Δημήτρης Καράμπελας

Για τους «Νόμους» του Ζήσιμου Λορεντζάτου

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Νόμοι ήτοι η Μεγάλη Παράδοση ή παμπάλαιος δόξα, επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα  2026. 

1998-2000

Δεν μπορώ να κρύψω τη χαρά μου για την πρόσκληση να μιλήσουμε σήμερα για τους Νόμους του Ζήσιμου Λορεντζάτου, και μάλιστα μαζί με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και τον Διονύση Καψάλη, για τους λόγους που όλοι μας νομίζω ότι συμμεριζόμαστε.

Θα μου επιτρέψετε, πριν ξεκινήσω, να ανακαλέσω δύο πολύ μακρινές νύχτες, όταν, χάρη στην εκούσια ή την ακούσια μεσολάβηση του τιμώμενου στοχαστή, συνδέθηκα από πολύ νωρίς και με τους αποψινούς δύο συνομιλητές –με τα πρόσωπα που εμψυχώνουν το πολύτιμο έργο τους.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1998 είχα την τύχη να βρεθώ, με την παρότρυνση του Λορεντζάτου, στο απόκρυφο καταφύγιο των εκδόσεων Το Ροδακιό στην οδό Απόλλωνος στην Αθήνα, για να τον ακούσω να διαβάζει σε λίγους στενούς φίλους του τον αδημοσίευτο, ακόμα, πρόλογό του στην έκδοση των μοιρολογιών από τη Μεσσηνιακή Μάνη που είχε συλλέξει ο ακαδημαϊκός Σωκράτης Κουγέας και είχε επιμεληθεί ο συνονόματος εγγονός του και αγαπημένος μου φιλόλογος. Το ίδιο βράδυ γνώρισα από κοντά –ένας παραζαλισμένος εικοσιπεντάχρονος– τους οικοδεσπότες και εκδότες του περιοδικού Εκηβόλος Τζούλια Τσιακίρη και Βασίλη Διοσκουρίδη, την ηθοποιό Ρίτα Λυτού και τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο (στην αφιέρωση στο έκτο τεύχος του Σύσσημου ή τα Κεφάλαια με το λευκό εξώφυλλο είχε σημειώσει: «Φλεβάρης 1998»), και βεβαίως τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, του οποίου ο πρόλογος στη μετάφραση των Τεσσάρων ταλμουδικών μελετών του Λεβινάς μού είχε ήδη αποκαλύψει τον ριψοκίνδυνο θεολογικό και φιλοσοφικό εναγκαλισμό της Αθήνας με την Ιερουσαλήμ.

Δύο χρόνια αργότερα, ένα φωτεινότερο βράδυ στις αρχές Ιουνίου, σε μία συγκέντρωση στον κήπο του Λορεντζάτου στην Κηφισιά με αφορμή μια καινούργια σειρά κοσμημάτων που είχε φιλοτεχνήσει η κόρη του Πιερρέτα, είδα για πρώτη φορά από μακριά τον Διονύση Καψάλη ενώ δεν είχαν σιγήσει μέσα μου οι αλλεπάλληλες αποστροφές που απηύθυνε ειρωνικά προς τους «πατέρες» της ποίησης ή του έθνους στο ποίημά του Υπό Κλίμακα. Με νεανικό θράσος τον είχα πλησιάσει και είχα αρχίσει να του εκθέτω τις απόψεις μου για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση –και είχα πολλές–, και εκείνος με είχε υπομείνει με στωικότητα και με την εγκαρτέρηση με την οποία διασταύρωνε τις ομοιοκαταληξίες στα σονέτα του.

Και σήμερα, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ο Λορεντζάτος με συνδέει αναπάντεχα και με τους δύο τους συγχρόνως, με αφορμή την έκδοση των Νόμων, ενός ακυκλοφόρητου βιβλίου γραμμένου την πενταετία 1956-1961 που έρχεται πλέον στο φως, σε μιαν ανεπίληπτη έκδοση του Άρτου Ζωής, εβδομήντα χρόνια αργότερα.

1953-1960

Οι Νόμοι έρχονται από μιαν άλλη, πολύ μακρινή εποχή –μια εποχή που τα βιβλία είχαν ακόμα σημασία. Η καθυστέρηση της δημοσίευσής τους είναι ευτύχημα. Σήμερα είμαστε τόσο ξένοι προς το πνευματικό πλαίσιο που προϋπέθετε γράφοντας ο Λορεντζάτος, που το μήνυμά τους ίσως ακουστεί δυνατότερα, καθαρότερα. Από τις πρώτες σελίδες, ο σαραντάχρονος, τότε, στοχαστής δηλώνει ότι σκοπός του είναι να συνοψίσει τις βασικές αρχές της philosophia perennis –της «αιώνιας» ή «άχρονης» «φιλοσοφίας», αρχές υπερβατικές που συνέχουν τον κόσμο πέρα από τις εφήμερες μεταμορφώσεις της Ιστορίας. Ο Λορεντζάτος ανάγει τον όρο στον αναγεννησιακό θεολόγο Agostino Steuco που το 1540 μ.Χ. με το βιβλίο του Deperenniphilosophia είχε προσπαθήσει να εναρμονίσει τον πλατωνισμό με τον χριστιανισμό, νοσταλγώντας μία χαμένη, από τότε, μεταφυσική ενότητα του κόσμου. Ανάλογες ιδέες βρίσκει κανείς νωρίτερα και στον Πίκο ντέλα Μιράντολα, ή αργότερα, στον Λάιμπνιτς, και παρ’ όλο που η philosophia perennis ασκεί μία δριμεία κριτική στους κατακερματισμένους Νέους Χρόνους, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και η ίδια με τη σειρά της είναι καρπός της Αναγέννησης ή της νεωτερικότητας –μία από τις πολλές διαφορετικές απολήξεις τους.

Από την άλλη, η πίστη ότι η αρχέγονη αλήθεια λανθάνει, χωρίς να εξαντλείται, σε όλες τις γνωστές θρησκείες και πνευματικές παραδόσεις, είναι ακόμα παλιότερη –γέννημα της ύστερης αρχαιότητας και της ιουδαϊκής και χριστιανικής Αλεξάνδρειας, της προσπάθειας του Φίλωνα και του Κλήμεντος Αλεξανδρείας να συμβιβάσουν την αβρααμική αποκάλυψη με την πλατωνική φιλοσοφία. Ανατρέχοντας στις καταβολές αυτές, ως προμετωπίδα του βιβλίου ο Λορεντζάτος επιλέγει ένα χαρακτηριστικό χωρίο του Πλούταρχου από την εξιστόρηση του μύθου της Ίσιδας και του Όσιρι (Moralia 369b) – σε πρόχειρη δική μου μετάφραση:

υπάρχει μια πανάρχαια δοξασία που δεν μπορεί να αναχθεί σε κάποια συγκεκριμένη αρχή, αλλά είναι μια ισχυρή και σχεδόν ανεξάλειπτη πίστη, και απαντάται παντού, τόσο στους βαρβάρους όσο και στους Έλληνες, όχι μόνο σε μύθους και παραδόσεις αλλά και σε τελετές και θυσίες.

Βεβαίως στη σύντομη αυτή διατριβή, στόχος του Βοιωτού φιλοσόφου ήταν να αποδείξει ότι η ανώτερη πανανθρώπινη σοφία, που διασώζεται στους μύθους και τις τελετουργίες «τόσο των βαρβάρων όσο και των Ελλήνων», είχε βρει την πληρέστερη έκφρασή της στον πλατωνισμό. Το επιχείρημα ήταν βεβαίως κυκλικό και ελληνοκεντρικό: οι μύθοι και οι τελετές των «βαρβάρων» επιβεβαιώνουν ότι η αλήθεια του πλατωνισμού ήταν οικουμενική και άρα αξιόπιστη, ο πλατωνισμός όμως αποδεικνυόταν ανώτερος από τις πρόδρομες εκδοχές της.   

Σε αντίθεση με τον Πλούταρχο, ο Λορεντζάτος δεν θεμελιώνει τους Νόμους του ούτε στον πλατωνικό δυϊσμό ούτε στον ελληνοκεντρισμό. Το βιβλίο του τελεί υπό τη σκέπη του Ανάντα Κ. Κουμαρασουάμι (Kολόμβο της Σρι Λάνκα 1877 – Νίντχαμ στη Μασσαχουσέτη 1947), λόγιου και κριτικού τέχνης που εισήγαγε την ινδική και εν γένει την ανατολική τέχνη στη Δύση. Στις θρησκειολογικές μελέτες του, ο Κουμαρασουάμι –που είχε αρχικά σπουδάσει φυσικές επιστήμες στο University College στο Λονδίνο– καλλιέργησε μία εκπλεπτυσμένη εκδοχή της philosophia perennis αντλώντας –όπως έγραφε στο οπισθόφυλλο ενός από τα ελάχιστα βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά (Τέσσερα Δοκίμια, μετάφραση: Δέσποινα Γεωργακοπούλου, Ίνδικτος, 2011) ο Νίκος Παναγιωτόπουλος– «από τη λαογραφία και τη μυθολογία, τη θρησκεία και τη μεταφυσική» και από μία «λεπτομερή γνώση τεχνών, χειροτεχνιών, μυθολογιών, πολιτισμών, λαογραφιών, συμβολισμών και θρησκειών, τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσης». Υπό την επιρροή του Κεϋλανέζου σοφού, το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Λορεντζάτος προσπαθεί, σε όλο το μάκρος της μελέτης του, να εξερευνήσει την «αιώνια αλήθεια» είναι κυρίως ο ινδουϊσμός και η Ινδία «όπου η παράδοση ζει ακόμα» (σ.22), «όπου το ενδιαφέρον για τη μεταφυσική πραγματοποιείται τώρα ακόμη από ολόκληρη την πολιτεία ή από τις μάζες» (σ. 119), η Βεδική παράδοση –οι Ουπινισάδες και η Βεντάδα– αλλά και η Μπαγκαβάτ Γκίτα. Οι πολλαπλές συνδέσεις της αλήθειας αυτής με τις θρησκείες της Νοτίου Αμερικής, τον ορφισμό, τον ταοϊσμό ή το Ισλάμ που επιχειρεί ο Έλληνας δοκιμιογράφος έχουν ως σταθερή αναφορά το πλέγμα των ινδουϊστικών αρχών και όχι το αντίστροφο.

Ο Λορεντζάτος των Νόμων ταυτίζει την «πανάρχαια» αρχή με την «Μεγάλη Παράδοση», όπως αποδίδει το σανσκριτικό Sanatana Dharma –«Sanatana», δηλαδή «αιώνιος», «άχρονος»· και «dharma», δηλαδή νόμος, καθήκον, κοσμική και ηθική τάξη, ή ορθός τρόπος ύπαρξης. Η Μεγάλη Παράδοση δεν έχει ούτε συμβατική αρχή ούτε ανθρώπινη προέλευση (σελ. 19), όχι με την έννοια ότι έχει αποκαλυφθεί με κάποιον υπερβατικό ή υπερφυσικό τρόπο, αλλά γιατί εμφανίζεται παντού και πάντα, «σε πολιτισμούς τόσο απομακρυσμένους μεταξύ τους όπως η Νότια Αμερική, οι Ινδίες, η Ελλάδα, το Μεξικό, η Σιβηρία» (σελ. 20). Η «Μεγάλη Παράδοση» δεν επηρεάζεται από την Ιστορία, δηλαδή τις επιμέρους μορφές με τις οποίες ενσαρκώνεται στον χώρο και τον χρόνο και, υπό αυτήν την έννοια, είναι αν-ιστορική και άχρονη· το σφάλμα του σύγχρονου ανθρωπισμού είναι ότι αναζητά το απόλυτο στις επιμέρους φανερώσεις του, στις επιμέρους θρησκείες ή σε διάφορα καινοφανή φιλοσοφικά συστήματα, ενώ θα όφειλε να συντονιστεί με τις βασικές αρχές της Μεγάλης Παράδοσης που είναι κοινές σε όλους.

Η συγγραφή των Νόμων αποτέλεσε για τον Λορεντζάτο μια διπλή ρήξη. Πρώτον, μια ρήξη με τα πρώτα σπουδαία δοκίμιά του, ιδίως με το Δοκίμιο Ι που είχε δημοσιεύσει το 1947 για τον Σολωμό με κέντρο την ανάδυση της προσωπικής έκφρασης στη νεώτερη ελληνική λογοτεχνία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Λορεντζάτος μετακινείται από τη Γαλλία, όπου ζούσε από το 1949, στο Λονδίνο και συγκατοικεί στο Χάιγκειτ με τον νεαρό ελληνιστή Φίλιπ Σέραρντ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σέραρντ στον τιμητικό τόμο Αντί Χρυσέων. Αφιέρωμα στον Ζήσιμο Λορεντζάτο (Δόμος, 1995), η οποία έχει πλέον συμπληρωθεί με την έκδοση της αλληλογραφίας Σεφέρη-Σέραρντ (This Dialectic of Blood and Light: George Seferis – Philip Sherrard, An Exchange: 1947–1971, Denis Harvey, 2015), την περίοδο εκείνη o Λορεντζάτος ανακάλυψε τον Ουίλιαμ Μπλέηκ και τον Αντονέν Αρτώ και συναναστρεφόταν την ποιήτρια και κριτικό Kathleen Raine και τον βουδιστή Μάρκο Πάλλη: πρόκειται για τον κύκλο του Χάιγκεϊτ που περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια ο Ελίας Κανέτι στην αυτοβιογραφία του Πάρτι και Αερομαχίες. Καρπός των συνομιλιών και των αναγνώσεων αυτών υπήρξε η βαθμιαία στροφή του Λορεντζάτου από τον ανθρωποκεντρισμό και την κριτική και αισθητική αποτίμηση της τέχνης προς τη μεταφυσική της κατανόηση, η οποία σφραγίστηκε με τη μετάφραση, το 1953, των Γάμων του Ουρανού και της Κόλασης του Μπλέικ, στην οποία και προέταξε μιαν ορμητική εισαγωγή.

Σε μία αδημοσίευτη επιστολή του στον Οδυσσέα Ελύτη στις 7 Δεκεμβρίου 1953, που μπορεί κανείς να συμβουλευτεί στο αρχείο Ελύτη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ο Λορεντζάτος απαντά στον ποιητή φίλο του που είχε παραπονεθεί ότι από τον πρόλογο στον Μπλέικ έλειπε η σαφήνεια που είχαν τα προηγούμενα γραπτά του, εξηγώντας του ότι δεν είχε αρχικά πρόθεση να προτάξει εισαγωγή ή συνοπτική βιβλιογραφία, αλλά το είχε κάνει βιαστικά μετά από αίτημα των εκδοτών της Αγγλοελληνικής Επιθεώρησης όπου πρωτοδημοσιεύτηκε η μετάφραση. Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια. Είναι φανερό ότι στην ιστορική εκείνη εισαγωγή ο Λορεντζάτος αναζητούσε συνειδητά μιαν έξοδο από το νηφάλιο και συγκροτημένο ύφος του δοκιμίου για τον Σολωμό προς την προφητεία και την πνευματική μεταμόρφωση, και γι’ αυτό είχε χρησιμοποιήσει μια γλώσσα ταραγμένη, επιτακτική και απόλυτη.

Στην ίδια επιστολή προς τον Ελύτη, ο Λορεντζάτος γράφει:

Τα τελευταία χρόνια πέρασα από μια στενωπό της ζωής μου που με άλλαξε για πάντα. Και από μακρινούς και πολύ δύσκολους συχνά δρόμους έφτασα τα τελευταία χρόνια στο σημείο να καταπιαστώ λίγο με τον εαυτό μου και να του ζητήσω στήριγμα […] και δεν με ικανοποιούσαν οι λύσεις που έβρισκα έξω. Η ιστορία αυτή είναι για μένα μεγάλη και όσα να σου γράψω, δεν λένε τίποτα. Τώρα βρίσκομαι στο σημείο που δε μου φαίνονται υπερβολικά τα λίγα που είναι σποραδικά στη μικρή εισαγωγή για τον Μπλέηκ. Τα πιστεύω απόλυτα με μια πίστη που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το νεανικότερο σκεπτικισμό μου ή την κριτική στάση. Σε μερικούς ανθρώπους βλέπεις τα πράματα έρχονται ανάποδα και η ωρίμανση ακολουθεί καμιά φορά πολυδαίδαλους δρόμους.

Σε ένα επόμενο γράμμα, στις 15 Απριλίου 1954, ο Λορεντζάτος ενημερώνει τον Ελύτη ότι τον ερχόμενο Αύγουστο ή Σεπτέμβριο θα επέστρεφε στην Ελλάδα «δίχως οριστικό σχέδιο», αλλά με την επιθυμία «να τυπώσει κάτι (ένα σχέδιο που μηρύκαζε από χρόνια)» και υποσχόταν να τού τό δείξει ως το τέλος της χρονιάς. Το καλοκαίρι εμψυχώνει τον φίλο του που ταλαιπωρούνταν από οικογενειακά προβλήματα, προβλέποντας ότι ο Ελύτης προετοιμαζόταν για μία «μεγάλη πνευματική περιπέτεια» και προσθέτοντας για τον εαυτό του:

Αν μπορούσα να σου εξηγήσω με λίγα λόγια το δικό μου, λόγου χάρη, πήδημα που πιθανόν να με κάνει να μην αναγνωρίσω πια για δικό μου ό,τι έκανα ή σκέφτηκα πριν από τη μικρή πλακέτα για τον Μπλέηκ (που θα κυκλοφορήσει διορθωμένη σε λίγο) τότε ίσως θα μπορούσες να κρίνεις καλύτερα αν έχω δίκιο ή αν η ιδέα μου ισχύει για σένα […] Ακόμη κι αν η μοναξιά σε οδηγήσει σε παραλογισμούς ποιητικούς που κανείς δεν θα ανεχτεί, δεν βλέπω γιατί λες «φοβάμαι» αφού κανείς δε μας ρώτησε αν δεχόμαστε ή όχι τον τεράστιο παραλογισμό που δίνουν σήμερα στον κόσμο με καθημερινή τροφή οι κρατούντες.

Η έκδοση που προαναγγέλει ο Λορεντζάτος ως ένα «σχέδιο που μηρύκαζε χρόνια» είναι η ποιητική σύνθεση Μικρά Σύρτις που γράφτηκε το 1953 και δημοσιεύτηκε το 1955. Το «πήδημα» που περιγράφει στον Ελύτη –το πέρασμα από τα παλιά του κείμενα στα καινούργια, από τον παλιό εαυτό του στον νέο– είναι η μεταστροφή από ένα δοκιμιακό ύφος αναλυτικό και κριτικό (αν και εξαρχής ιδιοσυγκρασιακό) σε έναν λόγο προφητικό και απόλυτο. Η μεταστροφή αυτή πραγματοποιήθηκε αρχικά μέσω της μετάφρασης των Γάμων του Ουρανού και της Κόλασης (έργο, βεβαίως, που απηχεί τα προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης), στη συνέχεια στην εισαγωγή του στον Μπλέικ και τέλος στη Μικρά Σύρτι, μια άνιση ποιητική απόπειρα να αρθρώσει έναν προφητικό λόγο πέρα από τον ατομικό άνθρωπο και τα πάθη του, στα χνάρια του Σαιντ-Τζων Περς, αλλά και του Σικελιανού και του Γκάτσου της Αμοργού.

Παράλληλα, από την αλληλογραφία Σεφέρη-Λορεντζάτου γνωρίζουμε ότι ο Σεφέρης είχε διαβάσει το ποίημα σε χειρόγραφη μορφή και στα μέσα Ιανουαρίου 1955 είχε εκφράσει στον Λορεντζάτο τις σοβαρές επιφυλάξεις του. Για τον Σεφέρη, οι ιδέες που υπερχείλιζαν στη Μικρά Σύρτι δεν είχαν γειωθεί ούτε ενσαρκωθεί σε ποίηση:

Χεροπιάνω ένα μέρος, το άλλο, το μεγαλύτερο μου φαίνεται, δεν το χεροπιάνω· μοΰ γίνεται Τουελζακόπτλ… Θαρρώ πως ο ρυθμός λασκάρει, η πίεση δεν είναι αρκετά δυνατή. Δεν ξέρω. Ίσως νά μην είμαι ο κατάλληλος δέκτης… Νομίζω πως αν διάλεξες αυτό το δρόμο θα πρέπει να δουλέψεις κάμποσο ακόμη. Υπάρχουν ακόμη πολλά στοιχεία που πρέπει να συγχωνευτούν, να γίνουν μιά σάρκα. Η φωνή σου πρέπει να ξεχωρίζει καλύτερα» (Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου, επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Δόμος, Αθήνα 1990 σελ. 149).

Σε μια παράλληλη επιστολή του στον Γ.Π. Σαββίδη, ο Σεφέρης θα ήταν οξύτερος:

Έχω την εντύπωση πως [ο Λορεντζάτος] παίζει με κάλπικα μεξικάνικα πεντόλιρα, που τρώνε τα γερά και τ’ αξιόλογα που χωρίς αμφιβολία έχει (Κυπριακές επιστολές του Σεφέρη (1954- 1962), Κύπρος 1991, σ. 78).

 Ως γνωστόν, ο Λορεντζάτος δεν άργησε να αποδεχθεί την κριτική του Σεφέρη καi η Μικρά Σύρτις έμεινε για δεκαετίες αποκηρυγμένη και δυσεύρετη, μέχρι το 2006 και τη μεταθανάτια συμπερίληψή της στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του στον Ίκαρο. Δεκαετίες αργότερα, στα Collectanea (437), θα περιέγραφε το ποιητικό εκείνο εγχείρημα ως ένα

μάλλον προσωπικό πρόβλημα που θα μπορούσε να περιμένει […] με αναβολή και κόντρα αναβολή, τον καταλληλότερο (από το 1955) καιρό ή και να μη δημοσιευόταν καθόλου

σημειώνοντας:

εδώ και πολλά χρόνια βρέθηκα και εγώ πελαγωμένος στα άπατα ατομικά νερά, και αναθυμάμαι τώρα την εποχή που μετάφρασα συμμετοχικά (αν μπορώ να πω έτσι) ή ομόφρονα τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης του Blake ή έγραψα το βιβλίο Μικρά Σύρτις με ξεναγούς τον Artaud, στον παραλληλισμό με το Μεξικό, και την Histoire philosophique du genre humain του Fabre d’ Olivet – οράματα σκοτεινόμυαλα –

για να καταλήξει:

χρόνια τόσο δύσκολα […] και όμως χρειαζούμενα και άλλο τόσο αμετάκλητα αποφασιστικά.

Έναν χρόνο μετά την έκδοση του ποιήματος, ο Λορεντζάτος επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα από το Λονδίνο, και στις αρχές Μαρτίου 1956 ξεκινά μία ανταλλαγή επιστολών με τον Σεφέρη (Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου, ό.π. σελ. 152-157) όπου δηλώνει ότι αποκηρύσσει όλα τα γραπτά του πριν τη μετάφραση του Μπλέικ, καθώς:

αυτό που και εγώ […] θεωρούσα «ποίηση» δεν είναι παρά μια παραμόρφωση της λειτουργίας αυτής στο κενό –της λειτουργίας του Ποιητή–, θεσπισμένη από δυο σχετικά περιορισμένες και ασήμαντες εποχές: τη στερνή κλασική περίοδο και τα τελευταία πεντακόσια περίπου χρόνια στην Ευρώπη.

Την ίδια φράση διαβάζουμε τώρα και στους Νόμους (σελ. 20-21), μόνον που η πατρότητά της αποδίδεται ρητά στον Κουμαρασουάμι. Λίγο πριν το κλείσιμο της ίδιας επιστολής, ο Λορεντζάτος αναφέρεται ακριβώς στο «άλλο» του «βιβλίο που καταστρώνει τώρα»:

Ανάπτυξη τέτοιων πραγμάτων δε γίνεται σ’ ένα ευχαριστήριο γράμμα, άλλωστε το άλλο μου βιβλίο που καταστρώνω τώρα θα σου μιλήσει καλύτερα – ελπίζω – για αυτά (ό.π. σ. 153-154).

Τέλος τον Αύγουστο του 1960, σε μια συνάντηση των δύο φίλων που κατέγραψε ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του (Μέρες Ζ’, Ίκαρος, εγγραφή 25 Αυγούστου 1960, σ. 242), οι Νόμοι παρέμεναν ακόμα έργο-εν-προόδω με τη διευκρίνιση του δοκιμιογράφου:

Το βιβλίο μου […] δεν είναι λογοτεχνικό.

Επέμεινα τόσο στην πυκνή τριετία 1953-1956 γιατί μάς βοηθά να κατανοήσουμε το πνεύμα με το οποίο ο Λορεντζάτος ξεκίνησε να εργάζεται πάνω στο βιβλίο –πνεύμα προφητικό, στην ίδια γραμμή με τη μετάφραση του Μπλέικ και την Μικρά Σύρτι. Παρ’όλο που επιστρέφει στο (πάντοτε ιδιοσυγκρασιακό) είδος του δοκιμίου, και μάλιστα σχεδιάζει μία σειρά τεσσάρων εκτεταμένων μελετών (από τις οποίες ολοκληρώθηκαν οι τρεις), ο σκοπός του δεν είναι αναλυτικός, επαγωγικός ή αποδεικτικός. Σε αντίθεση με το Δοκίμιο Ι αλλά και με τη μελέτη του για τον Θησέα του Αντρέ Ζιντ (1952), ο Λορεντζάτος γράφει πλέον για να εξαγγείλει, να οραματιστεί, να νομοθετήσει, και θα ήταν άγονο να διαβάσουμε τους Νόμους με κριτήρια ξένα προς το προφητικό είδος γραφής στο οποίο προγραμματικά ανήκουν (ή δημιουργούν οι ίδιοι). Δεν πρόκειται για μελέτη θρησκειολογική, ιστορική, φιλοσοφική, ανθρωπολογική –ούτε ποτέ ισχυρίστηκε ότι είναι. Είναι η καταγραφή μίας πνευματικής ανακάλυψης όπως περίπου την περιέγραφε στο γράμμα του στα τέλη του 1953 στον Ελύτη –ξαναδιαβάζω: «Τα τελευταία χρόνια πέρασα από μια στενωπό της ζωής μου που με άλλαξε για πάντα. Και από μακρινούς και πολύ δύσκολους συχνά δρόμους έφτασα τα τελευταία χρόνια στο σημείο να καταπιαστώ λίγο με τον εαυτό μου και να του ζητήσω στήριγμα». Ο Λορεντζάτος βρίσκει αυτό το «στήριγμα» σε μία πίστη που υπερβαίνει πια και τον κριτικό και τον ποιητικό δρόμο. Στους Νόμους αναζητά την «άγρια» εκείνη «σκοτεινή δύναμη», την «αντίμαχη της κλασικής Ελλάδας» που στοίχειωνε τη Μικρά Σύρτι (στιχ. 750-752):

Σκοτεινή δύναμη άγρια φανερώσου

Αντίμαχη της κλασικής Ελλάδας

Και λύτρωσέ με απʼ το λευκό της κίονα που με κλείνει

στους πολιτισμούς που άνθισαν πριν την εφεύρεση της γραφής και διέσωσαν ακέραια την αλήθεια της «Μεγάλης Παράδοσης»:

Όταν συλλογιστεί τώρα κανένας πως πριν από την Ελλάδα υπάρχουνε η Αίγυπτος, η Φοινίκη, η Φρυγία, η Λυδία, το Ελάμ, η Ασσυρία, η Βαβυλωνία, η Χαλδαία, η Περσία, οι Ινδίες, και πως άνθρωποι που δεν έχουνε ιδέα από όλους αυτούς τους πολιτισμούς (ενώ γνωρίζουνε και την τελευταία άνω τελεία του τελευταίου ρήτορα της αθηναϊκής δημοκρατίας) ρίξανε καταπάνω στον ελληνικό πολιτισμό την ύβρη πως, ακριβώς όπως κάνουνε αυτοί σήμερα θεωρώντας τους άλλους απολίτιστους ή κατώτερους, η Ελλάδα στάθηκε μοναδική (όπως η Ευρώπη και ο πολιτισμός της σήμερα) (σελ.64)

μελετώντας με προσήλωση τα θεμελιώδη πνευματικά τους κείμενα ως μεταφυσικούς και ηθικούς οδηγούς, όχι ως πεδία ακαδημαϊκής γνώσης και θεωρίας:

Όσοι ασχολούνται σήμερα με τα διάφορα αυτά ζητήματα, οι λεγόμενοι scholars ή άλλοι διαβασμένοι (από εκεί το παίρνουνε οι άλλοι άνθρωποι), ενδιαφέρονται περισσότερο για την έρευνα παρά για τα πράγματα που (νομίζουνε πως) ερευνάνε, ώστε έχομε φτάσει |στο σημείο να υποσκελίσομε τελείως ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΥΤΑ, δηλ. να τα πετάξομε έξω από τη ζωή μας (αφού σε τίποτα δεν την επηρεάζουνε), και να σταματάμε στην έρευνα, χειραφετημένη σε «μάθηση, μόρφωση, καλλιέργεια», από μονάχη της ικανή να ξεχωρίσει τιμητικά τον κάτοχό της από τους άλλους ανθρώπους: με το απίστευτο αποτέλεσμα και ο ερευνητής να ερευνάει και ο άλλος άνθρωπος να διαβάζει ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ χωρίς η ζωή του να επηρεάζεται ή να αλλάζει στο παραμικρό από ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ που προορισμό τους έχουνε ακριβώς να αποφασίζουνε ή να συν-πληρώνουνε τη ζωή μας (αυτός είναι και ο λόγος που υπάρχουνε). Η Βεδάντα και ο Πλάτωνας, λόγου χάρη, δεν υπάρχουνε χωριστά από τη ζωή ώστε να μπορεί κανείς να τα μελετήσει in vacuo, να τα γράφει ή να τα διαβάζει την Κυριακή και με την καθημερινή ζωή του όλη τη βδομάδα να ενσαρκώνει τα αντίθετα. Όπως ο Χριστός δεν είναι μόνο την Κυριακή στην Εκκλησία, αλλά και τη Δευτέρα στη ζωή, προπάντων τη Δευτέρα […] Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε μια εποχή ανώμαλη, όταν η πολιτεία βρίσκεται χωρίς ιεράρχηση και οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει οτιδήποτε, ενώ όλοι τα μπορούνε όλα και καθένας το καθετί, ὥσπερ εἰς παντοπώλιον ἀφικομένῳ πολιτειῶν(Πολ. 557d). Τη Βεδάντα ή τον Πλάτωνα τα καταλαβαίνει μονάχα όποιος τα χρησιμοποιεί στη ζωή του, και για να τα καταλάβει αφήνει την αντικειμενική μέθοδο της επιστήμης ή τα σκαμνιά των θεατών, αφού δεν υπάρχει κατανόηση χωρίς αφομοίωση, και να καταλάβεις θα πει να ξαναγεννηθείς. Η ζωή του σημερινού ανθρώπου δεν αποφασίζεται στα πανεπιστήμια. Θέλομε να πούμε πως η θέση του Πλάτωνα ή της Βεδάντα είναι εκεί που αποφασίζεται η ζωή (ανάλογα με τις περιστάσεις το εκεί αυτό όντας οπουδήποτε): Όσο τα πράγματα αυτά δεν έχουνε επίδραση και σε τίποτα δεν αλλάζουνε τη ζωή μας (διδασκόμενα στα πανεπιστήμια ή στα μουσεία σα μια ακίνδυνη μορφο-λογία που πρέπει κατά τεκμήριο να κάνει τον άνθρωπο καλύτερο), με άλλα λόγια όσο τα μετατρέπομε σε ένα είδος μορφωτική πομάδα (= που δίνει μορφή, μορφώνει) για μια ανθρώπινη ζωή που αλλού αποφασίζεται ποια θα είναι η μορφή της, μπορεί να τα ερευνάμε ή να τα διαβάζομε, αλλά δεν μπορούμε να πούμε πως τα καταλαβαίνομε. Όπως σχετικά με την Ελλάδα (o altra cosa) μπορεί να φτάνομε τα πουκάμισα του φιδιού· το φίδι μάς φεύγει (Νόμοι, σ. 65-66).

Γι’ αυτό γράφοντας τους Νόμους επιχειρεί να υποδείξει έναν πρακτικό βίο, μία vita activa, γιατί η αλήθεια της «Μεγάλης Παράδοσης» ήταν ανέκαθεν «πρακτική»:

Αν γενικά υπάρχει ένας θεωρητικός (vita contemplativa) και ένας πραχτικός βίος (vita activa), δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρόκειται πάντα για διαβαθμίσεις ενός πράγματος ή Αυτού, και ο θεωρητικός σωστά μπορεί να παραβληθεί με τον άνθρωπο που γυμνάζεται προτού δώσει βουτιά ή αγωνιστεί στο κολύμπημα. Αυτός που καταλαβαίνει μια διδασκαλία δεν είναι όποιος μπαίνει στο λογικό νόημά της (αυτός βρίσκεται ακόμα σε άγνοια), αλλά όποιος την αληθεύει πάνω του, και γίνεται η διδασκαλία, o altra cosa. Κατά το λόγο του Ruysbroeck, η αλήθεια «αποκαλύπτεται σε όσους είναι Αυτό που θεωρούνε»· με άλλα λόγια, όταν η γνώση έχει ακόμη αντικείμενο και γνωρίζω τούτο ή εκείνο, δεν έχομε βγει από την άγνοια (σ. 66).

 Συγχρόνως, οι Νόμοι συνιστούν και μια δεύτερη ρήξη –για να επαναλάβουμε την ομολογία του ίδιου του συγγραφέα τους στα Collectanea–, μια ρήξη με τα «άπατα ατομικά νερά». Υπό την επιρροή του Κουμαρασουάμι και δευτερευόντως του Ρουμάνου θρησκειολόγου Μίρτσεα Ελιάντε (πρβλ. Γιάννης Δημητρακάκης, «Η κριτική της Ιστορίας στη Μικρά Σύρτι» στον συλλογικό τόμο Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2020 –δεν βλέπω πουθενά ουσιαστική συνάφεια με την «παραδοσιοκρατία» τύπου Ρενέ Γκενόν, ο οποίος είναι εκκωφαντικά απών από το βιβλίο), ο Λορεντζάτος εγκαταλείπει την «προσκόλληση σε κάποια προσωπική αντίληψη για τον κόσμο γενικά» –θα προσέθετα: την κατασκευή μίας «προσωπικής θρησκείας» όπως την είχε ορίσει ο Αντρέ-Ζαν Φεστυζιέρ– και αναζητά τις θεμελιώδεις αρχές της philosophia perennis που διέπουν όλες τις απρόσωπες υπερβατικές παραδόσεις, τον Ινδουισμό, τον Βουδισμό, τον Χριστιανισμό, το Ισλάμ. Σε πάνω από τριακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες αποθησαυρίζει κρίσιμα παραθέματα από ιερά κείμενα, μυθολογικές αφηγήσεις, φιλοσοφικές πραγματείες και λογοτεχνικά μνημεία υποτάσσοντας τον ατομικό εαυτό στις αρχές αυτές και ακολουθώντας έναν δρόμο που ο Λορεντζάτος δεν διδάσκεται μόνον από τον Κουμαρασουάμι αλλά και από τον Σολωμό (Προλεγόμενα, ΧVIII) και τον Τ.Σ. Έλιοτ: την απόσβεση του εαυτού, την απώλεια της «φυσικής ταυτότητας» χάριν της «μετοχής στο πνεύμα» (στη συγκεντρωτική έκδοση των δοκιμίων του Λορεντζάτου: Μελέτες Ι, Δόμος 1994, σ. 184).

Γραμμένοι στο κατώφλι της μέσης ηλικίας, και παρ’ όλο που αποθησαυρίζουν μία σοφία χιλιετηρίδων, οι Νόμοι είναι γεμάτοι ενέργεια, πάθος, πολεμική ενάντια στον νεωτερικό ανθρωπισμό και την αυτονομία της αισθητικής, έξαψη για την ανακάλυψη πνευματικών κόσμων αγνοημένων από τη λογοτεχνία. Η γλώσσα τους είναι μεταβατική, μία ρήξη με την πρώιμη ωριμότητα του Δοκιμίου Ι αλλά και με τον σχολαστικισμό της μελέτης για τον Θησέα του Ζιντ. Η γραφή αναδεύεται, είναι ταραγμένη, δεν ησυχάζει ποτέ, μένει ακατέργαστη, ανταγωνίζεται, εξοργίζεται, προκαλεί, δεν ξέρει τι να κάνει με όσα πιστεύει ότι έχει ανακαλύψει. Ο Λορεντζάτος δεν υποχωρεί και ασφαλώς δεν κάνει παραχωρήσεις στην ταπεινοφροσύνη (όπως θα του καταλόγιζε αργότερα ο Σεφέρης: Μέρες Θ’, Ίκαρος 2019, σελ.123), άλλοτε διδάσκει με στόμφο και απόλυτες απορρίψεις, σαν να θέλει να πειστεί ο ίδιος, άλλοτε δοκιμάζει τη διαίσθησή του, επιστρέφοντας στις ίδιες σκέψεις και αναφορές από διαφορετική σκοπιά, αλλά με απαραμείωτη ένταση. Υπάρχει κάτι εκκρεμές και ανεκπλήρωτο στο βιβλίο που δεν έχει να κάνει μόνον με το ανολοκλήρωτο ενός χειρογράφου που ανασύρθηκε από τα κατάλοιπα του στοχαστή χωρίς τη βάσανο της τελευταίας διόρθωσης, αλλά με την επιτακτικότητα, με την αδημονία του, σαν να χτυπά απεγνωσμένα, μέσα στο σκοτάδι, μια πόρτα κλειστή, γιατί κάτω από τις χαραμάδες της διακρίνει μια αχτίδα φωτός.

Ο πλούτος των πνευματικών κοιτασμάτων που συλλέγει ο Λορεντζάτος και ο τόσο προσωπικός, ή κατά τόπους ιδιόρρυθμος (για να θυμηθώ τον χαρακτηρισμό που επεφύλαξε στον στοχαστή ο Λίνος Πολίτης στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του) σχολιασμός τους καθιστά ανώφελη κάθε σύνοψη του βιβλίου. Πάντως ο χώρος στον οποίον κινούνται οι Νόμοι είναι κατ’ αρχάς ο ινδουϊσμός, και παράλληλα η συστηματική ανάγνωση του Πλάτωνα υπό το πρίσμα κυρίως του νεοπλατωνισμού –και επίσης η συγκριτική μελέτη του Βουδισμού, του ταοϊσμού, του σουφισμού και μόνον συμπληρωματικά του χριστιανισμού. Το θεμελιώδες απόσταγμα των Νόμων είναι ίσως η άρνηση της διάκρισης υποκειμένου και αντικειμένου, και γενικότερα η αρχή «Αυτός που μαθαίνει είναι Αυτό που μαθαίνει» σύμφωνα με τη διδασκαλία της μη δυάδας, και η πίστη στη μεταφυσική ενότητα των πάντων, τόσο στο κοσμολογικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο του εαυτού, με την ταύτιση του Άτμαν, του εσωτερικού εαυτού, με το Μπράχμαν, την απόλυτη πραγματικότητα. Πολύ πριν τον Πιερ Αντό, ο Λορεντζάτος υπογραμμίζει ότι η φιλοσοφία είναι πρωτίστως τρόπος ζωής, προσωπική άσκηση, και η αλήθεια δεν είναι γνώση ή θεωρία αλλά βίωμα και πράξη. Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται κατεξοχήν στον αγώνα για το εκφράζεσθαι:

όλοι οι μεγάλοι τεχνίτες […] δούλεψαν ή υπηρέτησαν […] την τέχνη πολεμώντας ή παραβαίνοντας το νόμο του εαυτού τους (autonomie) με στόχο ακίνητο/ακοίμητο κάποιον άλλον ή έτερο νόμο (hétéronomie), για να βρουν εκεί, στην υπέρβαση αυτήν […] την τελική δικαίωση της δουλειάς τους, και όχι στην υποδούλωση του εγώ.

Και επίσης η Μεγάλη Παράδοση δεν αναγνωρίζει πίστη στη ζωή μετά τον θάνατο ή στην προσωπική αθανασία:

Ο άνθρωπος γεννιέται μόνο μια φορά· και, όπως το είδαμε στην ινδική μορφή της παράδοσης, «ο μόνος αποδημητής είναι ο Κύριος» (BrSbh, 1:1,5) που γνωρίζει δηλαδή τη λεγόμενη παλιγγενεσία ή μεταμψύχωση. Καμιά παράδοση δε μίλησε ποτέ για παλιγγενεσία ατόμων (ego), ή για σωματική αθανασία, και είναι ανόητο και να αρνιέται κανείς μια τόσο φανερή πιθανότητα […] στη γλώσσα του Ρουμί, που είναι και γλώσσα όλων των παραδόσεων: «Δεν υπάρχει αποδήμηση (transmigration), τίποτα δε μεταφέρεται. (σελ. 235-236).

1961-2004

            Ποια είναι η θέση των Νόμων στο συνολικό έργο του Λορεντζάτου; Στο σημείωμα που συνοδεύει την έκδοση, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης περιγράφει το βιβλίο ως τον «ενδιάμεσο σπόνδυλο που μας έλειπε για να καταλάβουμε καλύτερα τη μετακίνηση» του συγγραφέα «από την αντιχριστιανική Μικρά Σύρτι και την ακόμη αντιχριστιανικότερη ‘Εισαγωγή’ στη μετάφρασή του των Γάμων του Ουρανού και της Κόλασης του Μπλέηκ […] στην προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία» με το μελέτημά του για τον Παπαδιαμάντη και κυρίως με το Χαμένο Κέντρο οκτώ χρόνια αργότερα (σελ. 389). Πάντως, όπως βεβαιώνει και ο Ζουμπουλάκης (σελ. 387), ο Λορεντζάτος παρέμεινε πιστός στη philosophia perennis ως το τέλος. Το 1981, γράφοντας για τον Δημήτρη Πικιώνη, υπογραμμίζει ότι ο Έλληνας αρχιτέκτονας πίστευε ότι «οι παραδόσεις [των λαών] είναι επιβιώσεις πανάρχαιων ρυθμών ή μορφών» που ανήκουν «στην παγκόσμια οικογένεια της μιας και ενιαίας παράδοσης όλων των λαών της γης», εξηγώντας ότι ο Πικιώνης διατηρούσε «ακοίμητη για εμάς» τη philosophia perrenis «που την αποσαφήνισε τα τελευταία χρόνια σε όλη την πλούσια πολυφωνία» της «ένας από τους μοναδικούς και σχεδόν άγνωστους […] στην Ελλάδα σοφούς του αιώνα μας, ο Ananda Coomaraswamy (1877-1947)». Στα Collectanea (721) τον βρίσκουμε να διαβάζει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 την τότε πρόσφατη έκδοση των Selected Letters του Κουμαρασουάμι, τον οποίο περιγράφει ως «σοφό άνθρωπο» και «αποθησαυριστή της philosohia perennis» και επιλέγει ένα δικό του παράθεμα ως προμετωπίδα στην δίτομη έκδοση των Μελετών του (1994). Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, στα Collectanea (825), ο Λορεντζάτος σημειώνει:

Ο δεύτερος αυτός δρόμος της λεγόμενης philosophia perennis, που μιλάει ταυτόχρονα για όλες μαζί τις παραδόσεις, όσο σεβάσμιος και αν είναι, μπορεί να κρύβει πολλές παγίδες για τον πεζοπόρο και να οδηγήσει, καμιά φορά, σε κακοτοπιές. Ο πιστός δεν τον ακολουθάει – περιορίζεται στον πρώτο δρόμο, το δρόμο της δικιάς του παράδοσης, και από εκεί μέσα κοιτάζει τις άλλες παραδόσεις.

Το απόσπασμα μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Από τη μία, ο Λορεντζάτος μοιάζει να αποτρέπει τον πιστό από το να εξερευνά συγχρόνως όλες τις πνευματικές παραδόσεις, αυτό δηλαδή ακριβώς που επιχείρησε ο ίδιος με τους Νόμους, και τον παροτρύνει να τις πλησιάζει μέσα από την δική του· ο ατομικός εαυτός ασφαλώς μπορεί να χειραγωγήσει ένα αχανές υλικό προσαρμόζοντάς το επιλεκτικά στην εικόνα του. Από την άλλη, το ίδιο χωρίο είναι και μία απόλυτη επιβεβαίωση μίας ισόβιας προσήλωσης στην philosophia perennis. Η μεταστροφή του Λορεντζάτου στην ορθόδοξη πίστη είναι κατά κάποιον τρόπο συγκυριακή και ριζικά εμμενής, συνδέεται άρρηκτα με τη χώρα και τη γλώσσα στις οποίες γεννήθηκε και όχι με τον Χριστό και την αποκάλυψή Του –εξίσου νόμιμη θα ήταν η προσχώρησή του στον Βουδισμό ή στο Ισλάμ αν είχε γεννηθεί ανατολικότερα. Ίσως γι’ αυτό και ο Λορεντζάτος δεν εξερεύνησε της ανατολικής χριστιανικής παράδοσης ούτε τής αφιέρωσε κάποια μελέτη ανάλογη με τους Νόμους. Το διπλό μήνυμα που μεταφέρει το collectaneum μπορεί να εκληφθεί αφενός ως μία άτυχη δέσμευση του δοκιμιογράφου στη γεωγραφία (εξ ου και οι μεταγενέστερες αιτιάσεις του Βάσου Βαρίκα και του Κωστή Παπαγιώργη για τον ‘ελληνοκεντρισμό’ του Χαμένου Κέντρου) και συγχρόνως ως άρνηση της απόλυτης αλήθειας που διεκδικούν για τον εαυτό τους όλες οι θρησκείες, της αμείλικτης μονοδοξίας τους. Ειδικά μετά την έκδοση των Νόμων η συναρίθμηση του Λορεντζάτου στους ανανεωτές της ορθόδοξης πίστης που είχαν επιβάλλει στο παρελθόν ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος και ο Χρήστος Γιανναράς θα πρέπει να γίνεται με ακόμα μεγαλύτερη φειδώ. Ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει το 1960 στο μελέτημά του για τον Παπαδιαμάντη ότι ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι μία μόνον από τις εμπράγματες εκφράσεις της Μεγάλης Παράδοσης:

 Ο Παπαδιαμάντης ακολουθούσε την παράδοση του Χριστιανισμού, όπως ο Σωκράτης ακολουθούσε την παράδοση που υπήρχε στους Δελφούς ή σε άλλα κέντρα, όπως στις Ινδίες ακολουθούν την παράδοση του Ινδουϊσμού, ή αλλού το Βουδισμό ή αλλού το Ισλάμ». «Πρωτοτυπία είναι να μένεις πιστός στους πρώτους τύπους, στα αιώνια πρότυπα (Μελέτες Ι, σελ. 246-247).

Αν κάτι πράγματι αλλάζει στον Λορεντζάτο μετά το 1961 είναι ότι προσπαθεί να κρατήσει ζωντανούς όλους τoυς αποκηρυγμένους του εαυτούς –να συνεχίσει να γράφει για τη λογοτεχνία αλλά υπό το φως των μεταφυσικών ερωτημάτων που ήδη αξιώνουν την πρωτοκαθεδρία από τους ημιτελείς Νόμους του. Στο Χαμένο Κέντρο το βάρος της επιχειρηματολογίας ανατίθεται ξανά στους ποιητές: μάρτυρες της μεταφυσικής ρήξης με την «ουράνια αρχή» είναι ο Λωτρεαμών, Ρεμπώ και ο Αρτώ, ο Γέητς, ο Καρυωτάκης και ο Έλιοτ. Το 1966 θα ξεκινήσει να γράφει τη μελέτη του για τον Πάουντ και στη συνέχεια θα αφιερώσει σημαντικές σελίδες στον Χαίλντερλιν και την Αχμάτοβα, στον Καβάφη, στον Καρυωτάκη, στον Σικελιανό, στον Σαραντάρη και τον Καρούζο, στον Παπαδιαμάντη και τον Χατζή.

2026

            Η philosophia perennis ανθίζει παρηγορητικά σε εποχές μεταιχμιακές και ευάλωτες –όπως στην ύστερη αρχαιότητα ή αργότερα στην αυγή των Νέων Χρόνων, στον Μεσοπόλεμο αλλά και στην πρώτη μεταπολεμική δεκαετία· όταν η σκέψη προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα ότι πίσω από την παρακμή ενός πολιτισμού και τον θάνατο των θεών του είναι δυνατόν, παρ’ όλ’ αυτά, να επιβιώσει μια αρχέγονη οικουμενική αλήθεια που θα συνεχίσει να προστατεύει τους ανθρώπους από τα τρομακτικά δεινά που επιφέρουν στον εαυτό τους και στον κόσμο. Έτσι και μετά τα αποτεφρωτήρια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ένα από τα μονοπάτια της νεωτερικής σκέψης στράφηκε για παρηγοριά στο γενέθλιο παρελθόν των αρχαίων πνευματικών παραδόσεων, μακριά από την Ιστορία και τα αδυσώπητα τραύματά της.

Οι Νόμοι του Ζήσιμου Λορεντζάτου είναι καρπός μιας ανάλογης μεταβατικής εποχής, μιας εποχής «αγωνίας», όταν τόσοι συγγραφείς της προηγούμενης ή της ίδιας γενιάς ακολούθησαν διαισθητικά ανάλογους δρόμους –όταν o Ώντεν είχε ήδη προσχωρήσει στον χριστιανισμό και ο Γιουνγκ αφυπνίσει ένα λησμονημένο συλλογικό ασυνείδητο, όταν ο Έρικ Ντόντς αποκάλυπτε στο Οι Έλληνες και το Παράλογο (1951) τις ανορθολογικές και διονυσιακές όψεις της κλασικής Ελλάδας και ο Νόρθροπ Φράι, αφού είχε μελετήσει και εκείνος τον Μπλέηκ, εξιστορούσε στην Ανατομία της Κριτικής (1957) τη συμπλοκή της λογοτεχνίας με τα θρησκευτικά ή τα αρχετυπικά σύμβολα σε βάθος αιώνων. Και όταν στην Ελλάδα, όπως είχε ορθά προβλέψει για τον φίλο του ο Λορεντζάτος, ο Οδυσσέας Ελύτης ζούσε τη δική του «μεγάλη πνευματική περιπέτεια», αρθρώνοντας, υπό την αφανή επιρροή και της Μικράς Σύρτεως (όπως στην εναλλαγή λυρικών και πεζών μερών στη δομή του ποιήματος), έναν προφητικό λόγο που έβλεπε «να λαμβάνουνε τα όνειρα εκδίκηση» και να «σπέρνουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων» (Το Άξιον Εστί, «Προφητικόν»).

Και μετά, όλη αυτή η ελπίδα της δεκαετίας του 1950 σαρώθηκε ολοκληρωτικά από τις αυταπάτες της δεκαετίας του 1960 και ο στοχασμός επέστρεψε στον κατακερματισμό, στον διπολισμό και τον ζηλωτισμό. Η αλήθεια έπαψε να υπάρχει, θεωρήθηκε φρεναπάτη ή κοινωνική κατασκευή, και μετά επέστρεψε σαν ένας θρησκευτικός ή τεχνολογικός εφιάλτης που απαιτεί τον εξανδραποδισμό μας. Κι η Μεγάλη Παράδοση στην αρχή εκκοσμικεύθηκε, στη συνέχεια γελοιοποιήθηκε με την ναρκισσιστική αυτοκατάφαση του New Age και στο τέλος αποσύρθηκε στο περιθώριο του μεταπνευματικού κόσμου –επιβιώνοντας μοναχική και αγέρωχη στη μουσική του Άρβο Περτ και τα μυθιστορήματα της Όλγκα Τοκάρτσουκ, στις βίντεο εγκαταστάσεις του Μπιλ Βαϊόλα, στη ζωγραφική και τα γλυπτά του Άνσελμ Κίφερ, στις μελέτες του Πήτερ Κίνγκλεϊ για τους προσωκρατικούς.

Και σήμερα αντηχεί ξανά και στις σελίδες των Νόμων – του ανολοκλήρωτου βιβλίου ενός μεγάλου δοκιμιογράφου που έρχεται αναπάντεχα στο φως, ενώ πολύ κοντά μας, στην άλλη άκρη της θάλασσας, ένας τερατώδης ψηφιακός αντι-Πάπας ονειρεύεται απαστράπτοντα φουτουριστικά θέρετρα πάνω στα συντρίμμια κάθε μορφής ιερότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, της ζωής και του κόσμου.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο διαβάστηκε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, στις 8 Μαΐου 2026. Στη φωτογραφία, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο Παρίσι, 1949. Αρχείο Δημήτρη Καράμπελα.]

Κύλιση στην κορυφή