Κυριακή: 1 Μαρτίου 2009: Με τον Μάνο Ελευθερίου, τον Μάνο Καρατζογιάννη και τον Ντίνο Πετράτο, στις 11, στο νεκροταφείο της Νέας Φιλαδέλφειας, στο ετήσιο μνημόσυνο της Έλενας Ναθαναήλ. Η κόρη της η Ίνκα, η αδελφή της, ο Τάσος Μητρόπουλος και τα ξαδέλφια της, κόσμος πολύς. Μετά το νεκροταφείο με τον Μάνο Ελευθερίου σπίτι του. Μας διαβάζει, στον Καρατζογιάννη, στον Πετράτο και σε μένα μερικές σελίδες από το καινούργιο μυθιστόρημα που γράφει. Η «ιδέα» του μυθιστορήματος πολύ σημαντικότερη από τη διαχείρισή του (προς το παρόν τουλάχιστον). Ο ίδιος ο Μάνος πάντως είναι ο άνθρωπος που, ενώ του μιλάς για τις επιφυλάξεις σου για ένα δυο σημεία του μυθιστορήματος, ο ίδιος αλλάζει δέκα, χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσεις σου ακόμη και για «σημεία» που δεν τα σχολίασες αρνητικά. Με τον Καρατζογιάννη στη συνέχεια στα «Γκούντις», παίρνω κάτι ελάχιστο για το σπίτι για να μπορώ να δουλέψω με ελαφρύ στομάχι. Στις 10, στο «Παλλάς», στην πρόβα του Φασουλή στο Κλουβί με τις τρελές. Αργότερα έρχεται κι ο Καρατζογιάννης, όταν τελειώνει η πρόβα, ο Σταμάτης φεύγει για το σπίτι του, οι δυο μας με τον Μάνο για φαγητό στην Κεντρική Αγορά.
Τρίτη, 22 Απριλίου 2014: Δημοσιεύεται σήμερα το δισέλιδο κείμενό μου για τις περιπέτειές μου όταν υπηρετούσα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, από τον Ιούνιο του ’69 ως τον Γενάρη του ’71. Θα έπρεπε να ντρέπομαι, αλλά θα κάνει πάταγο. Άνθρωποι από απίθανα μέρη, που τους είχα χάσει για δεκαετίες, θα μου τηλεφωνήσουν για να ζητήσουν να συναντηθούμε ή να μου εξιστορήσουν περιστατικά που, αν τα ήξερα και τα είχα καταγράψει, το κείμενο θα γινόταν ακόμη καλύτερο. Βγαίνω για λίγο στις 4 το απόγευμα, για να πάρω από το γραφείο μου στου Καστανιώτη τα τρία φαγητά που μου έχει φέρει ο Γιάννης Κοντός. Αν και έχω πολλή δουλειά, επιστρέφοντας σπίτι, κάνω αυτό που κάνω πάντα όταν αισθάνομαι μια αμηχανία σε σχέση με τη δουλειά που μόνο αν την ολοκληρώσω θα ηρεμήσω: ξεκαθαρίζω εφημερίδες των τριών τελευταίων μηνών. Στις 8 στην πρόβα του Σταμάτη Φασουλή στο «Παλλάς». Αν και έχεις την εντύπωση πως οι παρατηρήσεις του είναι τόσο λεπτομερειακές ώστε να καταλήγουν σχεδόν αδιάφορες, δεν χρειάζεται να περάσει πολύ ώρα για να καταλάβεις πως τελικά ήταν το «σύνολο» που διαμορφωνόταν και μάλιστα με τρόπο συναρπαστικό. Όταν τελειώνει η πρόβα στις 12 με τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, τον Δημήτρη Καντά και τον Δημήτρη Τζαμτζή για φαγητό στον Θύμιο, στην «Αγορά». Στις 2.30 ο Τζαμτζής με το αυτοκίνητό του, με φέρνει σπίτι μου. Ξέχασα να σημειώσω πως ανάμεσα στους άλλους που τηλεφώνησαν μέσα στη μέρα για το κείμενό μου για το ΕΑΤ-ΕΣΑ, ήταν ο Φώτης Κουβέλης: «Υπέροχο, αποκαλυπτικότατο», σχολίασε έντονα.
Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014: Κάνω ό,τι είναι δυνατόν για να βγω από το σπίτι μου όσο γίνεται αργότερα. Στον Καστανιώτη, απομεσήμερο πια, ο Λιοντάκης έχει φέρει φακές. Στην «Πειραιώς» από το σύνολο των 700 ευρώ που είναι οι καταθέσεις μου «σηκώνω» τα 300. Στο «Travel Plan» πληρώνω το εισιτήριο του Βασίλη, 513 ευρώ, θα έρθει στην Ελλάδα στις 25 Μαΐου, θα φύγει στις 6 Ιουνίου. Θέλω αυτή τη φορά να τον ζήσω περισσότερο απ’ ό,τι τον έζησα στις διακοπές του Πάσχα. Στα Νέα τρώμε στο εστιατόριο με την Ρούλα Γεωργακοπούλου, μια σαλάτα η Ρούλα, χάντρες εγώ. Όταν ανεβαίνω στο γραφείο μου ο Μεμής, ο συνήθως ανεκδήλωτος Μεμής, σήμερα στις τρυφερότητές του, «Θανασάκη, τι κάνεις;». Στην Σίσσυ Γαλανοπούλου υπαγορεύω για το «Άλλοτε τώρα» του Σαββάτου το κείμενο του Δημήτρη Χορν για τον Νικολάι Γκόγκολ (είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα της παράστασης Το ημερολόγιο ενός τρελού, που είχε ανεβάσει στο θέατρο «Κεντρικόν» τη δεκαετία του ’60). Στις 8 η εκδήλωση για την Λούλα Αναγνωστάκη στον «Ιανό». Μάλλον «ατυχής» βραδιά. Η Ρένη Πιττακή, πρωταγωνίστρια στα περισσότερα έργα της Αναγνωστάκη, και πολύ φίλη της, διαβάζει απλώς, ενώ θα μπορούσε να πει πέντε πράγματα για τη συγγραφέα, δεν λέει λέξη. Ο Βασίλης Παπαβασιλείου που θα μπορούσε να σταθεί αποφασιστικός για τη βραδιά, τελικά δεν ήρθε. Τι να κάνει κι ο Μάνος Καρατζογιάννης όσο καλός κι αν είναι με τα τρία πράγματα που λέει; Τι ντροπή όμως, τόσοι ηθοποιοί που έχουν παίξει σε έργα της Αναγνωστάκη, τόσοι σκηνοθέτες που τα έχουν ανεβάσει, να μην έρθει ούτε ένας στην εκδήλωση, ούτε ένας. Στις 10.30 με τα πόδια στου Μακρυγιάννη, στον Πετράτο. Έχει ετοιμάσει μια θαυμάσια μακαρονάδα που την έχουμε ονομάσει «Τζούλιαν Μούρ». Μας ήρθε η ιδέα αυτή πριν από αρκετά χρόνια, ενώ τρώγοντας μακαρόνια, κλαίγαμε βλέποντας την ταινία Ώρες μ’ αυτή την καταπληκτική ηθοποιό.
Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014: Αργά το απόγευμα, μετά την εφημερίδα, σε παιδιά. Μακρά συζήτηση με τον Βασίλη, για τη συνέχεια των σπουδών του. Χαίρομαι να κουβεντιάζω μαζί του, ξέρει να ισορροπεί ανάμεσα σε όσα του λέει κανείς και στο γεγονός ότι έχοντας συνείδηση της εξυπνάδας του θέλει να έχει την τελευταία λέξη. Πολύ αργά με κατεβάζουν σ’ ένα μπαρ, στην Αριστοτέλους, το «Βarino», ο Τάκης με την Χριστίνα. Με περιμένει ο Κουμανταρέας. Σε λίγο προστίθεται στη συντροφιά ένας φίλος του από παλιά, αλβανός, ο Φυτίν. Βότκα ο Μένης, μπύρα ο Φυτίν, πορτοκαλάδα η αφεντιά μου. Δύο μέρες αργότερα που γράφω αυτές τις γραμμές, το μόνο που θυμάμαι είναι η εντύπωση που μου έκανε η σοβαρότητα και η αξιοπρέπεια του Φυτίν. Δεν μιλάει καθόλου για τα προβλήματά του, αν και φαίνεται να έχει πολλά, το μόνο που λέει, μάλλον σα να του ξέφυγε, πως δεν έχει δικό του σπίτι, πως κάθε βράδυ κοιμάται και σ’ ένα άλλο, φίλου του προφανώς. Απόψε θα τον φιλοξενήσει ο Κουμανταρέας.
Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014: Στην Τράπεζα Πειραιώς «σηκώνω» τα τελευταία οκτακόσια ευρώ που έχει ο λογαριασμός μου (για την ακρίβεια οκτακόσια δεκατέσσερα). Στο «Παλλάς» κλείνω θέσεις για το Αρσενικό και παλιά δαντέλα, σήμερα για την Ελένη Τσαγκαράκη, αύριο για τον Βασίλη και μένα. Στις 4, αν και θα ήθελα πολύ να πάω (είναι η κηδεία της Μάνιας Καραΐτίδη) δεν θα το κάνω τελικά, από φόβο μήπως η Μαρίνα Καραγάτση που θα έχει έρθει οπωσδήποτε, μου τραβήξει καμιά σύγχυση, χωρίς λόγο κι αφορμή. Στις 5 συναντώ στο γραφείο του στα Νέα τον Δημήτρη Μητρόπουλο (ανέλαβε πλέον κανονικά την διεύθυνση της εφημερίδας). Ακούει με προσοχή όσα του λέω, επαναλαμβάνοντας όμως συνεχώς τη λέξη «οικονομία». Αν το καθημερινό φύλλο μειωθεί κατά τέσσερις σελίδες και ενοποιηθούν τα ένθετα του Σαββάτου σε ένα, ο ΔΟΛ θα έχει μια οικονομία περίπου πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ τον χρόνο. Επιστρέφοντας γύρω στις οκτώ, πιάνω αμέσως τη δακτυλογράφηση όσων σελίδων έχω απομαγνητοφωνήσει από την προετοιμαζόμενη βιογραφία του Στέλιου και της Έλλης Ιωάννου. Τις δυσκολίες, αν και ανυπέρβλητες, καθώς οι πληροφορίες ακόμη και των πιο δικών τους ανθρώπων, πόσω μάλλον των συνεργατών τους, είναι τυπικές, ελάχιστα παραλλάσσουν μεταξύ τους, κατορθώνω να τις κάνω αντιμετωπίσιμες. Η δουλειά η δική μου είναι να κάνω ένα βιβλίο ενδιαφέρον, που, να μη γράφονται τα ίδια ακριβώς πράγματα με διαφορετικές λέξεις. Πάντως είναι κάτι που παρατηρείται σε όλους τους σπουδαίους ανθρώπους, που έζησαν όμως σαν να μην είχαν να κρύψουν κάποιο μυστικό και τους αρκούσε να λογαριάζεται ως ζωή τους ό,τι ακριβώς φαινόταν και θα μπορούσε να την περιγράψει ο καθένας. Στις 12 έρχονται ο Τάκης με την Χριστίνα και μου φέρνουν παστίτσιο, είναι όμως τόσο πολύ ώστε δεν θα χρειαστεί να φροντίσω αύριο για φαγητό.
Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014: Στις 9 το βράδυ στην Αμαλία Μεγαπάνου. Μητρόπουλοι, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Μάνος Ελευθερίου, εγώ. Με το να έχει «απαγορεύσει» η Αμαλία, όταν μαζευόμαστε στο σπίτι της, τις συζητήσεις για τα «πολιτικά» τα τρέχοντα, όχι τα ιστορικά, μοιραία την κουβέντα την μονοπωλούν τα καλλιτεχνικά και σε κάποιο βαθμό, τα εκδοτικά. Απόψε πάντως μεγάλο μέρος της συζήτησης στρέφεται στην αποχώρηση του Χρήστου Μεμή από τη διεύθυνση των Νέων και στην ανάληψή της από τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Ο τελευταίος βέβαια που θα έλεγε οτιδήποτε γι’ αυτή την τοποθέτηση (πόσο μάλλον η Άρτεμις), είναι ο ίδιος ο Κώστας. Ουδέποτε έχει κάνει την παραμικρή νύξη για τις ικανότητες του Δημήτρη κι όταν συμβαίνει να τον επαινούν, όπως άλλωστε γίνεται και με τον ίδιον, αν τον εγκωμιάσει κανείς για τα σκίτσα του, τεχνηέντως γυρίζει τη συζήτηση σ’ ένα άλλο θέμα. Το πολύ πολύ ν’ αστειευτεί μ’ έναν τρόπο που δεν θίγει ούτε τον επαινούμενο ούτε τον επαινούντα. Όπως απόψε, όταν του εκφράζω τη χαρά μου για την τοποθέτηση του Δημήτρη στη διεύθυνση της εφημερίδας, που μου λέει, γελώντας βέβαια: «Θα σε μαρτυρήσω στον Μεμή ότι χάρηκες που έφυγε από τα Νέα». Φαντάζομαι πως κατά βάθος αυτή η συμπεριφορά οφείλεται στο γεγονός πως ο ίδιος ελάχιστα, ή μάλλον καθόλου, δεν υπολήπτεται τα πρόσωπα που εκφράζουν μια οποιασδήποτε μορφής «εξουσία».
Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2025: Διαβάζοντας σήμερα στα Νέα την είδηση του θανάτου του τελευταίου από τους αδελφούς «Μιλάνους» που διατηρούσαν από τη δεκαετία του ’50 την περίφημη «Σκάλα του Μιλάνου», ένα ρεμπετάδικο γνωστό μέσα στα χρόνια σε όλη τη Θεσσαλική ενδοχώρα, και όχι μόνο, με τους ίδιους τους ιδιοκτήτες στους ρόλους των μουσικών και των τραγουδιστών, θυμάμαι πως αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν ένας χώρος επιλήψιμος, όπως ένα ρεμπετάδικο, να είναι ακριβώς απέναντι από την εκκλησία του πολιούχου της πόλης, του Αγίου Νικολάου, και δίπλα ακριβώς σε μαγαζιά, όπως ένα παντοπωλείο, ένα φωτογραφείο, ή ένα γαλακτοπωλείο, όπου μπαινόβγαινε κανείς, χωρίς κανένα αίσθημα ενοχής, όσο μικρός κι αν ήταν. Πώς μπορούσε να χαρακτηρίζεται ως απαγορευμένος ένας χώρος που όχι απλώς γειτνίαζε αλλά ήταν αναπόσπαστο κομμάτι τους σε σχέση με χώρους προσβάσιμους, χωρίς επιπλέον να κινδυνεύει να εκτεθεί, όποιος κι αν ήταν αυτός που δρασκελούσε το κατώφλι τους. Άρχισα ν’ αναρωτιέμαι μήπως τελικά αυτή η αόρατη γραμμή που χώριζε το απαγορευμένο από το επιτρεπτό ήταν επινοημένη και ότι εξίσου επινοημένη παρέμενε κι όταν χώριζε τους ανθρώπους σε ηθικούς και ανήθικους. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες για να διαβώ το κατώφλι της «Σκάλας του Μιλάνου», όταν πια δεν υπήρχε κανείς που θα μπορούσε να μου το απαγορεύσει, ευτυχώς με τους ίδιους πάντα μουσικούς που ήταν οι ιδιοκτήτες του μαγαζιού, με μια όμως τώρα «μικρή», διαφορά: όσο κι αν το πρόγραμμά του παρέμενε συγκλονιστικό, μου ακούστηκε σχεδόν σαν διάψευση σε σχέση με τη μαγεία που εισέπραττα, όταν περνώντας έξω από το ρεμπετάδικο αυτό στα μέσα της δεκαετίας του ’50, σε ηλικία δέκα σχεδόν χρόνων, άρπαζε το αυτί μου ελάχιστες λέξεις και νότες από τον «απαγορευμένο» καρπό.

