι συνδυάζει το φρεσκάρισμα με ανάγνωση του Ημερολογίου του Κάφκα. Εκεί μέσα διαβάζει για κάποιον Λίμαν που πηγαινοερχόταν στην Κωνσταντινούπολη για επαγγελματικά ταξίδια και αποφασίζει να τον ενσωματώσει στη δική του αφήγηση, στο επόμενο κεφάλαιο-ακολουθία που επιγράφεται: «Ανατολική ανταπόκριση».
Υπάρχει πού και πού στο βιβλίο ή μάλλον αναδύεται σαν ατμός, σαν μια ιδιάζουσα σκόνη, μια μυστική πνοή ζωής, που σε ορισμένες σελίδες εκφράζεται με θρησκευτικούς τρόπους και ύμνους, με προσευχές όχι απαραίτητα χριστιανικές, που απηχούν ωστόσο ένα βάθος Πίστης, μια αίσθηση θείας νεύσης που έχει κατά καιρούς και κατά εποχές καταγραφεί σε ιερά κιτάπια λαών και φυλών. Στις σελίδες 304-316 ο συγγραφέας παραδίδει τον αναγνώστη σ’ ένα μυστηριώδες ταξίδι όπου η πραγματική ζωή συμπλέκεται με την ουτοπική, όπου η αναζήτηση ξεπερνάει τον χώρο των αισθητών πραγμάτων και αγγίζει δυσπρόσιτες πνευματικές περιοχές, η ανθρώπινη ύπαρξη αναζητά έναν τελικό προορισμό, υπάρχει μια παραίτηση από τα καθημερινά και τα επίγεια, ενώ την ίδια στιγμή τα πράγματα, τα φυσικά και τα άλλα, μεταμορφώνονται σε νεύματα και σημεία που υπονοούν το Υπέρλογο.
Η αφήγηση του Κάφκα γίνεται δική του αφήγηση, καθώς ο πρωταγωνιστής, Εβραίος που πραγματοποιεί το δέκατο επαγγελματικό ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη, έκπληκτος, βρίσκεται μπροστά στο Hotel Kingston όπου κατέλυε κάθε φορά. Μονάχα που τώρα το ξενοδοχείο είναι «καμένο ερείπιο», είχε κι αυτό παραδοθεί στις φλόγες στη μεγάλη πυρκαγιά που έκαψε πολλές συνοικίες της Πόλης κι ωστόσο, ο αμαξάς, λες και ήταν συνεννοημένος, σταμάτησε ακριβώς μπροστά στην είσοδο, μάλιστα κατέβασε και τις βαλίτσες. Ένας «μεσόκοπος άντρας» περισσότερο με χειρονομίες παρά με λόγια, του εξηγούσε ότι δεν χρειαζόταν να καταλύσει σε άλλο ξενοδοχείο και πως είχαν μεριμνήσει για τους τακτικούς πελάτες να ετοιμάσουν καταλύματα.
Ο Λίμαν παλεύει με τις εσωτερικές του φωνές, άλλες τον ωθούν να αντιδράσει αποφασιστικά, άλλες να είναι πιο διαλλακτικός, άλλες να αντικρίσει τα συμβαίνοντα ως νεύματα «μιας άλλης πραγματικότητας», ευρύτερης σημασίας και νοήματος, που έρχεται από μακριά, από τις καταβολές της φυλής του, πέρα από τα δεδομένα τα επαγγελματικά, μιας πραγματικότητας που χάνεται ανάμεσα στο Ταλμούδ, τις δέκα Εντολές και τον «Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ κα του Ιακώβ», σμίγοντας με την αίσθηση του «περιπλανώμενου Ιουδαίου», συνθέτοντας τις όψεις της ζωής του έτσι που να δημιουργείται ένα πλέγμα ανάμεσα στα ορατά και τα αόρατα.
Το καινούργιο πρόσωπο που έρχεται στο προσκήνιο, μια νεαρή κοπέλα, η Φανή, αναλαμβάνει να του εξηγήσει τι είχε συμβεί στο ξενοδοχείο, περιγράφει τη «φανατική μανία των Νεοτούρκων που είχαν πλημμυρίσει την Πόλη –τους είχαν φέρει με τρένα από την Ανατολή– σαν έσβηναν οι φωτιές βάφτιζαν τις συνοικίες Κουρτουλούς, λυτρωμένες δηλαδή από γκιαούρηδες…» (σ. 296). Η εικόνα που συνοδεύει αυτή την αφήγηση είναι η παρακάτω:
«Η βροχή δυνάμωσε, άνοιξαν οι ουρανοί. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα νεκρώθηκαν οι τέσσερις άνεμοι. Τότε ο Λίμαν πρόσεξε πως, αν και είχαν περάσει τόσες ώρες από την άφιξη του Οριάν Εξπρές στον σταθμό, η μέρα δεν είχε προχωρήσει, δεν φαινόταν να γίνεται απόγευμα. Όλα είχαν μείνει στάσιμα, μετέωρα στον χρόνο που δεν κυλούσε. Μόνο η βροχή δεν είχε σταματήσει κα τώρα έπεφταν οι στάλες πλατιές σαν κέρματα, βγάζοντας έναν κούφιο ήχο. Ήταν κίτρινες και μύριζαν θειάφι. Σε λίγο σταμάτησε η βροχή και άνοιξε ο ουρανός. Μια τεράστια συκιά έριξε μεμιάς τα φύλλα της, που έπεσαν κάθετα στη γη, αφού μείνανε για μια στιγμή μετέωρα στο κενό. Τα σύννεφα που διαλύθηκαν άφησαν τον ήλιο να προβάλει χαμηλά στον ορίζοντα και το χρώμα της μέρας από γκρίζο έγινε κίτρινο πηχτό. Ανέβαιναν από το Ταρλάμπασι στο Ταξίμι. Στο ύψωμα ο Λίμαν γύρισε το κεφάλι προς την ανατολή και αντίκρισε τη δύση καθώς αντανακλόταν στα τζάμια των κονακιών της Χρυσούπολης: ένας κίτρινος δίσκος, που θρυμματιζόταν σε μυριάδες αστραφτερά γυάλινα κομμάτια και τύφλωνε τον Βόσπορο» (σ. 296-297).
Στο κεφάλαιο που επιγράφεται «Κάθοδος στο φεγγάρι των γυμνών δέντρων», παρευρισκόμαστε σε μια απογείωση του νοήματος -να το πω έτσι– γιατί, τελικά, τι σημαίνει γράφω; Ειδικά, όταν γράφω μια τέτοιας λογής μυθιστορία. Σημαίνει καταθέτω την προσωπική μου εμπειρία σε σταθερή οριζόντια διάσταση, αυτή με την οποία γεμίζουν οι εφημερίδες, τα περιοδικά, οι τηλεοράσεις οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες, με τη συνδρομή, εννοείται της φαντασίας, ή σημαίνει αναζητώ και βρίσκω διόδους διαφυγής από την επίγεια καθήλωση (αν όχι και κατάθλιψη), κινούμαι κ α ι στην κατακόρυφη διάσταση, επισκέπτομαι περιοχές δυσπρόσιτες, περιοχές μιας άλλης Ύπαρξης που έχει δοθεί στον άνθρωπο να έλθει σε επαφή μαζί της, αλλά και να αναζητήσει ο,τιδήποτε σχετικό, μέσα από μια περιπλάνηση που ωθεί τον ήρωα (αυτόν εδώ ή άλλον) πέρα από χώρο και χρόνο.
Στο κεφάλαιο αυτό συμβαίνουν πολλά. Ο Εβραίος σαν να μεταμορφώνεται στον Ανδρόνικο και σαν ο Ανδρόνικος να μεταβαίνει σε περιοχές Ινδιάνων όπου βρίσκεται το λεγόμενο «γουίγκγαμ ενός εγκαταλειμμένου καταυλισμού» και στο οποίο φτάνει διασχίζοντας ένα μεγάλο δάσος, και περιγράφοντας την όλη πορεία εκεί μέσα, πασχίζοντας συνάμα «να βρει άκρη στον μπερδεμένο μίτο της ζωής του». Ο συγγραφέας στο κεφάλαιο αυτό έχει περάσει σε άλλο επίπεδο πέρα από τη δυτική ratio (γιατί δεν της είναι άμοιρος), αλλά και κάθε λογής ορθολογισμό, και κινείται λίγο ψηλότερα και βαθύτερα, συνδυάζοντας κύματα εσωτερικών αισθήσεων και επιθυμιών με πραγματικές εικόνες φύσης, τοπίου και προσώπων, ενώ πλησιάζει σιγά σιγά μια μορφή μύησης στα μυστικά του ινδιάνικου λαού, καθώς ο γέρος ιερέας χειρονομεί και ανάβει την ιερή πίπα εκφωνώντας προσευχές. Μία από αυτές λέει:
«Πατέρα, ο καπνός από τούτο το χόρτο θα σκεπάσει τη γη, θα φτάσει στα ουράνια. Άκουσε την προσευχή μου που ανεβαίνει σαν θυμίαμα μπροστά σου. Κάνε το δρόμο του λαού σου ίσιο σαν τον καπνό. Στερέωσε τα βήματά μας. Σ’ εσένα προσφέρομε τον καπνό. Βάζω στο στόμιο το ιερό κιννικίννικ. Σύ που μας δίδαξες πως το ιερό δοχείο που κρατάει τον καπνό είναι το κέντρο του σύμπαντος και η καρδιά του ανθρώπου, σκύψε σήμερα σπλαχνικά πάνω στα πλάσματά σου. Με αυτόν τον καπνό στέλνομε τη φωνή μας, ενωμένη με τις φωνές των φτερωτών λαών, των τετραπόδων, των καρπών της πανσπερμίας της Μητέρας Γης» (σ. 313).
Από εδώ και πέρα ο Κ. μας ανοίγει κάτι σαν χάρτη του κόσμου, των απέραντων έρημων εκτάσεων της αμερικανικής ηπείρου, των αδιάκοπων μετακινήσεων που κρύβουν μια απροσδιόριστη αναζήτηση, μας παραδίδει σ’ ένα άγνωστο στους περισσότερους περιβάλλον όπου παρελαύνουν πρόσωπα σαν εξόριστοι της κοινωνίας, άνθρωποι χαμένοι σ’ έναν στρόβιλο περιπετειών, δουλευτάδες γης, ορυχείων ή και απατεώνες που βρέθηκαν σ’ αυτά τα μέρη λόγω βιοποριστικών αναγκών, πλουτισμού ή κακοδαιμονίας και οι οποίοι βρίσκουν ένα είδος αγοραίας ηδονής ενώ, σχεδόν ταυτόχρονα, επιτήδειοι στη χαρτοπαιξία τούς κλέβουν, τους δέρνουν, τους αφαιρούν ό,τι πολύτιμο φέρουν πάνω τους.
Ολόκληρη η αφήγηση από την σ. 317 («Μαρίκα Ρόζα Ντολορόζα») μέχρι τη σ. 358 χτίζεται γύρω από μια γυναίκα, την Μαρίκα, που έφτασε με τον σύντροφό της στην έρημο της Αριζόνας και κατέλυσαν στο μοναδικό σαλούν εν μέσω του «νομαδικού χαρακτήρα του εποικισμού». Οι περιγραφές του όλου σκηνικού μάς μεταφέρουν μια όψη της Αμερικής που δεν την βλέπουμε στις τηλεοράσεις, που δεν έχει καμιά σχέση με ουρανοξύστες και λοιπές ουρανομήκεις κατασκευές των μεγαλουπόλεων.
Σε μια στιγμή που ο χώρος τραντάζεται από την ενσκήψασα αμμοθύελλα και τον κραδασμό του τραίνου, η Μαρίκα διαπιστώνει ότι ο δικός της την έχει εγκαταλείψει. Δεν πρόκειται για απλή εγκατάλειψη. Πρόκειται για εγκατάλειψη αβυσσαλέα. Η γυναίκα στα μικράτα της έχει εγκαταλειφθεί από τους γονείς της σε μοναστήρι, από εκεί το ’σκασε για να ακολουθήσει μια τραγουδίστρια καφε-σαντάν. Τώρα την εγκαταλείπει ο άνθρωπος με τον οποίο είχαν αποφασίσει να παντρευτούν εκεί! Ο συγγραφέας ωθεί την εικόνα της Μαρίκας στο ακρότατο όριο. Δείχνει το βάθος της πτώσης που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος αλλά και τη δυνατότητα να σηκωθεί, να βγει στο φως: ένα φως που εναλλάσσεται με το σκοτάδι, με τη φθορά, με την αμαρτία, με τον πόνο (Ντολορόζα), με οδύνη, ένα φως που άμεσα ή έμμεσα αναζητάει ένα άλλο Φως ανέσπερο, είτε το ξέρει είτε όχι.
Ανάμεσα στα όσα περιγράφονται στα κεφάλαια των σελίδων που προανέφερα θα αναφέρω κάτι ξεχωριστό: Η μοναδική γυναίκα εκτός από τις ιερόδουλες του σαλούν είναι η σύζυγος του πάστορα της περιοχής, η Ρέβα, η οποία, την Κυριακή το απόγευμα «έβαζε το γιορτινό της καπέλο, μια μαύρη ανεστραμμένη τσόχινη γλάστρα με γκρίζα φτερά, και με σταθερό βήμα στρατιωτικής ακρίβειας, με τη Βίβλο στο ένα χέρι και στο άλλο μια πινακίδα που είχε φτιάξει η ίδια και ανακοίνωνε σε γοτθικούς χαρακτήρες πως το ποτό και οι κοινές γυναίκες ήταν έργα του Σατανά» (σ. 323-324), στηνόταν μπροστά στο σαλούν, «έμπηγε την πινακίδα στο χώμα» και ανοίγοντας τη Βίβλο άρχιζε την ανάγνωση: «Δεύρο δείξω σοι το κρίμα της πόρνης της μεγάλης της καθημένης επί υδάτων πολλών…» Έχει σημασία εδώ το σχόλιο του συγγραφέα:
«Η επιλογή των κειμένων δεν αποσκοπούσε σε καμιά θεολογική η πνευματική δικαίωση υπαγορευόταν μόνο από τη συχνότητα αναφοράς της λέξης ‘πόρνη’. Όποτε την πρόφερε, η φωνή της χρωματιζόταν από ένα βαθύ μπάσο τρέμουλο που έκανε το πρώτο φωνήεν να δονείται από μια ένηχη ένταση… ποόορνη… με το ρο να κυλάει σαν βορβορυγμός, σαν να ανασυρόταν η λέξη από τα βαθιά Τάρταρα, κι έμενε μετέωρη για μια στιγμή προτού γκρεμιστεί στο χάος από όπου είχε αναδυθεί, στο έρεβος της ανυπαρξίας, εκεί όπου καταπόντιζε τον άνθρωπο το κράτος της αμαρτίας» (σ. 324).
Οι κοπέλες του σαλούν προσηλώνονταν στο κήρυγμά της, είχαν εξοικειωθεί με την παρουσία της και τα κείμενα της Βίβλου, «παρακολουθούσαν τα εδάφια από τη δική τους Βίβλο». Η όλη περιγραφή στη συνέχεια ισορροπεί έξοχα μεταφέροντας νοήματα της Γραφής και την ίδια στιγμή τα συναισθήματα των γυναικών που κυμαίνονται μεταξύ δακρύων και θρήνου, για να φτάσει και πάλι στην Μαρίκα-Ντολορόζα, κάνοντας αναδρομή στην προηγούμενη ζωή της και σε όσα της δίδαξαν στο μοναστήρι που μεγάλωσε, βαφτίστηκε και κατηχήθηκε στα ελληνικά. Οι σελίδες αυτές είναι μοναδικές και δεν μεταφέρονται εδώ. Το μόνο που ίσως έχει νόημα να ειπωθεί είναι ότι, καθώς καταλαγιάζει το κήρυγμα και η θρηνωδία, πετιέται στη μέση η Μαρίκα, σαν για να αφυπνίσει τις ιερόδουλες, να μην τις αφήσει να ισοπεδωθούν από το ανελέητο μαστίγωμα της παστόρισσας, και κάπως σαν να τους θυμίσει ότι όσο κι αν ατιμάζονται κάνοντας αυτή τη δουλειά, κάτι μένει ατίμητο και σ’ αυτές ακόμα, για να συνεχίσουν να ζουν.
Η «ακολουθία» που τιτλοφορείται «Ονομάτων επίσκεψις» (δηλαδή επισκόπηση σε βάθος των σημασιών των λέξεων) περιγράφει τη συνάντηση δύο εγκαταλειμμένων στα μικράτα τους υπάρξεων. Της Μαρίκας-Ρόζας κα ενός προσώπου που έρχεται μέσα από τον κόσμο της Λογοτεχνίας, μα που κι αυτό έζησε μακριά απ’ τους γονείς του, στο Δουβλίνο, υπό την άγρυπνη επιτήρηση μιας αδελφής του πατέρα του. Πέρα από το γεγονός ότι παρέχονται πληροφορίες για τη ζωή του, η «ακολουθία» αυτή δίνει την αφορμή στον Καμπερίδη να κορυφώσει την περιγραφική του δεινότητα, όχι μονάχα όταν περιγράφει τον χώρο όπου γίνεται η απρόσμενη συνάντηση, αλλά να διεισδύσει τολμηρά στα ένδον των δύο ψυχών, να διαβάσει συναισθήματα, αγωνίες, απορίες, ενοχές, ακροβασίες μα και μια μισοκρυμμένη εξύμνηση του φωτός και της θάλασσας στα μέρη της ελληνικής επικράτειας, με την ευκαιρία ότι η μητέρα του Λευκάδιου Χερν καταγόταν από νησί, τα Κύθηρα. Δημιουργείται ένα πλέγμα ελληνοεβραϊκό (καθώς η Μαρίκα είναι εβραϊκής καταγωγής) μέσα από αμοιβαίες εξομολογήσεις και καρδιακούς συνεπαρμούς που επιτρέπουν στον Λευκάδιο να δηλώσει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα για την μητέρα του:
«Σημασία έχει που ήταν Ρωμιά. Τόλμησε να είναι κάποιος εκεί που οι συγγενείς του Ιρλανδού πατέρα μου την ήθελαν να είναι κανένας. Ύψωσε το ανάστημά της εκεί που όλοι στον περίγυρό της βάδιζαν σκυφτοί, κατατροπωμένοι από μια ακατανόητη ενοχή που δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί τους. Μόνο τέσσερα χρόνια της ζωής μου πέρασα κοντά της και μετά την έχασα για πάντα» (σ. 343-344).
Και παρακάτω, όταν ο Λ. Χ. αναφέρεται στα βιώματά του από το ρωμαιοκαθολικό οικοτροφείο στη Γαλλία, λέει: «Οι άνθρωποι που με περιμάζεψαν μετά την αναχώρηση της μητέρας μου για τη Σμύρνη ήθελαν να σβήσουν κάθε ίχνος των πρώτων χρόνων της ανεγγλέζικης ζωής μου. Τα βράδια ένιωθα την καρδιά μου να πονάει από λαχτάρα να τη δω, να χώσω τα παιδικά μου δάχτυλα στα μεταξένια της μαλλιά, να μυρίσω την ανάσα της. Πριν με πάρει ο ύπνος, με κάθε ανάσα μου έλεγα το όνομά της, και μετά το όνομά του νησιού όπου γεννήθηκα. Ανέπνεα Ρόζα, την κράταγα για λίγο στην καρδιά μου και την εξέπνεα Λευκάδα» (σ. 344). Είναι η ομολογία ενός στερημένου, προπαντός τη μητέρα του, είναι ένας αθεράπευτος νόστος και καημός που αναδύεται εδώ και που καταφέρνει να συντηρεί ολόκληρη την ύπαρξη της μάνας μέσα του, ύστερα από τόσα χρόνια.
Παράγεται, καθώς προχωρεί η γραφή, ένας κυματισμός σωμάτων και ψυχών, μια ιδιάζουσα μέθεξη που ωθεί την Μαρίκα-Ρόζα (Ρόζα και η μητέρα του Λευκάδιου) να του ζητήσει την ένωση εκείνη που θα γεννούσε το παιδί που δεν ήταν εκείνος, «θα του είμαι πιστή, θα του είμαι η μητέρα που χάθηκε ξαφνικά μέσα από τη ζωή του», λέει (σ. 347). Για να κορυφώσει πιο κάτω: «Θα νικήσει στο τέλος η αγάπη Λευκάδιε. Ο πιο ακατανόητος λόγος που βγήκε από το στόμα των προγόνων μου είναι πως το αίμα του Χριστού θα είναι πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας. Το αναίρεσε ο ίδιος πάνω στο σταυρό όταν συγχώρεσε τους διώκτες του. Η αγάπη δεν καταλαβαίνει από κατάρες. Συγχωρεί μόνο, και αγαπάει» (σ. 347).
Ο Καμπερίδης μοιάζει να συγχωνεύει τις δύο κορυφαίες παραδόσεις, την ελληνική και την εβραϊκή, όπως εκχριστιανίζονται και θεανθρωποποιούνται.
Το επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Επάνοδος» παρέχει εξηγήσεις για το είδος της συγγραφής του. Είναι μια διαδοχή επεξηγήσεων που, αφού ολοκληρώνει τα σχετικά με την συνάντηση Μαρίκας-Λευκάδιου (με συγκεκριμένες ακριβείς πληροφορίες), καταλήγει να πει για τα διάφορα πρόσωπα:
«Δεν ήταν μόνο το λάθρα βιώσας αυτών των υπάρξεων που τον γέμιζε με ερωτήματα∙ ήταν όλοι αυτοί που πλαισίωναν τις ζωές τους σαν να ολοκλήρωνε ο ένας την περιπλάνηση του άλλου, που τους είχε γνωρίσει ο ίδιος στους πρώτους μήνες της πρόσφατης ξενιτείας του, πραγματικά και φανταστικά πρόσωπα […] μια ατέλειωτη χορεία προσώπων που τον καταδίωκαν, γέμιζαν ερωτήματα τη ζωή του με τις μυστικές ζωές τους, μπλέκονταν με τη δική του ζωή, μπερδεύονταν με επιμονή στα πιο απλά συμβάντα της πορείας του μέσα στον χρόνο και στον χώρο» (σ. 356).
Κάπως σαν για να απαλλαγεί από τον κυκεώνα των περιπλανώμενων προσώπων που συνειδητοποιεί πως του προκάλεσε η συναναστροφή του με τον Αρσένη –πρώην Ρώσο βαρόνο, βασικό ήρωα στις πρώτες «ακολουθίες» του βιβλίου– περνάει στην επόμενη «ακολουθία» φέρνοντας στο προσκήνιο οικεία του πρόσωπα άλλης τάξης και άλλης καταγωγής, Μικρασιάτες, τις συναντήσεις μαζί τους την περίοδο που βρέθηκε στην Ελλάδα και περιγραφές της ζωής των ξεριζωμένων που βολεύτηκαν εδώ κι εκεί σε φτωχογειτονιές. Πολλοί απ’ αυτούς μιλούσαν ακόμη τα τουρκικά και διάβαζαν καραμανλίδικα συναξάρια. Ένας του αφηγείται ολόκληρα περιστατικά από τη ζωή του στη Σινασό, τις προσπάθειες να μάθουν ελληνικά, που η γενιά τους τα είχε λησμονήσει (ακόμη και το Ευαγγέλιο το διάβαζαν τουρκιστί). Πρόσωπα κυνηγημένα ακόμη κι εδώ στην Ελλάδα, όπως ένας από αυτούς, ο Οδυσσέας, που πούλαγε με το καμιόνι καρπούζια και πεπόνια αλλά έστηνε και την τέντα του «στην προσφυγική γειτονιά της Αβησσυνίας» και πού και πού μαζεύονταν «κάμποσοι φίλοι από τα προσφυγικά» που «βρήκαν το ποθούμενο κρησφύγετό τους» (σ.363). Σινασίτες οι περισσότεροι, διηγούνταν ιστορίες από τα μέρη τους και κουτσοπίνανε τρώγοντας μεζέδες. Όμως: «εμφανίστηκαν δυο χωροφύλακες, και τους είπαν πως καταντήσανε την τέντα ταβέρνα. Μαζεύονταν κάθε βράδυ και γινόταν φασαρία, κάναν παράπονα οι γειτόνοι. Ζήτησαν από τον Οδυσσέα να δουν την άδεια… τέτοια άδεια δεν υπήρχε και τον διέταξαν με άγρια φωνή να κλείσει το στέκι και την άλλη μέρα που θα περάσουν να έχει αδειάσει τον τόπο και να μην ξαναφανεί στη γειτονιά» (σ. 365-366).
Ύστερα από χρόνια τους ξανασυναντάει ο Ανδρόνικος, αυτόν και τη γυναίκα του: «Ο ένας κόντευε να χάσει την όρασή του, διέκρινε μόνο θαμπές σκιές, η Σουλτάνα είχε χάσει την ακοή της. Τους βρήκε καθισμένους μπροστά στην τηλεόραση πιασμένους χέρι χέρι, να μιλούν δυνατά κοιτάζοντας την οθόνη […] ο Οδυσσέας επαναλάμβανε φωναχτά τον διάλογο στη Σουλτάνα, που δεν άκουγε, κι εκείνη διηγόταν στον άντρα της τα δρώμενα, που εκείνος τα έβλεπε σαν σκιές.» (ο.π.).
Στην επόμενη –προτελευταία «ακολουθία»– ο συγγραφέας αναθυμάται ένα πρόσωπο που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη ζωή του, στην παιδική του ηλικία, ένα πρόσωπο που η παρουσία του αποτελούσε παραμυθία για ό,τι στραβό του συνέβαινε, καθώς τον εισόδευε σ’ έναν φανταστικό κόσμο παραμυθιών και αφηγήσεων που τον οικείωνε περισσότερο με τον κόσμο της Ανατολής και «…ο κόρφος της γιαγιάς απλωνόταν και τον σκέπαζε ολόκληρο, τον φύλαγε από όλα τα κακά του κόσμου, που τα παράχωνε και τα κράταγε καλοκλειδωμένα στα παραμύθια της, ο κόσμος ήταν ολοκληρωμένος, τέλειος, πλέριος, σαββάτιζε την ημέρα την εβδόμη, δεν του έλειπε τίποτα, δεν έμενε τίποτα μετέωρο, ατέλειωτο, εξόν την ατέλειωτη χαρά που γέμιζε τη ζωή του με φως, αρώματα, ήχους» (σ. 374).
Ζούμε σε εποχές που τέτοια πρόσωπα μάλλον χάθηκαν στο στρόβιλο των καιρών, εποχές όπου τα παιδιά στερούνται τα παραμύθια και την παραμυθία τους κι αν παρακολουθήσεις προγράμματα παιδικά σε τηλεοράσεις ή αλλού, ο κόσμος που προτείνουν αποτελείται από παραμορφωμένα ψεύτικα πρόσωπα, από οικογένειες ζώων, από μηχανήματα που περιφέρονται ασύδοτα, από διαστημικές επιδόσεις, κι όλα αυτά μέσα από ταχύτητες σχεδόν ιλιγγιώδεις και θορύβους που δεν σου αφήνουν τίποτα ψυχικά και πνευματικά υγιές: μάλλον αποτυπώνουν βίαιες και εχθρικές διαθέσεις και σχήματα που δεν παρηγορούν κανέναν. Αργότερα μ’ αυτές τις διαθέσεις κι αυτά τα σχήματα βγαίνουν οι νεολαίοι στους δρόμους και χτυπιούνται χωρίς λόγο αναμεταξύ τους.
Ο Καμπερίδης ευνοήθηκε να ακούσει από πρώτο χέρι και στόμα αφηγήσεις που σου ανοίγουν τον ορίζοντά σου και σε ταξιδεύουν στα πέρατα, κι ενώ ταξιδεύεις με ταξίδια επί τόπου, την ίδια στιγμή σου εμποτίζεται ότι ο κόσμος δεν είναι η μικρή σου οικογένεια αλλά κάτι άλλο, που αν εμβαθύνεις, σε υψώνει σε άλλου είδους κατανόηση και όραση, σου καλλιεργεί τις εσωτερικές σου αισθήσεις, έτσι ώστε κάποια στιγμή να αγκαλιάσεις πρόσωπα και πράγματα, όπως, θα έλεγα, εν πολλοίς συμβαίνει σε αυτό το βιβλίο. Αυτό κατάφερε να κάνει ο συγγραφέας του. Αγκαλιάζοντας πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, τόπους, εικόνες, δείχνει ότι αυτή του η διάθεση είναι βαθιά ριζωμένη μέσα του και ανταποκρίνεται σε άλλη τάξη νοημάτων και σημασιών που έρχεται από μακριά και γνέφει από ψηλά.
Στην απέναντι μεριά στεκόταν η «σκληρή πραγματικότητα», κύματα αγριότητας, μάνητας, έχθρητας, σαν αυτά που ξέσπασαν μια μέρα Κυριακή, έξω από το φωτογραφείο του πατέρα του στην Πόλη. Με συνθήματα «Η Κύπρος είναι τουρκική» απαιτούσαν με ουρλιαχτά να κρεμάσει στο μαγαζί τουρκική σημαία και μέσα σε αληθινό πανικό –καθώς δεν υπήρχε εύκαιρη– σκάρωσαν μία από τραπεζομάντηλο, μισοφέγγαρο και άστρο και την ανέμισαν από το παράθυρο, οπότε ακούστηκαν οι κραυγές ενθουσιασμού του πλήθους. Ωστόσο, όταν μια πέτρα πετάχτηκε κι έσπασε ένα τζάμι, πήγε ο νους και η αίσθησή του Ανδρόνικου στα Σεπτεμβριανά του 1955, όταν εκείνη τη νύχτα κατάλαβε: «το μέγεθος του φόβου, το τίμημα του τρόμου, την άβυσσο της φρίκης, την αγωνία του κυνηγημένου, την ανεπίστρεπτη φύση της ολικής απώλειας», όπως γράφει στο «Πυρός ανάλωμα» στη σ. 234, στη μέση περίπου του βιβλίου, όπου αναφέρεται στις βαρβαρότητες της ώρας εκείνης. Τότε είχαν αναγκαστεί οικογενειακώς να αφήσουν πίσω τους τη «ρημαγμένη Πόλη» και να έρθουν στην Ελλάδα. Τώρα ετοιμάστηκαν για τη δεύτερη «απόπειρα μετοικεσίας στη χώρα των φαιδρών ονείρων». Όμως, «η μόνη πιθανότητα επιβίωσης για τα παιδιά, αλλά και για τους γονείς, ήταν να ζήσουν εσωτερικά σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα» (σ. 388). Τα ιδρύματα στα οποία βρέθηκαν «διοικούνταν από ουνίτες της ελληνικής Καθολικής Εξαρχίας, αποκαλούνταν ελληνόρρυθμοι, που σήμαινε πως είχαν κρυπτοκαθολική υπόσταση αλλά ορθόδοξη εμφάνιση, […] ουσιαστικά ταλαντεύονταν in limbo μεταξύ Καθολικισμού και Ορθοδοξίας».
Η εμπειρία του από την παραμονή του σε τέτοιο χώρο καταγράφεται χωρίς αποστασιοποιήσεις και αντικειμενικότητες, μας μεταφέρει τρόπους, συμπεριφορές και νοοτροπία που εκπέμπει η ύπαρξη αυτού του in limbo που μας είπε πριν, αλλά και κάποια παρατράγουδα που παρουσιάζονται σχεδόν πάντα σε τέτοιους στεγανούς χώρους, όπου πίσω από κλειστές πόρτες πολλά μπορούν να συμβαίνουν χωρίς να γίνονται γνωστά και χωρίς να δημοσιοποιούνται. Κάπου εδώ και ο περίφημος «γέροντας» και οι τρομαχτικές περιγραφές της Κόλασης που τρόμαζαν τον Ανδρόνικο σε σημείο που «δεν μπορούσε να κουνηθεί, ένιωθε μια παραλυσία να του ναρκώνει τα μέλη» (σ. 392) και, καθώς πιο ’κει ήταν το εικονοστάσι, με τις εικόνες «σαν ορθόδοξο ντεκόρ», ένιωσε σαν να «είχαν αφαιρέσει από το βλέμμα τους κάθε ίχνος ελέους και συμπόνιας». Πώς μπορούσε να τα βιώσει αυτά ένας έφηβος που έφτασε στην Ελλάδα σχεδόν κυνηγημένος, ελπίζοντας σε μια ελληνικότητα «που ποθούσε να την κάνει δική του» και ξάφνου βρέθηκε να γεύεται «μια μεταλλαγμένη εκδοχή νοθευμένης ρωμιοσύνης»; (σ. 393).
❧
Αλήθεια, πού ζουν οι άνθρωποι; Τι αναπνέουν, τι νιώθουν, τι στοχάζονται, τι αφουγκράζονται, τι γνωρίζουν; Τι ζουν;
Πέλαγος πραγμάτων, εντυπώσεων, εικόνων. Εδώ που κάθισα να συμπληρώσω όσα έγραψα ως τώρα, κελαηδούν πουλιά, καρδερίνες σε κλουβιά. Ο κόσμος των πουλιών. Κελάηδημα και συνάμα σφύριγμα, σαν χαιρετισμός, σαν λάλημα. Και καθώς ακούς το τραγούδι των πουλιών, μπαίνει στη μέση η κουβέντα τριών ηλικιωμένων, ταχτικών θαμώνων της καφετέριας, για Ρωσία, Αμερική, Αφγανιστάν, Εβραίους, και άλλες «τραγωδίες». Ο ένας μιλάει, οι άλλοι ακούνε. Τα πουλιά τώρα σώπασαν. Κάθισα στο τραπέζι που το χτυπάει ο ήλιος, για να ζεσταίνομαι. Ολόγυρα έξω από την τζαμαρία ο ουρανός καταγάλανος, πεντακάθαρος, ο ήλιος ψηλά, μεσημεριάτικος.
Ο Καμπερίδης μας ταξίδεψε «σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη». Και στην Ελλάδα. Στην τελευταία «ακολουθία» (σ. 403-411) φαίνεται να αναζητάει μια άλλη Ελλάδα, όχι αυτή την υποτιθέμενα δεδομένη, αλλά μια που σμίγει με αυτό που λέει η χριστιανική παράδοση «ανέσπερο φως», μια Ελλάδα που έχει χαρίσει τη γλώσσα της για να μιλήσουμε την Αγάπη, την Αλήθεια, την Ομορφιά, τη Δικαιοσύνη μέσα από το Πρόσωπο που ενανθρώπησε, μέσα από τη διάσταση της θεανθρωπίας που δεν κλείνεται σε σχήματα λεκτικά ή άλλα. «Όπου θέλει πνει», και ορίζει την συμπαντική αρμονία, είτε το ξέρουμε, είτε το αγνοούμε.
Αυτή την τελευταία (αλλά εν πολλοίς και την προτελευταία «ακολουθία»), την αφήνω να τη διαβάσει ο αναγνώστης. Αλλά πιο καλά να την «αφουγκραστεί», όπως συστήνει ο Σεφέρης να γίνεται για τα ποιήματα.

