Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Έστω μια λέξη. Για τη σχέση λογοτεχνίας και θεολογίας και το μυστήριο της ανάγνωσης, Αρμός, Αθήνα 2021.
Το νέο βιβλίο της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου θέτει το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη θεολογία, εκκινώντας από την ανάγνωση ως ένα μυστήριο με θεολογικό βάθος, όπου ο αναγνώστης ερμηνεύει το κείμενο που διαβάζει με τρόπο παρόμοιο με τον οποίο οι μεγάλες παραδοσιακές αφηγήσεις συνεχώς επαναβιούνται μέσα σε μία θρησκευτική κοινότητα. Και στις δύο περιπτώσεις, η ανάγνωση είναι μία υπαρξιακή στάση που επιτελεί δυναμικά την ταυτότητα της αναγνώστριας, αλλά και τις σχέσεις εντός ενός συλλογικού σώματος. Με παρόμοιο τρόπο και η ίδια η συγγραφέας ξαναδιαβάζει τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης με έναν ιδιαιτέρως συναρπαστικό τρόπο, που τον φέρνει κοντά στη φιλοσοφία της γλώσσας μετά τον Ludwig Wittgenstein και τους δομιστές και δη στο χειραφετητικό πρόγραμμα του μεταδομισμού. Η διασύνδεση αυτή αποτελεί μία συγκεκριμένη πρωτότυπη συμβολή στη βιβλιογραφία περί του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, η οποία συνοδεύεται στο βιβλίο από νέα ερμηνευτικά ανοίγματα στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Νίκου Καζαντζάκη, του Γιάννη Ρίτσου, της Ζωής Καρέλλη, του Marcel Proust, του James Joyce, του Samuel Beckett και πολλών άλλων.
Από την πλευρά της θεολογίας και μιας δικής της προσέγγισης με τη λογοτεχνία οι βασικοί άξονες του έργου είναι: α) η ευχαριστιακή δοξολογία, β) η κατάρριψη του ειδητικού και γλωσσολογικού ιδεαλισμού, γ) ο εικονοκλαστικός αποφατισμός, δ) η εσχατολογική ερμηνευτική, ε) η σύνδεση της αφηγηματικής θεολογίας με την Ενσάρκωση, στ) μια θεωρία της επιτελεστικότητας με συνέπειες για τον τρόπο του θεολογείν. Θα εξηγήσω τι εννοώ με τους παραπάνω όρους.
Διαβάζοντας τα όντα ως κείμενα του Θεού
Ύστερα από μία λεπτομερή μορφολογική και ειδολογική ανάλυση των δύο πεδίων, της θρησκείας και της λογοτεχνίας, καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων, κοινών αναφορών και αντικειμένων αλλά και διακρίσεων, η συγγραφέας θεωρεί ως βασική προϋπόθεση του διαλόγου της θεολογίας με τη λογοτεχνία τον δοξολογικό και ευχαριστιακό χαρακτήρα της. Αξιοποιείται κατ’ αρχήν η διάκριση του Νικολάου Νησιώτη ότι ενώ η θρησκεία είναι μία εκ των κάτω προς τα άνω φυσιοκρατική και ανθρωποκεντρική κίνηση για την ανακάλυψη του Θεού, η χριστιανική θεολογία είναι μία εκ των άνω προς τα κάτω θεονόμος κίνηση αποκάλυψης του προσωπικού Θεού, η οποία μπορεί να είναι και εκπληκτική και ανατρεπτική ως προς τη φυσική σκέψη του ανθρώπου και τα φυσιοκεντρικά θρησκευτικά ήθη και έθιμα. Η θεολογία είναι σε μία τέτοια προοπτική η ευχαριστιακή και δοξολογική ανταπόκριση του ανθρώπου στην αποκάλυψη του Θεού, που είναι ταυτοχρόνως μια πνευματική διάγνωση της κεκρυμμένης δόξας του Θεού μέσα στον κόσμο. Κατά τον Κωνσταντίνο Αγόρα, η ορθοδοξία είναι ένας τρόπος υπάρξεως και προσέγγισης των πραγμάτων διά του Ιησού Χριστού, ήτοι ένα χριστοκεντρικό ήθος που καθιστά τη θεολογία διαφορετική από ένα σύνολο αξιωμάτων και προτάσεων.
Η δοξολογία αποτελεί, επομένως, μία ερμηνεία του κόσμου εν Χριστώ, η οποία πραγματώνει τη ρήση του Θεού ότι τα δημιουργήματα είναι καλά (Γεν. 1,31). Πάντως, μέσα σε έναν πτωτικό τρόπο, όπου εμφιλοχωρεί ο θάνατος και η φθορά, η θεολογική δοξολογία αποτελεί μία ορισμένη ερμηνευτική στάση του προσώπου. Σύμφωνα με τη θεολογία των όντων ως λόγων του Θεού, την οποία βρίσκουμε στα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα και τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή, ενώ ανάγεται ήδη στον Φίλωνα Αλεξανδρέα διέποντας μεγάλο μέρος της αλεξανδρινής παράδοσης, ο ίδιος ο κόσμος είναι εν τέλει ένα κείμενο, το οποίο καλείται ο φιλό-σοφος άνθρωπος να διαβάσει και να ερμηνεύσει. Με αυτή τη λογοτεχνική σημασία μπορούμε να κατανοήσουμε και τα στάδια κάθαρσις- φωτισμός- θέωσις στα οποία αναφέρεται η πατερική παράδοση. Η κάθαρση είναι μια υπαρξιακή στάση αναπαρθένευσης της υπαρξιακής ματιάς μας ως προς τον κόσμο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να διαγνώσουμε την παρουσία των θείων προθέσεων εντός του, καθαίροντάς τον, –αρχίζοντας οπωσδήποτε από τους εαυτούς μας–, από αλλότρια ιζήματα ιδιοτέλειας και φίλαυτης αυτοαναφορικότητας. Ο φωτισμός μπορεί να είναι μια ερμηνευτική διαύγαση, ενώ η θέωση σημαίνει την αναφορά του κειμένου του κόσμου σε ένα ελευσόμενο στο μέλλον νόημα. Στην τελευταία περίπτωση, ο άνθρωπος λειτουργεί ως ιερέας του κόσμου σύμφωνα και με την οικολογική θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα). Κατά τη θεολογία των λόγων των όντων, όλος ο κόσμος είναι ένα κείμενο που καλείται ο άνθρωπος να αποκρυπτογραφήσει, ενώ το ίδιο καθίσταται Σώμα του Χριστού που έρχεται ως ενυπόστατος Θεός Λόγος να ενσωματώσει και ακεραιώσει τους πολλούς λόγους-νοήματα των κτισμάτων εντός Του.
Η συγγραφέας, ωστόσο, θεωρεί την ενσάρκωση του Λόγου όχι απλώς ως μια ιστορική απαρτίωση στο παρελθόν, αλλά ως ένα άνοιγμα στην εσχατολογική παρουσία, το οποίο εντός της Ιστορίας προκαλεί μια ορισμένη «ανοικειότητα», σύμφωνα με μια χριστιανική εκδοχή του όρου των Sigmund Freud και Martin Heidegger. H ανοικειότητα καθιστά την ερμηνευτική αενάως δυνατή, καθώς το παρελθόν αναδυναμεύεται διαρκώς σύμφωνα με νοήματα που έρχονται από το μέλλον. Ο Χριστός, ερχόμενος από την εσχατολογική Βασιλεία, είναι πάντα ανοίκειος, είναι ο «ξένος» που ξανανοίγει τα παρελθόντα με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, προσκαλώντας εν ταυτώ και εμάς ως δυναμικούς ερμηνευτές μέσω της ίδιας της υπαρξιακής βιοτής μας.
Ξανανοίγοντας το νόημα των κειμένων: Η ἐπέκτασις των λέξεων
Προτού, όμως, αναπτύξουμε περαιτέρω αυτή τη σύνδεση της εσχατολογικής Χριστολογίας με την ερμηνευτική, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε την πιο συγκεκριμένη και πρωτότυπη συμβολή του βιβλίου, ήτοι τη διασύνδεση της θεολογίας της γλώσσας του αγίου Γρηγορίου Νύσσης με τη σύγχρονη δομιστική γλωσσολογία μετά τον Ferdinand de Saussure και τους επιγόνους της. Στην εποχή του αγίου Γρηγορίου φιλοσοφούντες Αρειανοί, όπως ο Αέτιος και, κυρίως, ο Ευνόμιος, είχαν διασυνδέσει τη Θεότητα με μια έννοια και ακόμη περισσότερο με ένα σημαίνον, όπως η «ἀγεννησία». Η λογική συνέπεια ήταν η Θεότητα να αποδίδεται μόνο στον Πατέρα που είναι αγέννητος και όχι στον Υιό που θεωρήθηκε κτίσμα από την αίρεση του Αρειανισμού. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης αντέτεινε μια ορθόδοξη αποφατική θεολογία κατά την οποία τα ανθρώπινα σημαίνοντα δεν μπορούν να εξαντλήσουν τα σημαινόμενα του Θεού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο, οι ανθρώπινες λέξεις είναι «κατ’ ἐπίνοιαν», μια θέση που η Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου προσεγγίζει στο πόρισμα του γλωσσολόγου Ferdinand de Saussure ότι η σύνδεση του σημαίνοντος και του σημαινομένου στις λέξεις είναι συμβατική. Το τελευταίο σημαίνει ότι δεν υπάρχει αναγκαιότητα ανάμεσα σε μια σημασία και τη λέξη (σημαίνον) που την εκφράζει, εξ ου και είναι δυνατή η μετάφραση και η πολλαπλότητα των γλωσσών. Κατά παρόμοιο τρόπο, η θέση του αγίου Γρηγορίου ότι τα σημαίνοντα είναι «κατ’ ἐπίνοιαν» έχει ως συνέπεια ότι δεν υπάρχουν στην Ορθοδοξία «ιερές γλώσσες» που εκφράζουν καλύτερα το θείο από άλλες. Οι ποιμαντικές προεκτάσεις της θεολογικής αυτής γλωσσολογίας φάνηκαν μερικούς αιώνες αργότερα στο ιεραποστολικό έργο του Μ. Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, του αγίου Μεθοδίου Σιρμίου και του άγιου Κωνσταντίνου-Κυρίλλου, οι οποίοι μετέφρασαν το ευαγγέλιο της σωτηρίας και τα λειτουργικά κείμενα σε σλαβική γλώσσα, διανοίγοντας νέες δυνατότητες.
Στο υπαρξιακό βάθος η στάση αυτή είναι ένας αποφατισμός ως προς το νόημα όχι μόνο του Θεού, αλλά και των δημιουργημένων όντων, τον οποίο η συγγραφέας προσεγγίζει στη σύγχρονη αντι-ουσιοκρατία. Εννοούμε ότι ενώ ο δομισμός του De Saussure επιμένει στον συμβατικό και μη αναγκαίο χαρακτήρα των σημαινόντων, τα οποία αρθρώνονται καθ’ εαυτά ως ένα συγχρονικό σύστημα, η μετάβαση στον μετα-δομισμό οδήγησε σε μία ιστορική και διαχρονική αναζήτηση ενός εκφεύγοντος νοήματος στο μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντι-ουσιοκρατία σημαίνει ότι δεν υπάρχει μία απηρτισμένη ουσία στο παρελθόν, αλλά αναζητούμε μέσα από λέξεις να προσεγγίσουμε ένα νόημα που αενάως δραπετεύει, προκαλώντας μια ιστορική κίνηση προς το μέλλον. Κατά τον τρόπο αυτό, μία αρχικά δομιστική φιλοσοφία της γλώσσας, που βασιζόταν στις συστηματικές σχέσεις, προσεγγίζει κατά τη μετάπλασή της σε μετα-δομισμό, την ερμηνευτική, στη σκέψη λ.χ. ενός Jacques Derrida, ο οποίος, όχι τυχαία, φέρει την μακραίωνη ιουδαϊκή ερμηνευτική παράδοση. Η Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου φέρνει την αποφατική θεολογία του Γρηγορίου Νύσσης σε διάλογο με τα ρεύματα αυτά, επί τη βάσει του κοινού χειραφετητικού και απελευθερωτικού χαρακτήρα που έχουν έναντι θεωρούμενων στατικών ουσιών που δυναστεύουν το υποκείμενο.
Ό,τι για τον θεολόγο είναι μια κατ’ εικόνα Θεού ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου που δεν δεσμεύεται ούτε από μία παρελθοντοκρατική ουσία ούτε από ένα τετελεσμένο νόημα της γλώσσας, για τον κοινωνικό στοχαστή είναι μια χειραφέτηση από εξουσιαστικά είδωλα και κυρίαρχους λόγους. Το έρεισμα όμως παραμένει η Τριαδολογία και η Χριστολογία, καθώς το γεγονός ότι ο Θεός των Χριστιανών δεν δεσμεύεται από την έννοια ή το σημαίνον της ἀγεννησίας συνεπάγεται ότι μπορεί να υπάρξει ως Τριάδα αγαπωμένων Προσώπων καθώς και ως ενσαρκούμενος Λόγος, αντίθετα προς τους Αρειανικούς εγκλεισμούς. Η μεταφορά αυτής της αντιαρειανικής σκέψης στο σήμερα σημαίνει μια διπλή κατάρριψη δύο ιδεαλισμών: Αφενός του καθαυτό ειδητικού ιδεαλισμού που εγκλείει τα όντα στις ιδέες και τα είδη τους. Και αφετέρου, του λεγόμενου «γλωσσολογικού ιδεαλισμού», ο οποίος θεωρεί ότι η οντολογία εγκλείεται στη γλωσσολογία κατά έναν ισομορφισμό είναι και λέγειν. Το αποτέλεσμα του τελευταίου, –και παρά το γεγονός ότι υπήρξε αρχικά ένα χειραφετητικό κίνημα–, είναι ότι οποιοσδήποτε λόγος περί Θεού είναι εξ ορισμού ανόητος και για αυτό πρέπει να σιωπούμε για ό,τι υπερβαίνει τα όρια του κόσμου των όντων. Η ορθόδοξη θεολογία της γλώσσας ναι μεν υπερβαίνει τον εγκλεισμό των λέξεων σε στατικές ουσίες, όμως, ταυτοχρόνως καθιστά δυνατή μια ομιλία περί Θεού, η οποία δεν είναι α-νόητη, αλλά αναφέρεται στις περί τον Θεόν ενέργειες και εκδηλώσεις που καταφτάνουν διά του Χριστού προς εμάς και στις οποίες μπορούμε να μετέχουμε ανα-λογικά. Ο αποφατισμός ούτε δέχεται ένα τετελεσμένο νόημα εγκλεισμένο σε λέξεις, ούτε αποτελεί μια παραίτηση από τη θεολογική γλώσσα ή μια εκδοχή της τελευταίας ως μάταιης αδολεσχίας. Με όρους του Γρηγορίου Νύσσης, θα λέγαμε ότι η θεολογική γλώσσα επιχειρεί μία διαρκή «ἐπέκτασιν», δηλαδή ένα διηνεκές τέντωμα του πεπερασμένου να φτάσει τον Άπειρο. Μπορεί να μην Τον κατακτά και ακινητοποιεί, αλλά αναπαύεται στην Αγάπη Του.
Η επιτελεστική κοινότητα και η επέκεινα των ιδιοτήτων αγάπη
Η Αθανασοπούλου-Κυπρίου αξιοποιεί πάντως τη θεωρία των γλωσσικών παιγνίων του όψιμου Ludwig Wittgenstein, κατά την οποία το νόημα των προτάσεων είναι η χρήση τους σύμφωνα με τους κανόνες ενός παιχνιδιού που παίζει μια κοινότητα. Η θεώρηση αυτή έχει το ενδιαφέρον ότι παρουσιάζει μια ολόκληρη κοινότητα ως ερμηνεύουσα και μάλιστα μέσα σε ορισμένα πλαίσια. Οπότε ο ερμηνευτής δεν είναι απλώς ένα επιμέρους άτομο, αλλά ο ανήκων σε μία ολόκληρη κοινότητα, σύμφωνα μάλιστα με τη θεώρηση του Stanley Fish. Η προσέγγιση αυτή έχει εμφανείς ομοιότητες με τη θεολογία Πατέρων, όπως ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, που τονίζουν το πλαίσιο της εκκλησιαστικής κοινότητας κατά την ερμηνεία. Μέσα στην Εκκλησία ως Σώμα του Χριστού μπορεί να λάβει χώρα η ερμηνεία ως «ἀναγωγή» των νοημάτων στον Θεό, ως «τυπολογία», όπου το ύστερον ερμηνεύει το πρότερον, αλλά και ως «ἀλληγορία», όπου αναζητείται ένα πνευματικότερο νόημα του υπαρκτού. Και αν οι επίγονοι του Wittgenstein ομιλούν ενίοτε για επιτέλεση του νοήματος από την κοινότητα, στον Γρηγόριο Νύσσης η επιτέλεση αυτή λαμβάνει τη μορφή μιας «ἀλλοιώσεως» του ανθρώπου από τη θεία χάρη, η οποία μετατρέπει την απλή πρόσληψη της ζωής σε ευχαριστία ως έναν άλλο τρόπο υπαρξιακού ήθους.
Ακολουθώντας την εσχατολογική ερμηνευτική του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, όπου το έσχατον, ήτοι αυτό που αποκαλύπτεται και πραγματώνεται στο τέλος της Ιστορίας, ερμηνεύει το πρότερον, όπως καταλαβαίνουμε λ.χ. μια κρύφια προφητεία του παρελθόντος μόνο μετά τη θαυμαστή εκπλήρωσή της, η συγγραφέας αναφέρεται στις ερμηνευτικές αναδυναμεύσεις στις οποίες μπορεί να προβεί μια αναγνώστρια που διαβάζει μέσα σε ένα εκκλησιαστικό πλαίσιο. Η εσχατολογία είναι από πολλές απόψεις το αντίθετο της τελεολογίας. Η τελεολογία ακολουθεί ένα φυσιοκρατικό πέρασμα από τη δυνατότητα στην ενεργοποίησή της, σύμφωνα με το αριστοτελικό αρχέτυπο. Η εσχατολογία, αντιθέτως, πολλές φορές αφαιρεί την ενεργοποίηση και ξανανοίγει το παρελθόν. Η Σ. Α.-Κ. προσεγγίζει το γεγονός αυτό στο μυθιστόρημα Ο Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες του Robert Musil, όπου ο ήρωας αρνείται τον ολοκληρωτισμό της τελεολογίας με το να μην πραγματώνει συγκεκριμένες ενεργοποιήσεις ιδιοτήτων, αλλά να μένει σε ένα πεδίο σεβαστικού προς τα πρόσωπα και τα όντα ανεπίκριτου. Στο βιβλίο της Αθανασοπούλου-Κυπρίου παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα παρομοίωση με το γεγονός ότι στη θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου το πρόσωπο δεν δεσμεύεται από τις φυσικές ιδιότητες, προκειμένου να αγαπήσει, αλλά, όταν αγαπά αυθεντικά, μάλλον παραβλέπει τις ενεργοποιημένες ιδιότητες και τον καταναγκασμό τους.
Στη σκέψη της συγγραφέως, η άρση του ἐνεργείᾳ λαμβάνει τη μορφή μιας ανοικειότητας με την οποία αποδομείται η διάκριση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο. Η θεολογία αίφνης μπορεί να αφορμηθεί από το ο,τιδήποτε. Λ.χ. ακόμη και από το ποδόσφαιρο, όπως όταν στο θεατρικό έργο του Βασίλη Κατσικονούρη Το Γάλα, ο ήρωας εξιστορεί έναν αγώνα ποδοσφαίρου, όπου ο επιθετικός αρνείται να βάλει γκολ προ κενής εστίας, πηγαίνοντας ενάντια στον αυτονόητο εξαναγκασμό της ιδιοτέλειας και μεταβαίνοντας σε έναν άλλο τρόπο πνευματικού εναγκαλισμού των αντιπάλων. Η συγγραφέας αναδυναμεύει η ίδια ερμηνευτικώς σπουδαία έργα, όπως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη μέσα από μια δική της ανοικειότητα, διερωτώμενη λ.χ. αν μπορούμε να ξανανοίξουμε το διήγημα «Ο γάμος του Καραχμέτη» και να διερωτηθούμε ξανά αν υπάρχει μία «αγία υπακοή», η οποία να υπονομεύει την πατριαρχία αντί να συναινεί σιωπηρά σε αυτήν. Και δεδομένου ότι η παραδοσιακή θεολογία βρίθει πατριαρχικών συμβόλων που συχνά προέκυψαν εντός σεξιστικών νοοτροπιών των κοινωνιών, η ερμηνευτική αναδυνάμευση δεν μπορεί παρά να είναι φεμινιστική, με την έννοια ότι θέτουμε καινούργιες διερωτήσεις στα έργα, πράγμα που είναι το πρώτο σημαντικό βήμα για μια ακύρωση του κυρίαρχου πατριαρχικού λόγου. Και ενώ, όπως είδαμε πριν, η δοξολογική στάση σημαίνει μια ερμηνευτική της ευμένειας ως προς τον κόσμο-κείμενο, ταυτοχρόνως υπάρχει ανάγκη και για μια ερμηνευτική της υποψίας (κατά έναν όρο προσφιλή στην Elizabeth Schüssler Fiorenza), όταν εγκύπτουμε σε προϊόντα πατριαρχικών πολιτισμών και υποψιαζόμαστε τη σίγαση γυναικείων φωνών που χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε και να διακηρύξουμε. Με αυτήν την έννοια έχει νόημα και μια νέα ανάγνωση της ποίησης της Ζωής Καρέλλη.
Η σκέψη της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου Κυπρίου βρίσκεται σε μια διελκυστίνδα ανάμεσα αφενός σε έναν εικονοκλαστικό αποφατισμό, τον οποίο ανιχνεύει κυρίως στον Samuel Beckett ως έναν μεγάλο μυστικό που κατά βάθος μιλάει για το αδιαφοροποίητο της φύσεως του Θεού και την ανθρώπινη αδυναμία να Τον αναπαραστήσουμε. Και, αφετέρου, σε μια θεολογία της ενσάρκωσης που κατά τον Mikhail Bakhtin οδηγεί στο πολυφωνικό μυθιστόρημα, ως έναν χώρο διαλογικότητας που θυμίζει τον διάλογο ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Με αυτήν την έννοια και η αποφατική θεολογία και η καταφατική τίθενται σε μία αλληλοσυμπλήρωση, στη δική τους ἀντίδοσιν ἰδιωμάτων, καθώς η πορεία μετοχής στον Θεό ισοδυναμεί με την άρνηση του τελεσιδίκου χαρακτήρα των ουσιών και των παρελθόντων.
