Είναι χειμώνας της ακαδημαϊκής χρονιάς 1993-1994, λίγους μήνες πριν έχω αποφοιτήσει από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου είχα καθηγητή, ανάμεσα σε αρκετούς σημαντικούς ανθρώπους, τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά. Βρίσκομαι στο Παρίσι, όπου σπουδάζω κοινωνιολογία σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Οικειοποιούμαι και πάλι την πόλη όπου μεγάλωσα, με τρόπους διαφορετικούς από τα παιδικά μου χρόνια. Ασκούμαι συστηματικά και μάλλον μονόχνοτα, στον ρόλο του Έλληνα φοιτητή στο Παρίσι. Και ζω, μέσα στην ελληνική φοιτητική κοινότητα της πόλης, τις φαντασιώσεις της και τη μνήμη της, για να μπορέσω να βαθύνω κι άλλο το ελληνικό σκέλος της ταυτότητάς μου.
Ένα βράδυ στην Πανεπιστημιούπολη γνωρίζω κάποιον με φωνή ζεστή και μεγάλη αυτοπεποίθηση, ο οποίος μου λέει ότι έχει ακούσει για μένα και ότι θέλει να πάω να τον δω στο δωμάτιό του την επόμενη μέρα. Πεπεισμένος ότι πρόκειται να γνωρίσω κάποιον σημαντικό άνθρωπο και κάπως γοητευμένος από αυτήν την προστακτική αμεσότητά του προετοιμάζομαι και διαχειρίζομαι την αγωνία που προκαλεί μια πιθανώς σημαντική συνάντηση. Την επόμενη μέρα βγαίνω απ’ το Ελληνικό Σπίτι, περνάω απέναντι σ’ ένα γειτονικό και, αφού περιπλανιέμαι μέσα σε διαδρόμους και εσωτερικούς χώρους αρκετά εντυπωσιακούς, βρίσκομαι μέσα σε ένα όμορφο δωμάτιο, επενδυμένο με ξύλο, γεμάτο βιβλία, όπου ο άνθρωπος αυτός με υποδέχεται και με καθίζει απέναντί του.
Προσφέρει έναν ωραίο καφέ και μου εξηγεί ότι είναι απόφοιτος του ίδιου τμήματος με εμένα, ότι αποφοίτησε μόλις έναν χρόνο πριν και ότι τώρα στο Παρίσι σπουδάζει και αυτός κοινωνιολογία στην ίδια σχολή με εμένα. Διατυπώνει φωναχτά το μάλλον προφανές συμπέρασμα πως έχουμε πολλές κοινές αναφορές. Αυτό πάντως που σίγουρα δεν έχουμε κοινό είναι το πώς σκηνοθετούμε τον εαυτό μας. Θεατρικότητες και αλαζονείες σε εκείνη την ηλικία δεν λείπουν από κανέναν, αλλά ο άνθρωπος αυτός είχε σκηνοθετήσει ολόκληρο έργο με διαλόγους και προκαθορισμένους ρόλους: μια διανοητική αυθεντία υποδεχόταν έναν φέρελπι επιστήμονα. Κάποια στιγμή μάλιστα, καθώς η συζήτηση προχωρούσε για το τι μελετάμε ο καθένας, μα κυρίως με τι ασχολούμαι εγώ αφού ήταν σαφές ότι έδινα εξετάσεις σε ένα είδος γκουρού, με ρώτησε αν έχω διαβάσει το τάδε βιβλίο που το θεωρούσε τότε ο ίδιος ότι βρίσκεται στην κορυφή της κοινωνιολογικής βιβλιογραφίας και επικαιρότητας. Απάντησα πως όχι και εκεί, με ακόμα πιο έντονη θεατρικότητα, μου έδειξε την πόρτα με το χέρι του και μου είπε εντονότατα: «έξω, έξω αμέσως, έχεις φύγει και ξαναέλα όταν το διαβάσεις». Φυσικά δεν το εννοούσε. Ήταν μία πόζα, μια επίδειξη ικανότητας προς την υπερβολή. Ένα επικοινωνιακό τέχνασμα, ένας χιουμοριστικός και υποτίθεται αυτο-υπονομευτικός τονισμός εκείνης της ζεστής ανθρώπινης αυθεντίας που ήθελε να ενσαρκώσει.
Τις επόμενες μέρες, αλλά και τις επόμενες δεκαετίες κατά πάση πιθανότητα, σκέφτηκα πολύ αυτή τη συνάντηση. Αναρωτιόμουν, γιατί δεν με εξόργισε η αλαζονεία του; Για ποιο λόγο μου φάνηκε τελικά συμπαθής ο άνθρωπος αυτός; Σίγουρα δεν ήμουν σε θέση να τακτοποιήσω τη συμπεριφορά του στο ράφι με τις αβλαβείς νεανικές ματαιοδοξίες γιατί ήμουν εξίσου ματαιόδοξος και νέος και, συνεπώς, ευάλωτος στην κακότροπη υπερβολή. Μπορεί να μην είχα πειστεί για το μεγαλείο τού σχεδόν συνομήλικου διανοητή, αλλά χαιρόμουνα που μου είχε δώσει στ’ αλήθεια σημασία. Μερικές δεκαετίες αργότερα αποδείχθηκε ότι κατά βάθος είχα ενοχληθεί περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμουν, καθώς σε πιο ώριμες συνθήκες συναντηθήκαμε πάλι και κράτησα σαφείς αποστάσεις στις αυθεντικά ευγενικές του προτάσεις να κάνουμε παρέα. Υπήρχε πάντως σε αυτόν τον άνθρωπο μία διανοητική ποιότητα, μία γλωσσική ποικιλομορφία και στο βάθος μία καλή προαίρεση. Σίγουρα αυτά είχαν διαπεράσει τους αδέξιους θεατρινισμούς ισχύος που είχα δοκιμάσει. Υπήρχε όμως κάτι άλλο, κάτι πιο ιδιόμορφο, χάρη στο οποίο δεν είχαν ενεργοποιηθεί οι ευαίσθητες τότε νευρικές απολήξεις του θυμικού μου.
Σύντομα κατέληξα ότι ο άνθρωπος αυτός, και καθώς τον παρατήρησα και μετά από εκείνη τη διαβατήρια τελετή στις κοινές ελληνο-παρισινές μας παρέες, είχε υιοθετήσει μια εκφορά του λόγου μιμητική προς τους δασκάλους μας. Μια μίμηση των Ελλήνων μαρξιστών διανοουμένων της μεταπολιτευτικής περιόδου και πιο ειδικά του κοινού μας καθηγητή, του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Η χροιά της φωνής, η κινησιολογία των χεριών, ο τρόπος που φόραγε τα πουκάμισα του, το σταθερά θεωρητικό γλωσσάρι, είχαν μεγάλη πιστότητα με του Τσουκαλά. Έτσι, οι παραβάσεις από το μοντέλο –διότι ο Τσουκαλάς δεν θα έλεγε ποτέ σε κανέναν ότι «αφού δεν έχεις διαβάσει αυτό το βιβλίο πρέπει τώρα να σηκωθείς να φύγεις και να επιστρέψεις μόνο όταν δεν το έχεις διαβάσει»– μπορούσαν να γίνουν ανεκτές ως «ελεύθερη μεταφορά του από το αρχαίο κείμενο».
Στην πραγματικότητα, χωρίς να το ομολογώ στον εαυτό μου, σήμερα κάτι τέτοιο μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, δεν θα μπορούσε να μη συγχωρεθεί αυτός ο κραυγαλέος ετεροκαθορισμός και η γραφικότητά του. Και αυτό διότι όλοι όσοι είχαμε την τύχη να ωφεληθούμε από τη λαμπερή παρουσία και την θερμή, γενναιόδωρη διδασκαλία του Τσουκαλά, όσοι τότε διαβάσαμε το πυκνό μα φιλόξενο θεωρητικό του κείμενο, ακούσαμε και αισθανθήκαμε τον θαυμασμό μιας ολόκληρης εποχής και κοινότητας ανθρώπων για αυτόν, λίγο ή πολύ, συνειδητά ή πιο παρασκηνιακά, όχι μόνο προσπαθούσαμε να του μοιάσουμε αλλά και να τον μιμηθούμε.
Γιατί η αλήθεια είναι ότι πολλοί τον θαυμάζαμε και για τη βαθιά αστική του άνεση που ενσαρκωνόταν τόσα καλά στο μελαχρινό του δέρμα, στο πάντοτε –μα πάντοτε– μελαγχολικό του βλέμμα, στην ανυπόκριτα μεσογειακή κινησιολογία των χεριών του. Όλα αυτά έφτιαχναν μια ιδιοσυγκρασία απολύτως ταιριαστή με τη μοναδικότητα του στοχαστή, χωρίς όμως τις στερεοτυπίες, τις πόζες και τους εξουσιαστικούς θεατρινισμούς που, αν και νέοι, ξέραμε να διακρίνουμε –μα δεν αποφεύγαμε οι ίδιοι, όπως φάνηκε και στο παρισινό φοιτητικό δωμάτιο με τις ξύλινες επενδύσεις.
Μια μικρή και αυθόρμητη κίνηση του Τσουκαλά θα με σημάδευε περισσότερο από άλλες. Κάπου το 1992 στην ακμή της μακεδονονομαχίας με τις παλλαϊκές της συγκεντρώσεις –όπως σωστά θυμήθηκε πρόσφατα ένας παλιός συμφοιτητής–, παρακολουθούσαμε το μάθημά του στην οδό Ομήρου, στην αίθουσα σεμιναρίων. Μιλάει και σημειώνουμε, διακόπτουμε λίγο, παίρνει το ριμπάουντ και η φωνή του σηκώνεται πιο ψηλά, πιο βραχνά, πιο στοχαστικά. Και πάλι πέφτει και επιχειρηματολογεί. Και έχει μπροστά σου την κούπα του καφέ, ψάχνει ασυναίσθητα ένα κουταλάκι για να αναδεύσει το γάλα –ή τη ζάχαρη– μα δεν βρίσκει. Και τότε, χωρίς ουδεμία ντροπή, πιάνει το πρώτο μολύβι που βρήκε μπροστά του και ανακατεύει. Την κίνηση αυτή επαναλάμβανα ιδιωτικά, ίσως και δημόσια λίγες φορές, επί δεκαετίες –μπορεί και σήμερα ενίοτε, ως τιμητική υπενθύμιση στον Τσουκαλά, να την κάνω ακόμα. Μιμητισμός του τι επιτρέπεται σε έναν στοχαστή.
Μα και ολόκληρη η παρέα, δεινοί νέοι αναγνώστες του έργου του, μιμούμασταν την ομιλία του. Ως φοιτητές συχνά, μετά το μάθημα στο καφενείο, μα κατά καιρούς και μεγαλύτεροι. Το κάναμε όλοι. Η φωνή του είχε χαραχθεί. Δεν ήταν μια απόχρωση μόνο και ένας ρυθμός. Ήταν, όπως επισημάνθηκε πρόσφατα και από άλλους, μια ιδιότυπη γλώσσα∙ εκείνη που ακολουθούσε πιστά τον γάργαρο δημοτικισμό των καλλιεργημένων της μεταπολίτευσης –και της δεκαετίας του ʼ60, στην οποία οργανικά μετείχαν λόγιες και αρχαΐζουσες μορφές και τύποι. Ο ίδιος δεν δίσταζε να επανεισάγει «συντηρητικά» γλωσσικά μορφώματα μέσα στην προοδευτική γλώσσα της εποχής, μειώνοντας έτσι τον ιδεολογικό προσδιορισμό του λόγου του. Ένα «τα μάλλα» από το στόμα του αρκούσε για να εκσυγχρονίσει τη σκέψη. Παραδείγματα υπάρχουν διαθέσιμα πολλά, αν θελήσει κανείς να συμπληρώσει.
Τελευταία φορά που τον μιμηθήκαμε με τους πιστούς φίλους ήταν πριν από λίγους μήνες σε μια εκδήλωση του Τομέα Κοινωνικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, με την ευκαιρία της εκλογής του στην έδρα της Κοινωνιολογίας της Ακαδημίας Αθηνών. Μια σεμνή τελετή, όπως λένε, στην οποία προσήλθε κατ’ ευθείαν από την Ακαδημία όπου γινόταν η υποδοχή του στενού του φίλου Τίτου Πατρίκιου, που είχε γίνει επίτιμο μέλος της. Πριν το κρασί, κάθισε και μας απευθύνθηκε. Ήταν συγκινημένος και μιλούσε για τα συναισθήματά του. Είπε με την πιο βροντερή και βαθιά του φωνή, τουλάχιστον τρεις φορές, «σε αυτή την άσχημη αίθουσα…». Αναφερόταν σε μια αξιοπρεπέστατη αίθουσα διδασκαλίας του Πανεπιστημίου μας, η οποία ομολογουμένως δεν διακρίνεται για την αισθητική της. «Έρχομαι από την πανέμορφη αίθουσα τελετών της Ακαδημίας, πανέμορφη πραγματικά» –και είχε δίκιο∙ «μα σε αυτή την άσχημη αίθουσα, βρίσκω τον εαυτό μου και τους φίλους μου και συγκινούμαι τόσο πολύ». Και φυσικά τον μιμούμαστε έκτοτε όσοι τον ακούσαμε. Γιατί ήταν ακριβής, λίγο προκλητικός, ουσιαστικός και γενναιόδωρος με εμάς που δεν είχαμε εξασφαλίσει κάτι πιο κομψό για να τον τιμήσουμε. Πού να ήξερε ότι αυτό το κάναμε επί δεκαετίες και ότι θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, φωνητικά είδωλα και γνήσιοι θαυμαστές που μπλέκουν τους δικούς τους ναρκισσισμούς με το πρόσωπο του, που δοκιμάζουν να μοιάζει η γραφή τους με τη δική του –χωρίς να προδοθούν, που δεν τολμούν να επιχειρηματολογήσουν για τα δύσκολα ζητήματα με τα οποία αναμετρήθηκε ο ίδιος και που φιλοδοξούν να γειώνουν την εγγενή επιθετικότητά τους στις γήινες και γλυκές αναμνήσεις που μας άφησε για πάντα.
⸙⸙⸙
[Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ.]
