Δήμητρα Κολλιάκου

Ντιάκουγιου και όχι Σπασίμπα:
Μικρή αναδρομή στη «ρωσική» λογοτεχνία

Στα ουκρανικά, το «ευχαριστώ» είναι Ντιάκουγιου. Δεν είναι Σπασίμπα. Με την εφαρμογή Duolingo μαθαίνω φρασούλες σε μια γλώσσα που λίγο καιρό πριν δεν ήξερα ούτε μία της λέξη. Ήξερα πάντως ότι είναι μια από τις Ανατολικές Σλαβικές γλώσσες και ότι το κυριλλικό της αλφάβητο διαφέρει κάπως από το κυριλλικό της ρωσικής.

Ντο πομπάτσενια, ντρούζι! (Αντίο, φίλοι!) Ντο πομπάτσενια, μόιε μίστο! (Αντίο, πόλη μου!) Οι λέξεις παίρνουν άλλο νόημα κάτω απ’ το βάρος της πραγματικότητας.

Γιάκ στράουι; («Πώς πάει;»). (Καμία σχέση με το ρωσικό Κακ ντιλά, που το έψαξα στο Google Translate.) «Άσχημα» στα ρωσικά είναι Πλόχα, ενώ στα ουκρανικά Ποχάνο. Πο-χάνο, για να χάσει ο Πούτιν ή τουλάχιστον να μην κερδίσει έτσι όπως υπολόγιζε. Το «καλά» είναι Ντόμπρε, και μου φαίνεται πιο ντόμπρο από το ρωσικό Χαρασό. Το «ναι» είναι Τακ. Το θυμάμαι από τα πολωνικά, από ταινίες του Κισλόφσκι. Τώρα το Τακ μοιάζει ειλικρινής κατάφαση, ενώ το ρωσικό Ντα κρύβει ένα στοιχείο εκφοβισμού. Το περίφημο Νιετ γίνεται τείχος κυνικής άρνησης που πάνω του ματώνει το γενναίο ουκρανικό Νι.

Οι περισσότεροι Ουκρανοί μιλάνε και ρωσικά –μια διγλωσσία που κατακτιέται φυσικά, αφού εκτίθενται από νωρίς και στις δυο γλώσσες (ή και σε κάποια άλλη μειονοτική γλώσσα της Ουκρανίας). Πολλοί Ουκρανοί συγγραφείς, όπως ο γνωστός και στην Ελλάδα Αντρέι Κούρκοφ, γράφουν στα ρωσικά.

Ο Κούρκοφ είναι ωστόσο ρωσόφωνος Ουκρανός συγγραφέας, κι όχι μεγαλωμένος στην Ουκρανία Ρώσος συγγραφέας, αν λάβουμε υπόψη ποιοι είναι και τι περνάνε οι ήρωες του. Έναν τους τον επιστρέφει αποτεφρωμένο στους συγγενείς του στο Κιέβο η Μόσχα, αναγκάζοντάς τους να περάσουν από το ταχυδρομείο για να πληρώσουν οι ίδιοι τα τέλη αποστολής.

«Η ειδοποίηση [για την παραλαβή] μοιάζει να στάλθηκε από το εξωτερικό», λέει με απορία η Νίνα.

«Από το εξωτερικό στάλθηκε» [δηλαδή από τη Ρωσία] βεβαιώνει με υποδόριο χιούμορ ο συγγραφέας, δια στόματος του πρωταγωνιστή Βίκτορ (Andrey Kurkov, Death and the Penguin, Εκδόσεις Vintage, 2003).

Για μας τους απ’ έξω, το επίθετο «Ρώσος» μπορούσε κάποτε να σταθεί ως υπερώνυμο. Τι Ουκρανός τι Ρώσος, μπορεί και να λέγαμε, έστω από τεμπελιά. Τώρα τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει. Οι Ουκρανοί δεν εντάσσονται αυτομάτως στην υπερκατηγορία των Ρώσων, η βάναυση καθιέρωση της οποίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το μόνο πολιτικό μέλλον που οραματίζεται για τη χώρα του ο Πούτιν, κι ας μην είναι ο πρώτος που επιδόθηκε με βαρβαρότητα στη ρωσοποίηση.

Ότι η διάκριση πρέπει να γίνεται, αναγνωρίζει η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου με την πρόσφατη απόφασή της να μετονομάσει έργο του Εντγκάρ Ντεγκά από «Ρωσίδες χορεύτριες» σε «Ουκρανές χορεύτριες». Τα εθνικά χρώματα της Ουκρανίας (κίτρινο και μπλε) φαίνονται καθαρά στις κορδέλες των μαλλιών και στις γιρλάντες που φοράνε οι χορεύτριες στο παστέλ του Ντεγκά. Απόφαση επίκαιρη, αλλά που πάρθηκε μετά από διαβουλεύσεις για την ορθότητα του τίτλου που είχαν ξεκινήσει πριν από χρόνια.

Δεν ξεκίνησε τώρα ούτε και η κουβέντα για το αν ο Γκόγκολ θα έπρεπε να λογαριάζεται Ρώσος ή Ουκρανός. Ο Γκόγκολ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο κοζάκικο χωριό Sorochyntsi της Πολτάβα, στην ανατολική-κεντρική Ουκρανία, που ανήκε τότε στην τσαρική αυτοκρατορία. Αργότερα αναζήτησε την τύχη του στην Αγία Πετρούπολη και στη συνέχεια στην Ευρώπη, για να καταλήξει στην Ιταλία. Έγραψε στα ρωσικά –αυτή τη γλώσσα επέβαλλαν οι τσάροι–, αλλά η επιρροή που δέχτηκε από την ουκρανική λαϊκή παράδοση είχε βάθος και διάρκεια, κάτι που βλέπουμε όχι μόνο στα πρώιμα ουκρανικά του διηγήματα, αλλά και στο μεταγενέστερο έργο του. Το φάντασμα του τέλους στο διάσημο διήγημα «Το Παλτό» είναι γέννημα του γκογκολικού χιούμορ, μαζί και της ουκρανικής καταγωγής του. Ως τέτοιο, λειτουργεί και για τους σύγχρονους αναγνώστες, προσφέροντάς μας τη λύση που επιθυμούμε και ταυτόχρονα διακωμωδώντας την: να βρει δικαίωση (μετά θάνατον!) ο ταλαίπωρος ήρωας, ένας φτωχός αντιγραφέας που του έκλεψαν το παλτό που έραψε με τόσες θυσίες, και που όσο ψηλά κι αν έφτασε στην ιεραρχία μιας γνώριμα διεφθαρμένης «Δικαιοσύνης» (που θα παρέμενε διεφθαρμένη και στα 170 χρόνια που μας χωρίζουν από τον θάνατο του Γκόγκολ), κανείς δεν νοιάστηκε να τον βοηθήσει να το βρει.

H γλώσσα είναι ένα μόνο από τα κριτήρια που καθορίζουν πού θα εντάξουμε έναν συγγραφέα. Παίζουν ωστόσο ρόλο και άλλα πράγματα.

Όταν μιλάμε για τον Τζόις ή τον Μπέκετ, δεν ξεχνάμε ότι ήταν Ιρλανδοί, ενώ και οι δύο έφυγαν από την Ιρλανδία, ο δε Μπέκετ έγραψε και στα γαλλικά. Η δύσκολη σχέση του Τζόις με την Ιρλανδία –κεντρικό θέμα στο έργο του– μάλλον τον έκανε ακόμη περισσότερο Ιρλανδό. Δεν μετράει μόνο η γλώσσα. Μετράει και η θεματική, όπως και οι αναφορές –άμεσες και έμμεσες– στην ιδιαίτερη κουλτούρα του συγγραφέα. Μετράει επίσης και η Ιστορία. Τα όσα μάθαμε για την Ουκρανία και για τη Ρωσία του Πούτιν αυτές τις εβδομάδες, τα όσα θυμηθήκαμε, παίζουν κι αυτά τον ρόλο τους στην αποτίμηση. Διαβάζοντας τώρα «Ρώσους» συγγραφείς, δεν μπορεί να μην ενδιαφερθεί κανείς για το πού μεγάλωσαν, πώς γράφουν για τη χώρα τους, πώς γράφουν για τη Ρωσία.

Σε πρόσφατη ομιλία του, κατηγορώντας τη Δύση ότι προσπαθεί «να ακυρώσει τη ρώσικη κουλτούρα», ο Πούτιν έκανε λόγο για βιβλία «Ρώσων» συγγραφέων που έχουν απαγορευτεί. Τα συνέκρινε μάλιστα με τα βιβλία που κάηκαν στις πλατείες στη ναζιστική Γερμανία, επανερχόμενος για άλλη μια φορά στο γνωστό του σλόγκαν.

Ο Πούτιν επιμένει να αγνοεί ότι ανάμεσα στους «Ρώσους συγγραφείς που απαγορεύτηκαν» συγκαταλέγονται και Ουκρανοί συγγραφείς που γράφουν στα ρωσικά. Ο Κούρκοφ δήλωσε πρόσφατα στη Guardian (25.3.22) ότι «θύμα της ρωσικής εισβολής είναι και η ίδια η ρωσική κουλτούρα, μια που έχει απαγορευτεί η διακίνηση ρωσικών βιβλίων στην Ουκρανία» –μάλλον λοιπόν και των δικών του–, «ενώ βεβαίως ουκρανικά βιβλία δεν θα ξαναφανούν στα Κατεχόμενα παρά μόνο μετά την απελευθέρωσή τους.» Κακώς το έχει εννοήσει ο Πούτιν –τα ρωσικά δεν ανήκουν μόνο στους Ρώσους, όπως τα αγγλικά δεν ανήκουν μόνο στους Βρετανούς ή στους Αμερικανούς.

Οι κατηγορίες του Πούτιν εναντίον της Δύσης μοιραία με έκαναν να θυμηθώ και κάποια άλλα βιβλία.

Ο Βασίλι Γκρόσμαν ήταν Εβραίος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ιστορική πόλη Berdychiv της βορείου Ουκρανίας (πόλη που βομβαρδίστηκε τον Μάρτιο του 2022, στο πλαίσιο της ρωσικής εισβολής.) Όταν οι Ναζί εισέβαλαν στη Σοβιετική Ένωση το 1941, αποκλεισμένη στη γενέτειρα του, η μητέρα του δολοφονήθηκε μαζί με άλλους είκοσι ή τριάντα χιλιάδες Εβραίους. Σε συνεργασία με τον Ιλία Έρενμπουργκ (που ήταν επίσης Ουκρανός Εβραίος) και άλλους Εβραίους διανοούμενους, ο Γκρόσμαν συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε υλικό για τη Μαύρη Βίβλο –μαρτυρίες που τεκμηρίωναν τον διωγμό των Εβραίων της Ε.Σ.Σ.Δ.

Ο Βασίλι Γκρόσμαν πρωτοσυγκρούστηκε με το καθεστώς όταν η Μαύρη Βίβλος λογοκρίθηκε: αφαιρέθηκαν οι αναφορές σε Ουκρανούς συνεργάτες των Ναζί που διευκόλυναν τις εκτελέσεις των Εβραίων συμπατριωτών τους. Αυτή ήταν η αλήθεια (ας μην ξεχνάμε πως υπήρξαν και σε άλλες χώρες δωσίλογοι), και οι σοβιετικοί ήθελαν να την αποκρύψουν.

Στην έξαρση του σταλινικού αντισημιτισμού, με τους Εβραίους διανοούμενους να κατηγορούνται για «κοσμοπολιτισμό», τους Εβραίους γιατρούς να επονομάζονται «δηλητηριαστές», τους Εβραίους επιζήσαντες εν γένει να θεωρούνται πράκτορες των Αμερικάνων, το Κρεμλίνο κατέστρεψε όσα αντίτυπα της Μαύρης Βίβλου είχαν προλάβει να εκτυπωθούν και απαγόρευσε την κυκλοφορία της.

Ο Γκρόσμαν δεν πρόλαβε να δει να εκδίδεται ούτε το σημαντικότερο έργο του –το περίφημο Ζωή και Πεπρωμένο, που θεωρείται το μεγαλύτερο «ρωσικό» μυθιστόρημα του 20ού αιώνα, για να αντιγράψω τον κριτικό της γαλλικής Le Monde. Πράκτορες της Κα Γκε Μπε κατάσχεσαν όχι μόνο το χειρόγραφο, αλλά και το καρμπόν και την κορδέλα της γραφομηχανής. Σώθηκε ωστόσο ένα αντίγραφο σε μικροφίλμ, που γνωστός αντιφρονών διανοούμενος κατάφερε να το βγάλει στη Δύση.

Λέγεται ότι ο Γκρόσμαν ζήτησε να μάθει γιατί το Politburo εμπόδιζε να εκδοθεί το έργο. Ήταν ήδη διακεκριμένος δημοσιογράφος και καταξιωμένος συγγραφέας, κι ας είχε υποστεί σφοδρές επιθέσεις ειδικά στις αρχές του 1953, ίσως και με παρότρυνση του ίδιου του Στάλιν. Χάρη στην αλλαγή κλίματος που επικράτησε μετά τον θάνατο του τελευταίου, γλίτωσε τη σύλληψη και ολοκλήρωσε το Ζωή και Πεπρωμένο το 1960, αποτυπώνοντας εκεί τον Β΄ Παγκόσμιο μέσα από τις ζωές όχι απλώς λίγων ατόμων, αλλά των ανθρώπων μιας ολόκληρης εποχής. Ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας του Κόκκινου Στρατού, είχε ζήσει από κοντά τις μάχες της Μόσχας, του Στάλινγκραντ, του Κουρσκ και την πτώση του Βερολίνου, κι ήταν ο πρώτος που έγραψε για τα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης, με αφορμή την Τρεμπλίνκα. Έλαβε την απάντηση πως ένα τέτοιο κείμενο δεν θα μπορούσε να εκδοθεί ούτε σε διακόσια χρόνια. Η πρόβλεψη οπωσδήποτε διαψεύστηκε, μια που το Ζωή και Πεπρωμένο κυκλοφόρησε στη Δύση το 1980, πριν εκδοθεί στη Σοβιετική Ένωση το 1988, ενώ η Μαύρη Βίβλος κυκλοφόρησε στο Κιέβο το 1991, έχοντας προηγουμένως εκδοθεί στα ρωσικά στην Ιερουσαλήμ το 1980. Ο Γκρόσμαν πέθανε το 1964 και, κοντά εξήντα χρόνια μετά, το έργο του δείχνει ικανό να νικήσει τη φθορά για την επόμενη διακοσαετία.

Τι πειράζει όμως να τον πει κανείς Ρώσο συγγραφέα, θα ρωτήσει πάλι κάποιος, αφού έγραψε στα ρωσικά;

Ο Γκρόσμαν ήταν Εβραίος (αν και μέχρι την εξόντωση των Εβραίων του Berdychiv δεν είχε ποτέ σκεφτεί τον εαυτό του ως τέτοιον, λέει ένας από τους κεντρικούς του ήρωες σε κάποιο σημείο στο Ζωή και Πεπρωμένο), Ουκρανός και Σοβιετικός. Θέλησε να μιλήσει για τους Ουκρανούς δωσίλογους, αλλά και για το «Χολομοντόρ», τον λιμό που επέβαλε ο Στάλιν στην Ουκρανία και που υπολογίζεται ότι προκάλεσε τέσσερα με έξι εκατομμύρια θανάτους. Ο Γκρόσμαν ήταν όλα αυτά μαζί. Και λίγη σημασία έχει πού θα τον κατατάξουμε, γιατί ήταν πρώτα απ’ όλα ένας συγγραφέας που έγραψε συγκλονιστικά για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και για τη σταλινική «Ρωσία». Με μια ευαισθησία και ειλικρίνεια που δεν έχει δείξει η Ρωσία του Πούτιν που, τώρα ειδικά, μοιάζει να απέχει έτη φωτός και από την πρόθεση να το κάνει. Οι συχνές πυκνές αναφορές του Πούτιν στον ναζισμό δεν κάνουν άλλο από το να μας το υπενθυμίζουν: εν αντιθέσει με τη νεότερη Γερμανία, αυτή η Ρωσία δεν έχει ακόμη μιλήσει ανοιχτά για τη δική της ιστορία· δεν έχει μιλήσει κάνοντας τη μνήμη πυξίδα, αντί να την καταργεί.

Η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, μια εισβολή που έγινε στο όνομα της Ρωσίας, τα εγκλήματα πολέμου, η αντίσταση των Ουκρανών όλες αυτές τις βδομάδες έχουν συμβάλει στο να αντιληφθούμε αυτό που κάποτε ίσως ήταν «λεπτομέρεια». Κάποιοι από τους «Ρώσους» συγγραφείς με τους οποίους μεγαλώσαμε ήταν Ουκρανοί. Φτάσαμε να τους αναγνωρίσουμε ως τέτοιους δυστυχώς με τίμημα ασύλληπτα βαρύ. Να όμως που από δω και στο εξής δεν θα μπορούμε να μην κάνουμε τη διάκριση.

Λέω ευχαριστώ γι’ αυτή τη λογοτεχνία που την έχω διαβάσει και ξαναδιαβάσει σε διάφορες στιγμές της ζωής μου σε ελληνική, αγγλική ή γαλλική μετάφραση. Ευχαριστώ για τη μεγάλη λογοτεχνία στην οποία πάντα θα επιστρέφω, που είναι Ρώσικη, που είναι και Ουκρανική. Αλλά όσο ακόμη μαίνεται αυτός ο άδικος πόλεμος, θα λέω Ντιάκουγιου και όχι Σπασίμπα.

«Πήγαινε να γεράσεις ρυθμικά.
Κάτι σκιές που όλο σου γνέφουν
φώτισέ τις»
Κύλιση στην κορυφή