Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Δήμητρα Κολλιάκου

Συνάντηση

Ήταν συνήθως αξύριστος και περπατούσε ξυπόλυτος, αλλά τα ρούχα του σιδερωμένα και καθαρά. Χωρίς πολλές κουβέντες σου έδινε ό,τι ζητούσες κι έκανε τον λογαριασμό με μολυβάκι στο σκισμένο τεφτέρι –η πρόσθεση τον δυσκόλευε. Η γυναίκα του, πιο ψηλή και μεγαλόσωμη, ήταν γλυκομίλητη χωρίς επιτήδευση. Πάντα έτοιμη να μας φιλέψει. Όλη μέρα δουλεύω σε σπίτια, και το βράδυ έρχομαι απ’ το μαγαζί. Γρήγορα ένιωσε την άνεση να πει κι άλλα. Δεκαπέντε χρονών παντρεύτηκα, είκοσι έξι ήταν ο Μανόλης, όλη μου τη ζωή με θυμάμαι να δουλεύω. Δέκα εγγόνια από τέσσερις κόρες, και τις έχουμε όλες σπιτώσει. Δεν είχα ξανακούσει το ρήμα μ’ αυτή τη σημασία.

Το μοναδικό μίνι μάρκετ στον οικισμό –δεν υπάρχουν εδώ αναρριχητικά πεδία ούτε παραθαλάσσια εστιατόρια. Το λένε «το περίπτερο», ίσως γιατί βρίσκεται πάνω στον δρόμο. Μια καλαμωτή που ξεκινάει απ’ το ασβεστωμένο καμαράκι και καταλήγει στους δυο μπουφέδες, εξασφαλίζοντας σκιά στη μικρή αυλή με φόντο τη θάλασσα. Δυο τραπεζάκια μόνο, κι έχει πάντα κόσμο –ο Μανόλης φτιάχνει καλό καφέ. Σε μια γωνία, κρεμασμένα από τσιγκέλια, παλιά δέρματα κατσικιών. Τα ψυγεία και η πραμάτεια: ελαιόλαδο και μέλι, βότανα που μαζεύει εκείνος, πλαστικά κουτιά με σύκα απ’ τις συκιές τους (μας προσφέρουν από ένα κάθε φορά που ψωνίζουμε), μακραμέ με κουδούνια προβάτων και «μάτια» από γυαλί, μπρελόκ με πλεκτά χταποδάκια, τσαντάκια φτιαγμένα με βελονάκι –έργα των δικών της χεριών. Τα σφουγγάρια σε καλάθι στην είσοδο. Κάτω απ’ τον κεντρικό στύλο και η σκανδαλόπετρα, που στην αρχή την πέρασα για διακόσμηση. Πάνω απ’ το ψυγείο με τα παγωτά, σε καρτ ποστάλ ο δύτης με το σκάφανδρο και μια μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία. Σφουγγάρια κρεμασμένα στα ξάρτια, κάμποσοι νοματαίοι στην κουβέρτα. Μου δείχνει ποιος είναι –αυτός με το τσιγάρο και το μισό χαμόγελο; Κουρασμένοι! μου λέει με φωνή που ζωγραφίζει την κούραση. Εύκολα γίνεται ομιλητικός όταν τον ρωτάς για τα παλιά.

Άρχισε να βουτάει απ’ τα δώδεκα. Τον έπαιρνε ο πατέρας του, που ήταν «μηχανικός», δύτης δηλαδή, αλλά δούλευε σε ξένα καΐκια. Κι ένα περίεργο πράγμα, αφηνόμουν κι έπιανα πάτο, χωρίς προσπάθεια. Κατεβαίναμε στα τριάντα πέντε και στα σαράντα μέτρα. Μισή ώρα δουλειά κι ύστερα βάλε τον διπλό χρόνο και παραπάνω για την αποπίεση. Καμιά φορά και στα πενήντα μέτρα, αλλά τότε πόσο να μείνεις κάτω, δέκα λεπτά; Τρία τραντάγματα στον σωλήνα –η αεραντλία ήταν πάνω στην κουβέρτα, μακριά απ’ τα φουγάρα–, ειδοποίηση απ’ τους πάνω ότι τελείωσε ο χρόνος. Πρέπει ν’ ανέβεις μόνος σου σιγά σιγά, δεν μπορούν να σε τραβήξουν, θα σου κάνουν ζημιά. Μας έδειξε όμως πώς τραβούσαν πάνω τους παλιούς –τον παππού του, που βούταγε με τη σκανδαλόπετρα. Γυμνός όπως τον έκανε η μάνα του, δηλαδή χωρίς σκάφανδρο και χωρίς μπουκάλα.     

Και πώς ήταν εκεί; Σαν όνειρο! Ο Παράδεισος! Όσο ήσουν εκεί κάτω, ξεχνούσες ποιος είσαι. Βέβαια μετά που ανέβαινες πάνω, το ξαναθυμόσουν. Θυμόταν ότι ήταν ο πατέρας τεσσάρων μικρών κοριτσιών; Ότι η γυναίκα του η Βούλα (Ευβούλη, μας είχε εξηγήσει, από τη μητέρα του Αγίου Παντελεήμονα) τα μεγάλωνε μόνη της; Και οι γυναίκες; τον είχα ρωτήσει. Οι γυναίκες δεν βουτούσαν, είχε αποκριθεί μ’ ένα συμπαθητικό γελάκι. Φεύγαμε τον Μάιο, γυρίζαμε τέλη Νοέμβρη, κάθε φορά που γύριζα της έκανα κι ένα παιδί. Τα μεγάλωναν μόνες τους τα παιδιά; Ήταν και οι γονείς μου, αλλά η Βούλα ήταν «καπάτσα» (κατάλοιπο από την Ιταλοκρατία;) –τα κατάφερνε. Στα εξήντα της, η Βούλα έχει εντυπωσιακά μαλλιά, που στη φυσική τους κατάσταση θα θύμιζαν αφράτα σπιράλ. Μ’ αρέσει το μαλλί σου! της πέταξε ένα βράδυ κάποιος αυθάδης, σταματώντας με τη μηχανή για να ψωνίσει. Ο Μανόλης δεν σχολίασε. Μου το έδωσε η μάνα μου, του απάντησε η Βούλα ετοιμόλογη –θα άκουγε τέτοια από μικρή.

Και πότε σταματήσατε; Τέλειωσαν τα σφουγγάρια, μου λέει σοβαρά σοβαρά, το ’86 με το Τσερνόμπιλ. Το μυαλό μου πάει στη Ζαπορίζια, που βρίσκεται υπό ρωσική κατοχή. Δεν έχω ιδέα αν αληθεύει αυτό, δεν το έχω ξανακούσει. Επιστρέφοντας όμως θα διαβάσω πως είναι μια θεωρία για την ασθένεια που χτύπησε τα σφουγγάρια εκείνη τη χρονιά και γρήγορα πήρε διαστάσεις επιδημίας. Άλλοι πάλι λένε πως η αρρώστια των σφουγγαριών είναι συνέπεια της κλιματικής αλλαγής. Αλλά αυτός επιμένει: Τον Σεπτέμβρη του ’86 τα είδαμε άσπρα, χωρίς τη σκούρα μεμβράνη τους, τα έκοβες αλλά διαλύονταν αμέσως, άχρηστα.

Τα σφουγγάρια τέλος, και μετά; Δεν μας βοήθησε η κυβέρνηση. Για δέκα-δεκαπέντε χρόνια κατεβαίναμε για ψάρεμα. Αλλά πλήρωσα πολλά πρόστιμα και κάποια στιγμή τέλειωσε κι αυτό. Πιάναμε καλά ψάρια, αστακούς… Μου έχει ήδη δηλώσει πως αν του έλεγαν πως ο Ωνάσης έφαγε καλύτερα στη ζωή του, θα απαντούσε λάθος, αποκλείεται να έτρωγε όσο καλά τρώγαμε εμείς. Και τι δεν είχαμε πάνω το καΐκι! Πέρα από τα σφουγγάρια και τα ψάρια, εγώ φαντάζομαι θεσπέσια κοχύλια. Δεν τον ρωτάω όμως γι’ αυτό. Ύστερα άνοιξε το μαγαζί, υπήρχαν και τα πρόβατα που πήγαινε να τα ταΐσει πριν κατέβει στο σχολείο όταν ήταν ακόμη στο δημοτικό, που τα ταΐζει τώρα πριν ανοίξει το περίπτερο το πρωί, και τα κατσικάκια στο νησάκι, όχι στην Τέλενδο, στο άλλο που είναι ακατοίκητο. Εκεί περνάει κάθε Κυριακή και τους αφήνει 5-6 λίτρα νερό.

Να έρθει η Βούλα αύριο Τετάρτη στο μαγαζί, να μπορέσω να φύγω, να πάω να μαζέψω θρύμπη. Ο παλιός σφουγγαράς μαζεύει τώρα μυρωδικά. Αν είχαμε μέρες, θα σ’ έπαιρνα στη Συκάτη να μαζέψουμε. (Λες να με φλερτάρει;) Έχουμε ήδη πάει στη σπηλιά της Συκάτης, ένα βαθύ ρήγμα μέσα στη γη, και κάτω στην ανέγγιχτη παραλία του Βυζωτού. Υπάρχει μονοπάτι μέσα απ’ το βουνό. Μέχρι να φτάσουμε, η μέρα είχε μεγαλώσει, σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι κάτω δεν συναντήσαμε ψυχή.

Ξαναπερνάω για καφέ, θέλω ν’ ακούσω κι άλλα. Βουτούσαμε ένας ένας, κι ύστερα μέναμε τρεις ώρες πάνω στην κουβέρτα. Τρεις καταδύσεις την ημέρα ο καθένας. Δεν κατεβαίναμε με φακό, στα σαράντα μέτρα έχει ακόμη κάποιο φως, τα ξεχωρίζαμε. Κρατούσα ένα σύρμα κάπως κατσαρό και μ’ ένα έτσι (δείχνει) τα έκοβα και τα έβαζα στο δίχτυ. Τον ακούω χωρίς να θυμάμαι πως τα σφουγγάρια είναι ζώα κι όχι φυτά. Επιστρέφοντας βρίσκω στο ίντερνετ μια ξένη μελέτη που δημοσιεύτηκε φέτος τον Αύγουστο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα σφουγγάρια φταρνίζονται για να αποβάλουν ξένους οργανισμούς. Ένα εντυπωσιακό βίντεο δείχνει μικροσκοπικούς κρατήρες να εκρήγνυνται σε μια επιφάνεια που, αν δεν ήξερες τι είναι, θα έλεγες close up σε καϊμάκι από ελληνικό καφέ. Τον δικό μου καφέ μου τον κερνάει. Θα με κεράσεις όταν έρθω στο Παρίσι, μου λέει.

Τον κολακεύει το ενδιαφέρον μου. Οι εγγονοί μου δεν νοιάζονται. Μου λένε Ας τα τώρα αυτά, παππού. Δεν προλαβαίνω να ρωτήσω αν ενδιαφέρονται οι εγγονές του. Βγάζαμε λεφτά. Διακόσια καΐκια θα είχε το νησί, και σου βάζω μόνο τα μεγάλα, με πέντε νοματαίους για πλήρωμα. Τρεις χιλιάδες άνθρωποι στο λιμάνι, να δουλεύουν στις αποθήκες. Όταν είχα δικό μου καΐκι, έβγαζα και δύο τόνους. Μάιο-Νοέμβριο, ύστερα πίσω για λίγες μέρες της Παναγιάς, και ξαναφεύγαμε. Και πώς οι χονδρέμποροι τους εκμεταλλεύονταν, τα πουλούσαν τρεις και τέσσερις φορές πάνω. Κι έπρεπε να προσέχεις το πλήρωμα. Δεν μ’ αρέσει ο καφές σου, σου έλεγε ο ένας –λέμε τώρα, και ρίχνει μια ματιά στο φλιτζάνι μου (δεν πίνω αρκετά γρήγορα τον καφέ που μου έφτιαξε;)– έπρεπε να πεις δίκιο έχεις, θα σου φτιάξω άλλον. Κλείναμε τα πληρώματα απ’ το Πάσχα. Αν σου έφευγε μηχανικός, πού να βρεις άλλον, δεν υπήρχε κανείς.

Κι αυτοί που σακατεύονταν; Σκυθρωπιάζει. Πολλά παιδιά και πώς να τους βοηθήσεις. Να πετύχαινες κανέναν στο δρόμο, να του έδινες ένα χιλιάρικο (δραχμές.) Και τι να του κάνεις; Αλλά πώς; Δεν υπάκουαν όταν έδιναν σήμα οι πάνω; Δεν μέτραγαν σωστά τον χρόνο στην ανάδυση; Δεν το ήθελαν που παρασέρνονταν, εξηγεί. Κατεβαίνοντας δεν βρήκαν αμέσως σφουγγάρια. Και μπορεί να τα βρήκαν τελευταία στιγμή, πάνω που τέλειωνε ο χρόνος κι έπρεπε ν’ ανέβουν. Και είπαν άσε λίγο ακόμη να κόψω μερικά. Ενώ αν δεν βρεις, δεν βρήκες. Μου λέει ότι τα κέρδη απ’ τα σφουγγάρια τα μοιράζονταν. Κι έπρεπε να κάνεις την καρδιά σου πέτρα όταν έβγαινε ο άλλος και τον έπιανε τρόμος γιατί έφαγε άζωτο. Έπεφτε στο κατάστρωμα και δεν ήξερες αν θα ζήσει, ήσουν όμως αναγκασμένος να βουτήξεις, το καΐκι έπρεπε να δουλέψει κι εσύ ήσουν ο επόμενος.

Κι ας είμαι από χωριό, ήμουν αητός – χρησιμοποιεί μια έκφραση που την έχω ξανακούσει στη Λακωνία, στο χωριό του πατέρα μου. Μου λέει για όταν ήταν αλεξιπτωτιστής. Ο άντρας μου τον είχε κόψει. Μικρόσωμος κι ευκίνητος παρά την ηλικία του –εβδομήντα ενός–, να δεις που αυτός θα πήγε σε μονάδα καταδρομών. Γιατί εγώ, όταν δεν καταλάβαινα, ρωτούσα. Ήταν άλλοι που έκαναν τους μάγκες. Ένας τους, όταν του είπαν να πηδήξει πρώτος με το αλεξίπτωτο, λιποθύμησε. Όχι, δεν το είπα καλά πριν πως ήμουν αητός. Ψέματα είπα. Πήγαινα με τον φόβο κι έμαθα σιγά σιγά. Θα το έχεις προσέξει ότι δεν καλοακούω από τη μια πλευρά. Το έχω προσέξει. Ξέρεις γιατί, λέει με νόημα. Επιβεβαιώνω επιστρέφοντας πως είναι και η βαρηκοΐα ανάμεσα στις βλάβες. Και για το πρόσφατο ατύχημα, ένας πενηντάρης από το νησί που πήγε απ’ τη νόσο των δυτών. Έχουν αλλάξει τα πράγματα, δεν είναι όπως τα ήξερες, κοκορευόταν, ενώ εγώ του το είχα πει: να πηγαίνεις πάντα με τον φόβο.

Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, του λέω για τον Οδυσσέα του Ομήρου. Πολύτροπος, αλλά πάντα τον βλέπεις να το παιδεύει, να συλλογίζεται ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος. Αν το κάνω έτσι ή αν πω αυτό, μήπως πάω γρηγορότερα στον χαμό μου, μήπως οργιστεί μαζί μου κανένας θεός; Του αρέσει το πολύτροπος και που το παιδεύει. Κάπου έχει ακούσει για την Οδύσσεια, κι ας σταμάτησε το σχολείο στο δημοτικό. Με ευχαριστεί με θέρμη. Το είχα καταλάβει πως είσαι σπουδαγμένη. Εγώ είπα στις κόρες μου να σπουδάσουν. Μία μόνο με άκουσε, η πρωτοκόρη, και τώρα είναι νοσοκόμα, δουλεύει στο νοσοκομείο στην πόλη. Αρχίζει να μου λέει πόσα παιδιά έχει η κάθε μία, τι σπουδάζουν τα εγγόνια. Μπερδεύεται λίγο στα νούμερα, αλλά στο τέλος τα βρίσκει. Τα πιο μεγάλα παιδιά μάς τα έχει δείξει η Βούλα στις επαφές στο κινητό της. Μαζί και τις τέσσερις κόρες, όλες τους όμορφες. Τις έχει καταχωρίσει με το βαφτιστικό τους κι από κάτω τη φράση «κόρη μου», λεπτομέρεια που άρεσε ιδιαίτερα στις δικές μου κόρες. Η Βούλα μου έχει πει και για την κόρη που έχασε τον άντρα της πολύ μικρή και δεν το αποφάσισε να «ξαναφτιάξει» τη ζωή της. Ο Μανόλης δεν μιλάει γι’ αυτό.

Ένα βράδυ όμως που τους πετυχαίνω και τους δυο στο περίπτερο, μου λέει πως η Βούλα, έτσι που δουλεύει, θα πεθάνει. Ότι δεν τον ακούει. Δεν μπορώ, διαμαρτύρεται η Βούλα, ν’ αφήσω σπίτια που τα καθαρίζω εδώ και τριάντα πέντε χρόνια. Έχουμε κι ένα μικρό δάνειο. Και για την κυρία που έρχεται για δέκα μέρες τον Αύγουστο, και της ζήτησε να της πλύνει ό,τι υπήρχε μέσα στις ντουλάπες. Τι να πλύνουμε που μοσχοβολάνε, είπε η πρωτοκόρη, αλλά εγώ δεν γινόταν να μην κάνω ό,τι μου είπαν. Εξήντα σεντόνια, από το πρωί και τέλειωσα τώρα.

Το τελευταίο απόγευμα του δίνουμε τα τηλέφωνά μας. Αυτός μας δίνει της Βούλας, το δικό του δεν το θυμάται απέξω. Ελπίζω να τα ξαναπούμε, λέει συγκρατημένα. Όμως την επομένη, το ταξί φτάνει λίγο νωρίτερα κι ίσα που προλαβαίνουμε να πεταχτούμε ως το περίπτερο να τον χαιρετήσουμε. Σφιχτή χειραψία. Φτάνοντας στο λιμάνι βλέπω μια κλήση που δεν την άκουσα στον δρόμο, ο ταξιτζής έτρεχε σαν τρελός. Καλώ. Είναι ο Μανώλης. Δεν περάσατε το πρωί, μου λέει με κάποιο παράπονο, εγώ σε περίμενα για να πούμε κι άλλα. Δικαιολογούμαι, στέλνω χαιρετισμούς στην κυρία Βούλα. Να δώσεις κι εσύ στον κύριο σου, μου λέει. Ο κύριος μου έχει ξένο όνομα και δεν το έχει συγκρατήσει. Καλό ταξίδι, μου εύχεται. Ελπίζω να τα ξαναπούμε.

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή