© Ζωγραφική: Αλέκος Κυραρίνης

Αλέκος Κυραρίνης

«Να έχω πάντα εξασφαλισμένο το κέντρο μου»

α. Πώς μπήκατε στη ζωγραφική, ποιες ήταν οι αφορμές, οι δάσκαλοι, οι επιρροές, πώς θα χαρακτηρίζατε τη δουλειά σας από άποψη θεματικών/υλικών/τεχνικής;

Κατάγομαι από την Τήνο όπου έζησα το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών μου χρόνων. Είμαι γιος μαρμαρογλύπτη, ο οποίος ασχολήθηκε με τη δημιουργία εκκλησιαστικών και λαϊκότροπων έργων, μικρής και μεγάλης κλίμακας. Εργάστηκα μαζί του στον ελεύθερό μου χρόνο, μέχρι και την εισαγωγή μου στην ΑΣΚΤ. Όταν τελείωσα το Λύκειο ήθελα μία σοβαρή δικαιολογία για να φύγω από το νησί μου. Ήθελα όπως και πολλοί άλλοι νέοι από την επαρχία, να βρεθώ στην Αθήνα. Λέγοντας λοιπόν ότι σκοπεύω να σπουδάσω ζωγραφική, ακούστηκε πολύ πειστικό. Τότε δικό μου μερίδιο στην τέχνη συνειδητά, δεν είχα. Είχα όμως επιθυμία και δίψα για το άγνωστο που, όλως παραδόξως, όταν το συναντούσα δεν μου φαινόταν και τόσο άγνωστο. Κάτι που με ακολουθεί ως τώρα στη ζωή μου αλλά και στη δουλειά μου. Με επιρροές από τη θητεία μου στην Τήνο, προσπάθησα πάντα να προκαλέσω κάτι όμορφο, το οποίο θα με ξαφνιάσει. Για να γίνει αυτό κατορθωτό επιμένω είκοσι χρόνια σχεδόν στο ίδιο υλικό (την αυγοτέμπερα) και στην ίδια θεματική (τον άγγελο και τον δράκο). Με μόνη μου φροντίδα η δουλειά μου να μεστώνει όσο εξελίσσεται, προσπαθώ να έχω πάντα εξασφαλισμένο το κέντρο μου, ώστε να συντελεστεί κάτι που πρώτα εμένα, ει δυνατόν, να κινητοποιήσει. Θέλω το βίωμα του έργου, όχι το ίδιο το έργο. Δεν κάνω ζωγραφική ταμπεραμέντου-έκφρασης, αλλά συγκέντρωσης.

β. Πώς βλέπετε τη σημερινή ζωγραφική στην Ελλάδα και στον κόσμο; Ποιες τάσεις διακρίνετε; 

Η ζωγραφική στην Ελλάδα γίνεται με πολύ μεγάλες αξιώσεις, από πολύ καλούς καλλιτέχνες όταν έχει στοιχεία εντοπιότητας και καταγωγή στον χρόνο και στον τόπο. Είμαστε Έλληνες και πρέπει να έχουμε στον νου μας και τα δικά μας ειδικά χαρακτηριστικά. Όμως χωρίς να πρέπει να κυριαρχεί το άγχος απόκτησης ενός σύγχρονου ύφους, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις είναι μία φενάκη, είναι καλό θα έλεγα τα έργα μας να είναι σημερινά. Σάμπως πριν είκοσι χρόνια ήταν ίδια τα αυτοκίνητα μας, τα έπιπλα μας ή τα ρούχα μας;

Στο εξωτερικό, παρ’ ότι κυρίως αναφερόμαστε στον Δυτικό πολιτισμό, νομίζω πως έχουν ένα βασικό χαρακτηριστικό το οποίο βοηθά αλλά και παρασύρει-εξουθενώνει τους καλλιτέχνες, εργάζονται περισσότερο απενοχοποιημένοι. 

γ. Υπάρχει εικαστική κριτική στη χώρα μας; Και ευρύτερα: διαπαιδαγωγείται ο νέος Έλληνας στην τέχνη, σ’ έναν τρόπο να αγαπάει το ωραίο ή να αναπτύσσει δικά του κριτήρια γι’ αυτό;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σωστή και συστηματική διαπαιδαγώγηση σχετική με τις εικαστικές τέχνες. Πρέπει να έχει την τύχη ο νέος άνθρωπος να μεγαλώσει σε μία οικογένεια σοβαρή και με ορίζοντα εκτίμησης και αγάπης για τις καλές τέχνες. Γενικότερα, είμαστε θα έλεγα αρκετά αμύητοι μιας και η λαϊκή τέχνη ή η τέχνη που, έστω, ονομάζουμε λαϊκή (κύριος φορέας του πολιτισμού μας), ψυχορραγεί σε φθηνές ποιοτικά αναπαραγωγές και ύποπτες στοχοθετήσεις. Όσον αφορά την οργανωμένη εικαστική παραγωγή που αναφέρεται σ’ ένα διεθνές τοπίο, έχουμε παρεξηγήσεις και φανατισμούς. Διακρίνουμε σε διαφορετικά είδη τη δημιουργία, η οποία είναι αφ’ εαυτού και μόνο από το είδος της δικαιωμένη. Με αυτόν τον τρόπο αδικούμε, αλλά και ακόμα χειρότερο, συνεχίζουμε να αγνοούμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να αναγνωρίσεις την ευγένεια, όπου αυτή πραγματικά υπάρχει.

δ. Πόσο επηρέασε την αγορά των έργων τέχνης αλλά και την προσωπική σας δουλειά η κρίση των τελευταίων χρόνων (οικονομική και υγειονομική); 

Η κρίση επηρέασε τη δουλειά μου, στον βαθμό που με ανάγκασε να εργαστώ πιο υπεύθυνα και πιο μεθοδικά. Λειτούργησε η αγάπη μου για την τέχνη και ως μία διέξοδος και μια πηγή ελπίδας.

«Φεύγουμε συντριμμένοι, απαρηγόρητοι
για να ξαναφτιάξουμε τη γενιά μας στον ουρανό…»
Κύλιση στην κορυφή