Σταύρος Γιαγκάζογλου

Σημειώσεις για το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού,
«Περί της εαυτού ψυχής»*

Ισίδωρος Ζουργός, Περί της εαυτού ψυχής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2021.

Ο Ισίδωρος Ζουργός στο νέο ιστορικό μυθιστόρημά του σμιλεύει με τον δικό του λογοτεχνικό τρόπο τον βυζαντινό κόσμο και πολιτισμό, επιλέγοντας να αναπλάσει παραστατικά μια δύσκολη εποχή γεμάτη αλλαγές και ανακατατάξεις, τον 11ο-12ο αιώνα της βασιλείας των Ρωμαίων μέσα από την οδύσσεια της ζωής ενός απλού νοτάριου. Το Περί της εαυτού ψυχής δεν είναι μόνο η ζωντανή και συναρπαστική αναπαράσταση ενός κόσμου και πολιτισμού που χάθηκε, αλλά το προμήνυμα και η γένεση του ψυχισμού και της ιδιαίτερης ταυτότητας ενός κόσμου που άρχισε ήδη να ζει και να πορεύεται και ο οποίος αργότερα θα αναφανεί διακριτά ως Νέος Ελληνισμός. Ο μακρινός αυτός κόσμος φτάνει ως τις μέρες μας και γίνεται οικείος μέσα από την προσωπική ιστορία, τις αγωνίες και περιπέτειες ενός αντιγραφέα χειρογράφων, του Σταυράκιου Κλαδά, που παλεύει μέσα από τις ποικίλες αντιξοότητες του καιρού του να ζήσει τον δικό του βίο, να βρει τον εαυτό και την ψυχή του μέσα από την αργόσυρτη πορεία μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας στην ακτή του κόσμου. Το Περί της εαυτού ψυχής έχει πολλά επίπεδα, φανερά και μυστικά, που τείνουν αργά αργά στη γένεση της νεωτερικότητας και του εαυτού μέσα από τους δρόμους όχι πλέον της αφήγησης μεγάλων γεγονότων και της μεσαιωνικής από κτίσεως κόσμου (βυζαντινής) χρονογραφίας, αλλά της προσωπικής ιστορίας, της περιπέτειας αυτής της ανθρώπινης ύπαρξης και ελευθερίας, καθώς και της δικής μας ανάγκης να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε έναν κόσμο απόμακρο αλλά εν τέλει οικείο και δικό μας, εφόσον τον αναπαραστήσουμε και τον αποδεχθούμε όχι απλώς μέσα από την αντικειμενική μνήμη της μεγάλης ιστορίας, αλλά κυρίως μέσα από τη διεισδυτική δύναμη της δικής μας ψυχής, γλώσσας, ιστορίας και εποχής…

«Συχνά θυμάμαι εκείνη τη φράση που μου είχε πει η Ανθούσα, όταν άφηνα τη Βασιλεύουσα για να έρθω εδώ στην καλύβα: “Πατέρα, η ζωή σου έχει κυλήσει παράλληλα με τους Κομνηνούς”. Η ζωή μας, θα συμπλήρωνα εγώ, καθώς βρεθήκαμε τρία αδέρφια πλάνητες στον ωκεανό του χρόνου, με σημαδούρα τα ίχνη τριών αυτοκρατόρων. Τρεις οι γιοι του Αλέξανδρου Κλαδά και τρεις οι Κομνηνοί. Εμείς ήμασταν αδέλφια, εκείνοι παππούς, πατέρας, γιος. Εκείνοι έζησαν και ζουν περίοπτον βίον, εμείς μείναμε χωμένοι στην έκλειψη της σελήνης, αθόρυβοι και ασήμαντοι. Τη βασιλεία τους θα την καταγράψουν αυλικοί ρήτορες και νωβελίσσιμοι, επίσκοποι και κόλακες αξιωματούχοι. Τη δική μας τόλμησα να τη γράψω εγώ, ο ουτιδανός. Κύριε, συγχώρεσε τη ματαιοδοξία του δούλου σου» (σ. 731).

Στο Περί της εαυτού ψυχής ο έρωτας, η κινητήρια αυτή δύναμη του νεωτερικού μυθιστορήματος, γεννιέται μέσα από μια κρυπτική και ποιητική αναφορά στα περιθώρια μιας διαθήκης του Κριτή της Αντιόχειας και κατόπιν της Καστοριάς, Δημητριανού. Το ερωτικό στοιχείο είναι πανταχού παρόν, ωστόσο πιο ήπιο και πιο ώριμο από τα προηγούμενα έργα του Ισίδωρου Ζουργού, ενταγμένο οργανικά θα έλεγα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και στα ιδιαίτερα προτάγματα του μυθιστορήματος (βλ. όμορφες αναφορές στη Θεολένια σ. 567). Πράγματι, ο έρωτας έχει και αυτός μια ιδιαίτερη πνευματικότητα, τη γλυκιά απαντοχή της συζυγίας, του αγώνα της ζωής και της προσωπικής αγωνίας της ύπαρξης σε έναν αβέβαιο κόσμο όπου κυβερνούν οι δυνατοί.

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την εξής φράση: «Κύριε, βοήθει τον αθλοφόρο της μνήμης». Η ανάκληση αυτή του ψαλμικού στίχου του Δαβίδ αναφέρεται σε μια άλλη εποποιία προσωπικής ενδοσκόπησης, στη βιβλική παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης. Συνάμα, η παράδοση αυτή στην εποχή ανάπτυξης της σκέψης και θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας στην Ανατολή θα εκφράσει με δυναμικό τρόπο την περί συνεργίας Θεού και ανθρώπου αντίληψη, η οποία και θα επιτρέψει νέα άλματα στην πορεία ανάδειξης του προσώπου ή της εξατομίκευσης του εαυτού στον νεωτερικό πολιτισμό μας. Στους αντίποδες αυτής της πορείας βρισκόταν η περί απόλυτου προορισμού τάση της δυτικής χριστιανοσύνης ήδη από την εποχή του ιερού Αυγουστίνου.

Στη χριστιανική γραμματεία υπάρχουν δύο βασικές, αν και διαφορετικές, αναφορές στην έννοια του εαυτού. Ο ιερός Αυγουστίνος είναι ο θεμελιωτής της δυτικής αντίληψης περί του ψυχολογικού εαυτού με τις εξομολογήσεις αλλά και με τις ψυχολογικές τριάδες στο έργο του De Trinitate. Η επίδρασή του Αυγουστίνου υπήρξε καταλυτική σε όλο το φάσμα του δυτικού πολιτισμού, αποτελώντας τις ρίζες του νεωτερικού ατόμου. Στην ελληνική Ανατολή, ο Γρηγόριος Θεολόγος θα γράψει το αυτοβιογραφικό έργο του «Εις τον εαυτού βίον» (Περὶ τὸν ἑαυτοῦ βίον, PG 37, στ. 1029-1166 ), πάνω σε έναν απολύτως ιστορικό και συνάμα προσωπικό, εξάπαντος όμως όχι ψυχολογικό καμβά. Ωστόσο, οι προσωπικές αναφορές και το πρώτο ενικό πρόσωπο σπανίζουν ή απουσιάζουν εντελώς στην κατοπινή βυζαντινή γραμματεία. Θα χρειαστεί να φτάσουμε στην εποχή του Συμεών του Νέου Θεολόγου (10ος-11ος αι.) για να συναντήσουμε προσωπικές αναφορές και ατομικές εμπειρίες της πνευματικής ζωής σε ένα καθαρά μυστικό και υπαρξιακό πλαίσιο. Είναι η εποχή στην οποία αναφέρεται το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού.

Ο πολιτισμός της μνήμης και της γραφής

Το αγνοημένο εν πολλοίς Βυζάντιο αποτελεί έναν σημαντικό κρίκο για τον σύγχρονο πολιτισμό μας, διότι έζησε επιτελώντας έναν μεγάλο άθλο για τη διάσωση της παγκόσμιας πνευματικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας. Πρόκειται για το άθλημα της μνήμης, δηλαδή για τη διαρκή μελέτη και αντιγραφή των γραπτών μνημείων της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας, αλλά και για το προχώρημα της ερωτηματοθεσίας της αρχαίας ελληνικής σκέψης μέσω του γόνιμου και δημιουργικού στοχασμού των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας.

Εν Στουδίω μονάζων επί δώματος. Με τον τίτλο αυτού του κεφαλαίου, που απηχεί τον 101ο Ψαλμό και την πρόσληψή του από τον Γιάννη Τσαρούχη (Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, εκδ. Καστανιώτη 1987), ο Ισίδωρος Ζουργός πλέκει την αφήγησή του για την κεντρική θέση του πολιτισμού της γραφής και της μνήμης στο Βυζάντιο κατά την περίοδο των Κομνηνών, με επίκεντρο το μοναστικό συγκρότημα της Μονής Στουδίου, στην προστασία και υπηρεσία της οποίας εισάγεται ο μόλις οκτώ ετών Σταυράκιος Κλαδάς. «Η Μονή Στουδίου ήταν μια κοινότητα που εργαζόταν αφοσιωμένη στην υλική όψη του βίου με την ίδια μέριμνα που έδειχνε και στα θεοτικά» (σ. 48). Με αφορμή τη μαθητεία του νεαρού Σταυράκιου Κλαδά στο σκριπτόριο-αντιγραφείο της μονής Στουδίου, ο Ισίδωρος Ζουργός αναπαριστά με τον πιο ζωντανό και λεπτομερή τρόπο την τέχνη και την τεχνική της αντιγραφής χειρόγραφων κειμένων και τη στάχωση των κωδίκων στο Βυζάντιο. Σε μια μεταιχμιακή εποχή όπου η μεγαλογράμματη γραφή έδινε τη θέση της στη μικρογράμματη γραφή, ο συγγραφέας μάς εισάγει στον εν πολλοίς άγνωστο κόσμο της βυζαντινής χειρόγραφης παράδοσης, η οποία όχι μόνο διέσωσε την αρχαιοελληνική γραμματεία μέσα στους αιώνες, αλλά δημιούργησε και μία δεύτερη γραμματεία ως συνέχεια και δημιουργική επέκταση της πρώτης. Η τέχνη της αντιγραφής γινόταν μέσα από την αντιπαραβολή των χειρογράφων, με εξαντλητικό έλεγχο των χωρίων όπου υπήρχαν αναφορές σε αρχαίους και σε εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Σε έναν πολιτισμό που βασιζόταν στη δύναμη της παιδείας και του γραπτού λόγου, οι ταχυγράφοι, οι καλλιγράφοι, οι οξυγράφοι-σημειογράφοι ήταν απαραίτητοι στη διαρκή έκφραση, διάδοση, συνοχή και αναπαραγωγή του. Η γραμματεία αυτή είχε δύο κύριες εκφράσεις και μορφές, την εκκλησιαστική και τη θύραθεν ελληνική παιδεία. Η δε χρήση και αξιοποίησή των χειρογράφων αφορούσε κυρίως τις μοναστηριακές και εν γένει εκκλησιαστικές βιβλιοθήκες, καθώς και τις ανάγκες της παλατινής γραφειοκρατείας ή το αυτοκρατορικό πανδιδακτήριον. Τα μοναστήρια διέθεταν οργανωμένα εργαστήρια αντιγραφής ως τμήματα των βιβλιοθηκών τους, ενώ δεν ήταν λίγα και τα κοσμικά αντιγραφεία στην Κωνσταντινούπολη και στα άλλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Τον πολιτισμό αυτόν της αντιγραφής ο Ισίδωρος Ζουργός κατορθώνει να μας τον μεταφέρει άκρως παραστατικά σε όλο το εύρος αυτού του μυθιστορήματος με έξοχες αναφορές.

«Σ’ όλο το εργαστήρι επικρατούσε σιωπή, ακούγονταν μόνο εκείνο το γρατζούνισμα απ’ το ξύσιμο της γραφίδας στην περγαμηνή, με το οποίο περνάνε οι εκλάμψεις του νου και της ψυχής στον κόσμο και στην αιωνιότητα» (σ. 54). «Βλέπεις, ζώντας κανείς στη μονή μας, δε σημαίνει πως είναι έξω από τον κόσμο. Πολύ συχνά βρίσκεται στο κέντρο των αποφάσεων και τις εξελίξεις τις μαθαίνει νωρίτερα» (σ. 53)

Η ρωμαϊκή παράδοση του Βυζαντίου

Μολονότι βρισκόμαστε στο ύστερο Βυζάντιο, υπάρχει ακόμη εν χρήσει πληθώρα λατινικών όρων και λέξεων που αφορούν στην παλατινή γραφειοκρατία και στον εν γένει πολιτισμό της βασιλείας των Ρωμαίων στην ελληνόφωνη Ανατολή. Ο Ισίδωρος Ζουργός εντάσσει οργανικά στη διήγησή του πολλούς τέτοιους όρους[1] και με αυτόν τον τρόπο δείχνει την εκτεταμένη ιστορική μελέτη και σπουδή που προηγήθηκε στη μυθοπλασία του. Οι μαρτυρίες αυτές προβάλλουν επίσης τη ρωμαϊκή παράδοση, την αδιάκοπη συνέχεια, την ώσμωση και εν τέλει τον ιδιότυπο εξελληνισμό του χιλιόχρονου κράτους των Ρωμαίων στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εδώ ακριβώς έχει τις ρίζες και προϋποθέσεις του το ζήτημα του Βυζαντίου ως αναπόσπαστο τμήμα της κοινής ευρωπαϊκής κληρονομιάς. Η αμφισβητούμενη σχέση Βυζαντίου και Ευρώπης, Βυζαντίου και δυτικού πολιτισμού έχει βαθιές ρίζες στη δυτική ιστοριογραφία που ξεκινά από την περίοδο των Φράγκων και κορυφώνεται στα στερεότυπα που καθιέρωσε ο Γίββων κατά την περίοδο του Διαφωτισμού. Από αυτά τα στερεότυπα δεν έχουν ξεφύγει πολλοί Έλληνες διανοούμενοι, αλλά και ορισμένοι σύγχρονοι λογοτέχνες που η μυθοπλασία τους αφορά το Βυζάντιο. Αντίθετα, μια βαθύτερη και απροκατάληπτη ιστορική διερεύνηση στις μέρες μας δείχνει ότι η εμβέλεια αλλά και η κληρονομιά του βυζαντινού κόσμου και πολιτισμού έχει οικουμενικές και σαφώς ευρωπαϊκές διαστάσεις. Φαίνεται ότι πρωτοπόροι στην αναθεώρηση αυτή του βυζαντινού πολιτισμού ήταν ο Κάρλ Κρουμπάχερ και ο ημέτερος Φαίδων Κουκουλές, οι οποίοι έθεσαν το ζήτημα στις πραγματικές διαστάσεις του, ακολουθούμενοι από τους κατοπινούς ειδικούς μελετητές και βυζαντινολόγους. Η μυθοπλασία του Ισίδωρου Ζουργού ανοίγει νέους δρόμους γνωριμίας με το λησμονημένο και συκοφαντημένο Βυζάντιο τόσο στο ευρύτερο κοινό των αναγνωστών όσο και σε νεότερους λογοτέχνες για να εμπνευστούν και να συνομιλήσουν με τον βυζαντινό κόσμο και πολιτισμό. Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι οφειλέτης κι αυτός, τόσο ιστορικά όσο και λογοτεχνικά. σε προηγούμενους συγγραφείς που καταπιάστηκαν με το Βυζάντιο.

Προνεωτερικά στοιχεία του εαυτού

Μία από τις κεντρικές στοχεύσεις του αφηγήματος είναι η σταδιακή ανάδειξη στοιχείων του προσωπικού εαυτού σε μια προνεωτερική κοινωνία. Ο Σταυράκιος Κλαδάς είναι το πρόσωπο που κόντρα στα πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και ιστορικά δεδομένα της εποχής αναλαμβάνει να δει και να καταλάβει τον κόσμο με τα μάτια της δικής του ψυχής: «Να ονοματίζω τον κόσμο από την αρχή» (σ. 628-629). Προς το τέλος της ζωής του, σε μια ακτή της Προποντίδας, ο Σταυράκιος Κλαδάς στοχάζεται μοναχός του για το έσχατο νόημα της ύπαρξης στο σπίτι με τη μοναχική μηλιά, στη σιγή του ενός. Ο αντιγραφέας γίνεται συγγραφέας της δικής του χρονογραφίας και δημιουργός του δικού του κόσμου, τον οποίο αναστοχάζεται και νοηματοδοτεί προσωπικά. Όσο και αν η περί εξατομίκευσης θεωρία του Στέλιου Ράμφου (Ο καημός του ενός) θεωρεί ξένη προς το Βυζάντιο την ιδέα του προσωπικού εαυτού ή της ανάδειξης του ανθρώπινου υποκειμένου, ο Ισίδωρος Ζουργός θέτει τον ήρωά του να αναζητεί την ψυχή του, τον προσωπικό εαυτό του, μέσα στο πλέγμα της συμπαγούς ενότητας και συλλογικότητας της βυζαντινής κοινωνίας. Πίσω από τα πάθη και τις δόξες του Βυζαντίου δεν υπάρχουν μονάχα οι άνθρωποι της εξουσίας και τα πλήθη, αλλά και το άλλο Βυζάντιο, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι του καθημερινού βίου, πρόσωπα που αγωνίζονται να ζήσουν, να διακριθούν, να κατακτήσουν το νόημα, ακόμη και όταν συνθλίβονται στις συμπληγάδες και στις ματαιώσεις της ιστορίας. Αυτό αφορά και άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα της μυθιστορίας του Ισίδωρου Ζουργού, όπως η προσωπογραφία της Μαξιμώς, που φαίνεται να συνοψίζει ένα ιδιαίτερο σχόλιο του συγγραφέα για τη θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία.

«Η Μαξιμώ δεν ξέρω αν πολυκαταλάβαινε τελικά τι της είπε. Όσον καιρό μείναμε μαζί της, συχνά μου θύμιζε άνθρωπο που κατανοεί αλλιώς τον κόσμο. Δεν ήταν σίγουρο ότι αντιλαμβανόταν όλα όσα γίνονταν γύρω της. Ήταν άνθρωπος που λειτουργούσε στην κάθε μέρα χωρίς αυτό που λέμε: κατανοεί απόλυτα. Εγώ νομίζω πως όλα εξηγούνται, καθώς η ψυχή της ήταν η ίδια καλοσύνη, χωρίς καμιά αγωνία κατανόησης. Αυτή η ψυχή είχε το πρόσταγμα σε όλα, γι’ αυτό και η αντίληψή της ακολουθούσε αργοπορημένη. Αντιλαμβανόταν τον κόσμο ως διαρκή θηλασμό, και αυτό τη βοηθούσε να παραμείνει όμορφη, ακόμη και στα είκοσι εφτά της χρόνια» (σ. 63).

Αλλαγές στη βυζαντινή κοινωνία κατά τον 11o-12o αι.

Οι μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που εμφανίζονται στον βυζαντινό κόσμο και πολιτισμό κατά την περίοδο του 11ου και 12ου αιώνα δένονται αρμονικά και παραστατικά στη μυθιστορηματική πλοκή του Ισίδωρου Ζουργού. Το κράτος των Ρωμαίων και η πρωτεύουσά του τραβούσε σαν το μέλι ξένους επιδρομείς από όλα τα σημεία του ορίζοντα (σ. 259). Μετά την ήττα του Ματζικέρτ, οι Σελτζούκοι του Αρπ Ασλάν είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται στη Μικρά Ασία, ενώ ο βυζαντινός στρατός περιλάμβανε σταθερά ξένους και αλλόθρησκους μισθοφόρους, Βαράγγους, Τούρκους, Σκήθες, ακόμη και Άραβες. Οι σφαγές και οι δηώσεις από Πετσενέγους, Σκήθες, Κουμάνους, Ρως, Μαγιάρους και Νορμανδούς εισβολείς άρχισαν να πολλαπλασιάζονται σε διάφορες απομακρυσμένες πόλεις της αυτοκρατορίας. Το Δορύλαιο από όπου υποτίθεται ότι κατάγεται ο Σταυράκιος Κλαδάς και τα αδέλφια του Θεοφύλακτος και Ιωάννης, ήταν στρατηγικής σημασίας πόλη με σημαντική στρατιωτική παρουσία. Από το Δορύλαιο καταγόταν η επιφανής βυζαντινή οικογένεια των Μελισσηνών. Σε μια τέτοια εισβολή των Σελτζούκων στο Δορύλαιο έχασαν τη ζωή τους οι γονείς των τριών αδελφών Κλαδά και ξεκίνησε η δική τους προσφυγιά.

Στον καμβά της αφήγησής του ο Ισίδωρος Ζουργός αναφέρεται στις μεγάλες πληγές της αυτοκρατορίας. Η κρίση στους κόλπους των μικροϊδιοκτητών γης, δηλαδή των ελεύθερων γεωργών και παραγωγών προς όφελος των μεγάλων γαιοκτημόνων (τα μεγάλα σόγια της βασιλεύουσας και οι κηφήνες της αριστοκρατίας) και των μοναστηριακών γαιών, οι αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις και εκστρατείες, η υπέρογκη φορολογία των παραγωγικών τάξεων, ερήμωσαν κυριολεκτικά τη βυζαντινή ύπαιθρο (σ. 684, 694). Διάφοροι τοπάρχες και μακρινοί ηγεμόνες, όπως οι Γαβράδες της Τραπεζούντας, προμηνύουν τη μετέπειτα διαίρεση της αυτοκρατορίας σε διάφορα δεσποτάτα (σ. 695). Σε αυτά τα δεσποτάτα θα αναπτυχθεί περαιτέρω ο μύθος της ελληνικότητας ενάντια στον μύθο της βυζαντινής οικουμενικότητας και σε ένα από αυτά ο Πλήθων θα εμπνευστεί το σχέδιό του για την ανασύσταση της αρχαίας ελληνικής πολιτείας.

Ήδη οι Σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας εμφανίζονται στην Κωνσταντινούπολη, στρατοπεδεύουν έξω από τα τείχη της και διαπράττουν ληστρικές επιδρομές σε κοντινές πόλεις και χωριά (σ. 494, 548, 610 εξ). Ως γνωστόν, μεταξύ της Α΄ και της Δ΄ Σταυροφορίας, το Βυζάντιο θα αποδυναμωθεί πλήρως και το 1204 θα γίνει η πρώτη άλωση που θα επιταχύνει τη δεύτερη και οριστική άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι Ιταλικές πόλεις, οι Βενετοί και οι Γενουάτες, πιέζουν και εξασφαλίζουν οικονομικά προνόμια στη διεξαγωγή του εμπορίου, ελέγχοντας πλέον σημαντικό τμήμα της βυζαντινής οικονομίας (βλ. Αλ. Παπαδιαμάντη, «Οι έμποροι των εθνών») αλλά και τους θαλάσσιους δρόμους της αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα τη σταδιακή παρακμή του βυζαντινού στόλου (εκτεταμένες αναφορές: σ. 653-654, 665, 682-684, 733). Μια ολόκληρη περιοχή της Πόλης, ο Γαλατάς, γίνεται η συνοικία των Λατίνων (σ. 732-733). Κάστρα και πύργοι αλλά και μοναστήρια κτίζονται στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Ανατολής και Λατίνοι μοναχοί εγκαθίστανται σε αυτά. Το ρεύμα των Ενωτικών αντιτίθεται στους Ανθενωτικούς και από τον 13ο αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες μεταφράσεις λατινικών έργων στα ελληνικά. Τη σμίκρυνση της αυτοκρατορίας μοιάζει να εκφράζει η υποβάθμιση του ιερού παλατίου και η μεταφορά του αυτοκράτορα στα ανάκτορα των Βλαχερνών. Το ίδιο συμβαίνει γενικότερα και με τη νέα αρχιτεκτονική και ναοδομία στη Θεσσαλονίκη, στην Καστοριά και στη Βέροια, όπου οι ναοί είναι πλέον πιο μικροί εκφράζοντας την «ανασεμιά» του Νέου Ελληνισμού, όπως θα έλεγε και ο Ν.Γ. Πεντζίκης, όταν σύγκρινε την Κουμπελίδικη εκκλησία της Καστοριάς με την Παναγία των Παρισίων (βλ. Προς εκκλησιασμόν, σ. 58-59).

Στην προοδευτική αυτοσυνειδησία του Νέου Ελληνισμού φαίνεται ότι συνέβαλε και η ανανέωση της θύραθεν παιδείας, δηλαδή το ενδιαφέρον σπουδής των συγγραμμάτων της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης ανέδειξε την παλαιά Μονή Στουδίου στον έβδομο λόφο της Πόλης ως ένα σημαντικό κέντρο πνευματικής και κοινωνικής δραστηριότητας, οργανώνοντας εξειδικευμένα εργαστήρια αντιγραφής και έκδοσης χειρογράφων κωδίκων. Ο Ισίδωρος Ζουργός αναφέρεται στους λόγους του Θεόδωρου Στουδίτη όπου εξαίρεται η ελληνική παιδεία (σ. 84), αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος υπήρξε επιδέξιος αντιγραφέας, άριστα συρμεογραφών βίβλους και πονήματα (σ. 93-94). Καθώς σχολιάζει, τα τελευταία χρόνια οι αντιγραφείς προσθέτουν το όνομά τους, όπως και οι αγιογράφοι, δίχως να το θεωρούν έπαρση ή αμαρτία (σ. 196). Οι Βυζαντινοί ουδέποτε έπαψαν να διαβάζουν και να σχολιάζουν τα έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Και ενώ έλκονται από την τέχνη της συλλογιστικής μεθόδου και τη χάρη της ευγλωττίας, προσέχουν να μην περιπέσουν στη λατρεία των ειδώλων. Άλλωστε, οι Βυζαντινοί μας κληροδότησαν το γλωσσικό πρόβλημα, το οποίο ταλάνισε τον νέο Ελληνισμό. Ο Ισίδωρος Ζουργός αναφέρεται στο αρχαίο-προνεωτερικό κοσμοείδωλο που ίσχυε και στο Βυζάντιο, όπου ο κόσμος παριστάνεται ως μεγάλος ελλειπτικός δίσκος ή ως σφαίρα (σ. 92-93) και συνάμα στη σπουδαία κοσμολογική θεώρηση του αγίου Μαξίμου Ομολογητή για τη δυναμική ενότητα και λογικότητα του κόσμου (σ. 95). Με βάση αυτό το βυζαντινό πρότυπο της διπλής γνώσης, κοσμικής και θεολογικής, ο Σταυράκιος Κλαδάς μορφώθηκε αλιευτικώς με την καθ’ ημάς θεογνωσία αλλά και αριστοτελικώς, με τον τρόπο των Ελλήνων στη Μονή Στουδίου, η οποία ήταν κυψέλη και κάτεργο για τους αντιγραφείς της (σ. 147). Γι’ αυτό και στη ζωή του θα επιχειρήσει να συνθέσει τους δύο αυτούς πόλους, την ασκητικότητα με τον κόσμο, την αιωνιότητα με τον παρόντα βίο. Είναι όπως η ψυχή με το σώμα που συνδέονται και αλληλοπεριχωρούνται βαθιά. Για τον άνθρωπο δεν μπορεί να υπάρξει εγκόσμια ταυτότητα χωρίς ψυχή και αλήθεια της ύπαρξης. Συνάμα δεν μπορεί να υπάρξει ψυχή του ανθρώπου δίχως εγκόσμια και ιστορική ταυτότητα.

Ιστορικά πρόσωπα

Στο μυθιστόρημα αναφέρονται διάφορα ιστορικά πρόσωπα, τα οποία όμως δεν πρωταγωνιστούν στην πλοκή του. Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο πνευματικός διδάσκαλος του Νικήτα Στηθάτου, είχε αξιωθεί να δει το άκτιστο φως και να γράψει για τις πνευματικές του εμπειρίες στα θεολογικά έργα του με έναν ολότελα προσωπικό τρόπο. Εκφράζοντας εξολοκλήρου μία χαρισματική και μυστική θεολογία, τα κείμενά του σε πρώτο πρόσωπο είναι όντως «ύμνοι θείων ερώτων». Στα χνάρια του ο αδελφός του Σταυράκιου, Ιωάννης Κλαδάς, ο ησυχαστής μοναχός, εκφράζει και αυτός την προϊούσα εξατομίκευση μέσω του μοναστικού δρόμου (σ. 639). Ακολουθεί η αναφορά στον ηγούμενο Νικήτα Στηθάτο, ο οποίος γράφει πραγματείες κατά Λατίνων. Ο Ισίδωρος Ζουργός ενσωματώνει στην αφήγησή του και άλλες αναφορές για την αρξάμενη ήδη αντιλατινική γραμματεία στο Βυζάντιο (σ. 562).

Αναφέρεται επίσης στον Ιωάννη Ξιφιλίνο,διευθυντή στο διδασκαλείον των Νόμων, ενώ ο υπέρτιμος Μιχαήλ Ψελλός, ο ύπατος των φιλοσόφων και διάσημος διδάσκαλος της φιλοσοφίας στο Πανδιδακτήριον της Κωνσταντινούπολης, σχολάζων πλέον, συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος. Η βουλιμία του Ψελλού για το υποτιθέμενο απολεσθέν έργο του Πυθέα Περί Ωκεανού θα εμπλέξει τον Σταυράκιο Κλαδά σε περιπέτειες και αναζητήσεις. Σκιαγραφώντας τον Βυζαντινό αυτό λόγιο, ο Ισίδωρος Ζουργός προβαίνει σε χαριτωμένες και διεισδυτικές αναφορές για τη σχέση λογιοσύνης και ήθους. Σε έναν κόσμο όπου οι πάντες υπηρετούσαν τη βασιλεία των Ρωμαίων ή τον Θεό, μονάχα ο Ψελλός είχε το θάρρος να μην κρύψει τον εαυτό του ή τη μεγαλαυχία του που ασφυκτιούσε διακαώς να βγει μπροστά. Στη Χρονογραφία του Ψελλού αφηγητής είναι ο εαυτός του ως δημιουργός των πάντων (σ. 255-256). Σαν ένα αδιόρατο προμήνυμα της Αναγέννησης και της νεωτερικότητας, ο Σταυράκιος Κλαδάς φέρνει συχνά στον νου του τις απροσδόκητες συνομιλίες του με τον Ψελλό. «Εκείνες τις νύχτες συχνά θυμόμουν τα λόγια του Ψελλού: “Είμαστε όλοι Έλληνες”, μου έλεγε. “Κι αυτοί οι Σκύθες, οι βάρβαροι, κι αυτοί ακόμη θα γίνουν κάποτε Έλληνες”» (σ. 218). Η κίνηση αυτή δεν πρόλαβε να ωριμάσει και να αναπτυχθεί πλήρως. Την πρόλαβε η άλωση και η Τουρκοκρατία. Πρόλαβε, όμως, να δώσει κάτι από τη λάμψη και την αναλαμπή της στην Αναγέννηση της Δύσης.

Στην περίπτωση του Μιχαήλ Ψελλού και του μαθητή του Ιωάννη Ιταλού εμφανίζεται μια έντονη τάση επιστροφής στην αρχαιοελληνική σκέψη, η οποία υπερβαίνει τον τρόπο πρόσληψης των Καππαδοκών και των άλλων Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας. Στην εποχή τους αυξάνονται κάθετα οι παραγγελίες χειρογράφων με έργα Ελλήνων φιλοσόφων. Στην προσπάθεια αναβίωσης και αυτονόμησης της αρχαιοελληνικής σκέψης καταδικάζεται ο Ιωάννης Ιταλός και στη δίκη του παρίσταται ως μάρτυρας ο Ψελλός. Την ατμόσφαιρα αυτή επιχειρεί να αξιοποιήσει ο Ισίδωρος Ζουργός με τις μαρτυρίες για το χαμένο βιβλίο του Πυθέα Περί Ωκεανού, όταν εντάσσει ευρηματικά τον μύθο αυτό στο μυθιστόρημα, που μοιάζει να απασχολεί αλληγορικά τον κεντρικό ήρωα για όλη του τη ζωή («Ωκεανός στον κόρφο», σ. 182 εξ). Ο Πυθέας, ως άλλος Οδυσσέας, ανοικτός στην περιπέτεια της ανακάλυψης, θα φτάσει ως τη μακρινή Θούλη, την άκρη του κόσμου.

«Ο δόκιμος Κλαδάς ήταν υπηρέτης ενός κλειστού κόσμου που τον διέταζαν άντρες στρυφνοί και ολιγόκαρδοι. Δίπλα του ζούσαν αντιγραφείς, σκυμμένοι όπως και αυτός και σιωπηλοί. Ολημερίς ακουγόταν το ιδιόμελο τροπάριο του καλάμου, όπως γρατζουνούσε θρηνητικά τα πεθαμένα δέρματα. Η γραφή τους έμοιαζε με τη διαθήκη μιας ζωής που δεν έζησαν, έμοιαζε με τη ζωή κάποιων άλλων. Ο Σταυράκιος, νοτάριος        κι αυτός, αντιγράφει αυτόν τον άλλον Οδυσσέα, θυμάται τη θάλασσα και τη μοναδική φορά που την είχε διασχίσει… Κατέβαζε τα μάτια για λίγο στην περγαμηνή κι ύστερα        πάλι ο νους του αναπτερωνόταν και χάζευε γαλάζιους ουρανούς…» (σ. 194-195).

Ο Ισίδωρος Ζουργός εγκιβωτίζει στο μυθιστόρημά του μια παράδοξη και σκληρή ιστορία, την οποία δανείζεται από το έργο Αλεξιάς της Άννας Κομνηνής και αφορά τη δράση των Βογομίλων ενάντια στην τάξη της Εκκλησίας και της αυτοκρατορίας. Τα μυστικά δόγματα και οι ριζοσπαστικές προθέσεις των «αναρχικών» Βογομίλων έρχονται στο φως μέσα στο ιερό παλάτιο όπου παρασύρεται τεχνηέντως ο Βασίλειος, ηγέτης των Βογομίλων της Κωνσταντινούπολης, από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό. Ο Σταυράκιος Κλαδάς επιφορτίζεται μέσω της Άννας Κομνηνής να καταγράψει τη συνομιλία του αυτοκράτορα με τον ηγέτη των Βογομίλων, η οποία και θα μετατραπεί σε κατηγορητήριο και αιτία φρικτού θανάτου για τον Βασίλειο. Ενδεχομένως, η ένταξη αυτής της ιστορίας είναι ακόμη ένα υπόκωφο σχόλιο στην απολυταρχική εξουσία και δύναμη (σ. 593 εξ). Ο Σταυράκιος Κλαδάς θα φέρει βαρέως στο υπόλοιπο του βίου την αναγκαστική συμμετοχή του στην πράξη αυτή. Η Άννα Κομνηνή εμφανίζεται στις σελίδες του μυθιστορήματος ως διεκδικήτρια του θρόνου και αργότερα εκτοπισμένη σε μοναστήρι να γράφει την ιστορία του πατέρα της στο ήδη προαναφερθέν έργο Αλεξιάς, καλύπτοντας τα γεγονότα της περιόδου 1069-1148. Συμπληρώνοντας το ιστοριογραφικό έργο του δεύτερου συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου Ύλη Ιστορίας, η ιατρός και ιστορικός Άννα Κομνηνή έχει ως πρότυπό της τον Θουκυδίδη και τον Πολύβιο και χρησιμοποιεί με δεξιοτεχνία την αττικίζουσα γλώσσα, δηλώνοντας την εξαιρετική μόρφωση και παιδεία της. «Αν δεν ήταν γυναίκα, θα ήταν αυτή τώρα στον θρόνο» φέρεται να λέει η φίλη της Ανθούσα, κόρη του Κλαδά (σ. 723), και ο Σταυράκιος συμπληρώνει «Εγώ λέω και το άλλο, αν δεν ήταν γυναίκα, θα μπορούσε να γίνει ένας δεύτερος Ψελλός» (σ. 724).

Πέραν της Κωνσταντινούπολης, εκτεταμένες αναφορές γίνονται στις βυζαντινές πόλεις της Καστοριάς, της Βέροιας, του Κίτρους και ασφαλώς της Θεσσαλονίκης με ιδιαίτερη μνεία στις γιορτές της πόλης της, τα Δημήτρια, και στην εισροή ξένων προσκυνητών από τα πέρατα του κόσμου (Μοισοί, Ίβηρες, Κέλτες πέραν των Άλπεων, Ιταλοί της Καμπανίας κ.ά.). Σε όλο το εύρος του μυθιστορήματος ο Ισίδωρος Ζουργός ζωντανεύει διάφορες σκηνές από την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων της Πόλης, εντός και εκτός των τειχών, περιγράφοντας πώς γιόρταζαν οι κάτοικοι τα εγκαίνια ίδρυσής της στις 11 Μαΐου (σ. 117 και 552), τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας (σ. 544), τις βασιλικές πομπές του αυτοκράτορα, τις γιορτές των ανθρώπων της υπαίθρου της (σ. 254), με πολλές αναφορές στον πολιτισμό και στη συνήθεια του οίνου. Αναφερόμενος στον πολιτισμό του κρασιού, ο Ισίδωρος Ζουργός εκφράζει τον ίδιο του τον εαυτό: «γενηθήτω το της φιλίας φως»! Έτσι περιγράφει τη σταδιακή ανάπτυξη μιας βαθιάς έντιμης ανδρικής φιλίας μεταξύ Σταυράκιου και Λεόντιου και τις κουβέντες με γλύκα μεταξύ φίλων (σ. 584). Προσωπικά τέτοιες κουβέντες έχω να θυμάμαι πολλές μαζί του από τα χρόνια της Θεσσαλονίκης.

Ο Ισίδωρος Ζουργός δείχνει ότι ο μόνος πραγματικός δρόμος να αναπλάσουμε τη ζωή και τα ήθη των ανθρώπων του παρελθόντος είναι να δεξιωθούμε και να ζωντανέψουμε εντός μας την ιστορία. Και το κατορθώνει αυτό θαυμάσια συμπλέκοντας τα πολλά και ποικίλα ιστορικά στοιχεία με τις ζωές των ανθρώπων. Το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει απλώς φόντο ορισμένα ψιμύθια του βυζαντινού κόσμου, έτσι για να δώσει ένα κάποιο ιστορικό χρώμα στην προσπάθεια πρόσληψης των αντιφατικών στοιχείων της βυζαντινής δυστοπίας, αλλά κυριολεκτικά παρελαύνουν και περιχωρούνται σε αυτό με οικείο τρόπο οι ποικίλες όψεις του βυζαντινού πολιτισμού.

            Αναφέρεται ακόμη σε παραστάσεις θρησκευτικού δράματος στο Βυζάντιο (σ. 568-569), αλλά και σε περιγραφές της καθημερινής ζωής στην πόλη και στην ύπαιθρο, στη ζωή των περιθωριακών κοινωνικών ομάδων (σ. 517, 546), ακόμη και στην παράνομη δόμηση (σ. 586). Το ίδιο παραστατικά περιγράφει τις διάφορες επιδημίες της εποχής και την επίδρασή τους στην καθημερινή ζωή, καθώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν προληπτικά ως αντισηπτικό μέσο το ασβέστιο. Στο κεφάλαιο «Βήλα και πύργοι» (σ. 592 εξ.), ζωντανεύει την Πόλη με τα λιμάνια της, τα παλάτια, τις πύλες της, την παλατιανή εθιμοτυπία, τις επίσημες ακροάσεις των ξένων πρέσβεων στη λαμπρή και υποβλητική αίθουσα ακροάσεων του αυτοκράτορα, στο οκτάγωνο του Χρυσοτρίκλινου. Ο Ισίδωρος Ζουργός περιγράφει ακόμη τις διατροφικές συνήθειες και τα εδέσματα των Βυζαντινών, αναπαριστά γλέντια, δείπνα και συμπόσια (σ. 651), ζωντανεύει ήθη, έθιμα και παραδόσεις από την ελληνική αρχαιότητα ή μνημονεύει λαϊκά αναγνώσματα, όπως το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου, τα οποία συνέχιζαν να επιβιώνουν στο Βυζάντιο. Το ίδιο παραστατικές είναι και οι περιγραφές που δίνει για τον τρόπο ένδυσης των ανδρών και των γυναικών, των παλατιανών, των στρατιωτικών και των άλλων αξιωματούχων. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η περιγραφή του τρόπου λειτουργίας των βυζαντινών συντεχνιών, με αφορμή την αναφορά στις αλυκές και στην εμπορία άλατος στο Κίτρος της Πιερίας, καθώς και των συναφών προβλημάτων των παραγωγικών τάξεων που αργότερα θα οδηγήσουν στην επανάσταση των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης κατά τον 14ο αι. (σ. 452 εξ.). Συχνές ήταν και οι δωροδοκίες για την ανάθεση, εκμίσθωση και εκμετάλλευση μιας αλυκής (σ. 462), αλλά και τα προβλήματα μεταξύ δούλων (Πετσενέγοι με αλυσίδες), ελεύθερων εργατών και εργατών των συντεχνιών. Φυσικά δεν λείπουν οι αναφορές σε συνομωσίες και τιμωρίες, στη ρινότμηση και στη φυλάκιση των διεκδικητών του θρόνου. Η παραγγελία χειρογράφων με έργα θύραθεν και εκκλησιαστικά ήταν αρκετά διαδεδομένη σε όλη την επικράτεια του Βυζαντίου, κυρίως στα «μεσαία» κοινωνικά στρώματα, ενώ οι πωλήσεις βιβλίων γινόταν υπαίθρια, ακόμη και σε πάγκους, όπως δείχνει η περιπέτεια της επανεμφάνισης του βιβλίου του Πυθέα Περί Ωκεανού. Το χαμένο αυτό έργο της αρχαιότητας λειτουργεί συμβολικά στην ψυχική ιστορία του κεντρικού ήρωα και ασφαλώς δεν αποτελεί τον πραγματικό καμβά του μυθιστορήματος. Ως γνωστόν, ο ιερός Φώτιος αναφέρεται σε πλείστα απολεσθέντα συγγράμματα της ελληνικής αρχαιότητας, τα οποία μας είναι γνωστά εκ μόνης της αναφοράς τους.

Θεολογία, λογοτεχνία και ιστορικό μυθιστόρημα

Κατά τον π. Ευάγγελο Γκανά η σχέση λογοτεχνίας και θεολογίας μετά τη νεωτερικότητα υπήρξε δυσχερής, έως ασύμβατη. Ιδιαίτερα στον τόπο μας, λόγω της πόλωσης μεταξύ Διαφωτισμού και Αντιδιαφωτισμού, λόγω του γλωσσικού προβλήματος που κράτησε ως τη Μεταπολίτευση και της έλλειψης μιας μετάφρασης της Αγίας Γραφής στη νεοελληνική γλώσσα, φαίνεται πως βάθυνε ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ νεότερης λογοτεχνίας και θεολογίας στη χώρα μας. Το δε μυθιστόρημα, ως η κατεξοχήν αφηγηματική τέχνη της νεωτερικότητας, φαίνεται να μην προσλαμβάνει ή να μην προσλαμβάνεται από τη θεολογία. Ως προς τη σχέση μυθιστόρηματος και θεολογίας έχουν ιδιαίτερη σημασία οι ακόλουθες σκέψεις και παρατηρήσεις του π. Ευάγγελου Γκανά που μπορούν να φωτίσουν και ορισμένες αδιόρατες πτυχές του μυθιστορήματος του Ισίδωρου Ζουργού: «Η θεολογία του αρχείου είναι εμποτισμένη από τη νοοτροπία και τις πρακτικές της προνεωτερικής ιστοριογραφίας στη διπλή εκδοχή της: τη “φιλόφρονα” ιστοριογραφία και την αρχειακή πολυϊστορία. Η πρώτη ασχολείται με την πληθωρική περιγραφή των μεγάλων πράξεων που επιτελούν οι μεγάλες προσωπικότητες. Η δεύτερη αλιεύει τεκμήρια από το αρχείο του παρελθόντος προκειμένου είτε να δικαιολογήσει την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων είτε αντιθέτως να την ανατρέψει και να επιβάλει σύγχρονες βλέψεις και διεκδικήσεις, επικαλούμενη όμως πάντοτε την αυθεντία του παρελθόντος (το ουκρανικό ζήτημα είναι ένα πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα). Αν η νεώτερη ιστοριογραφία προσέγγισε τη λογοτεχνική μορφή του μυθιστορήματος, με την ανοικτότητα προς το μέλλον που το χαρακτηρίζει, η θεολογία του αρχείου αναδεικνύεται προγραμματικά αντιμυθιστορηματική» (Βλ. Ανθίβολα 4-5/2021, σ. 81-82). Η μόνη δυνατότητα να συναντηθεί η θεολογία με το μυθιστόρημα είναι να γίνει θεολογία της μαρτυρίας και να είναι προσανατολισμένη εσχατολογικά στους ανοικτούς ορίζοντες του μέλλοντος και όχι να στρέφεται διαρκώς προς την αυθεντία και τη συντελεσμένη παράδοση του παρελθόντος για να ποδηγετεί το παρόν και να υπονομεύει διαρκώς το μέλλον. Το παράδειγμα μιας τέτοιας συνάντησης σαρκώθηκε επιτυχώς από τον Ντοστογιέφσκι. Ο Ισίδωρος Ζουργός στο ύστερο σημείωμα του βιβλίου του επιλέγει τα εξής:

       Στο μυθιστόρημα υπερτερεί ο πολιτισμός της γραφής, ο κόσμος των αντιγραφέων και    του βιβλίου. Πίσω από τον κόσμο της λογιοσύνης και της πίστης, υποβόσκει η αντιπαράθεση εκείνων των χρόνων, ο ουμανισμός των λογίων σε αντίστιξη με το     απόκρυφο βίωμα του θείου φωτός. Η διαφωνία εκ πρώτης όψεως φαίνεται θεμελιακή, στο βάθος, όμως, οι δύο αντιλήψεις συναποτελούν μια επιβεβαίωση της σημασίας της ατομικής εμπειρίας… Το όποιο ταξίδι στον κόσμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παραμένει εξάπαντος σαγηνευτικό και μυστηριώδες. Η ελληνική γλώσσα, οι εικονογραφίες, τα πέτρινα κάστρα τα γεμάτα μυστικά, τα πομπώδη αξιώματα των ανακτόρων, η γραφειοκρατία, ο νομικός πολιτισμός, η σκληρότητα, η νοσταλγία του Θεού… όσο περισσότερο βυθίζεσαι στην έρευνα αυτού του κόσμου τόσο τα αναπάντητα ερωτήματα πληθαίνουν, μαζί και οι αντιφάσεις. Είναι αμέτρητες οι ερμηνευτικές απόπειρες και οι εικασίες, δίπλα σε αυτές στέκει και το μυθιστόρημα εποχής, που έρχεται καλοπροαίρετα να παραπλανήσει, να ονειρευτεί. Όσοι σκύβουν πάνω από αυτόν τον κόσμο και αναζητούν ολοκληρωμένες ερμηνείες συνήθως          απογοητεύονται, καθώς, όπως έχει υπογραμμίσει ο Paolo Odorico: Μεγάλοι τεχνίτες των χάρτινων ονείρων, οι Βυζαντινοί μπόρεσαν να μας ξεγελάσουν για πάντα» (σ. 740).

Αγιότητα και λογοτεχνία

Ας δούμε, λοιπόν, πώς ο ίδιος προσλαμβάνει λογοτεχνικά το ζήτημα της αγιότητας και πώς το θίγει λιτά στο ακροτελεύτιο τμήμα της αφήγησής του, εκεί όπου κορυφώνεται με λιτό και συνάμα ποιητικό τρόπο το μανιφέστο αυτό της ανθρώπινης ψυχής. Ήδη με αφορμή τον ζωγράφο Πόθο, φίλο του Σταυράκιου, ο Ισίδωρος Ζουργός υπαινικτικά αναφέρεται στην εικονογραφική τέχνη των Βυζαντινών ως μια άλλη θεοφάνεια μέσω της ύλης (σ. 218). Επίσης έχει υπόψη του, αν και ελάχιστα αναφέρεται στην έντονα χαρισματική και εμπειρική θεολογία του, τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο ως τον άλλο πόλο της βυζαντινής κοινωνίας, που ήταν η εκζήτηση της αγιότητας, και τον οποίο σαρκώνει στο μυθιστόρημα ο αδελφός του Σταυράκιου, ο μοναχός Ιωάννης. Η ρήση του Συμεών του Νέου Θεολόγου «Θεόν κτήσαι και ου δεηθήση βιβλίου» (σ. 519) μοιάζει να ρίχνει φως όχι μόνο στη σχέση λογιοσύνης και αγιότητας, αλλά και στη σχέση αγιότητας και λογοτεχνίας. Η θέα του Θεού ως εμπειρία της αγιότητας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της λογοτεχνίας παρά μόνο υπαινικτικά. Το χάρισμα των δακρύων του Ιωάννη και του Σταυράκιου, παρ’ όλη τη φθορά του σαρκίου τους, φανερώνει την ένδον αποκατάσταση του πεπτωκότος ανθρώπου (σ. 691).

       «Αυτός ήταν ο αδελφός μου, το σιωπηλό αγόρι της ξέφρενης φυγής μας απ’ το Δορύλαιο, ο κατοπινός χαλκέντερος μελετητής των Γραφών, ο απροσάρμοστος μοναχός, ο δειλός λαγός της καθημερινής ζωής. Ο Ιωάννης ήταν το ανώμαλο ρήμα, ένα διαρκές αίνιγμα που το έδειχναν και τα ίδια του τα μάτια, αφού τα είχε πολλές φορές στραμμένα μέσα του» (σ.735). «Ο Ιωάννης προσευχόταν πολλές ώρες τη μέρα. Όσο περνούσε ο καιρός, παρατηρούσα πως τα μάτια του όλο και πιο συχνά έδειχναν βουρκωμένα… Ψιθύριζαν πως αυτό ήταν ένδειξη ότι μετείχαν στο μεγαλείο του Χριστού, όμως το έκρυβαν από ταπεινοφροσύνη. Ήταν κοινό μυστικό πως έβλεπαν κάθε τόσο το άκτιστο φως και γι’ αυτό δάκρυζαν» (σ. 736-737).

Το ανείπωτο της αγιότητας δεν περιγράφεται, η λογοτεχνία υπαινίσσεται σχεδόν αποφατικά την αγιότητα. Η κατακλείδα του βίου του Σταυράκιου Κλαδά δεν είναι η αιωνιότητα της γραφής του αντιγραφέα («η μεν χειρ γράψασα κείτεται τάφω, η δε γραφή μένει εις τους αιώνας»), αλλά κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο μεγάλο. Τα τρία αδέλφια ενώνονται λίγο πριν τον θάνατό τους και ζουν μαζί, όπως παλιά, σε ένα μικρό ψαροχώρι στη Σηλυβρία της Θράκης. Στα έσχατα του βίου του και ο Σταυράκιος Κλαδάς δακρύζει αναίτια, έχει βγάλει και αυτός, όπως και ο Ιωάννης τα σημάδια της λέπρας του Θεοφύλακτου στα χέρια του, και βλέπει να φωτίζεται το καλύβι του από ένα θάμπος που το φως του ήλιου είναι σκιά μπροστά του. «Το βλέπω, το συνήθισα. Μου κρατάει συντροφιά. Φαίνεται ότι πήρα και όλον τον Ιωάννη μέσα μου» (σ. 738).


[1] Νοτάριος, σακελλάριος, ταβουλάριος, κινστέρνα, σαλδαμάριος, οστιάριος, Μέγας Δρουγγάριος, καστέλλι, (αυτοκρατορικός) φίσκος, μάτριγα, βήλον, τουρμάρχης, μανδάτορας, σιγίλλιον, ο επί του κανικλείου ή Χαρτουλάριος, Δομέστικος, Νωβελίσσιμος, κόμης, χρυσόβουλο, κώδικας, πατρίκιοι, συγκλητικοί, κανδιδάτοι, σκρίβονες, κονσιστόριον, πιγκέρνης, κούρβα (λατινική και σλαβογενής), marginalia, σέλλιον, μενσάλια, μινσούρια…


* Το κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του μυθιστορήματος του Ισίδωρου Ζουργού στο βιβλιοπωλείο Ιανός της Αθήνας, στις 13 Νοεμβρίου 2021. Δεν πρόκειται παρά για το πέμπτο κατά σειράν ιστορικό μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ήδη εξέδωσε στις εκδόσεις Πατάκη τα ακόλουθα: Στη σκιά της πεταλούδας (2005), Αηδονόπιτα (2008), Λίγες και μία νύχτες (2017), Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο (2014).

«Πήγαινε να γεράσεις ρυθμικά.
Κάτι σκιές που όλο σου γνέφουν
φώτισέ τις»
Κύλιση στην κορυφή