«Λόγια μουσική»… Πρόκειται για έναν όρο που φθίνει, εάν δεν έχει ήδη τελματώσει, στην Ελλάδα και μόνο το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτήν ή έστω οι τελευταίοι «ρομαντικοί» του είδους γνωρίζουν πραγματικά την έννοιά του. Και αυτοί οι τελευταίοι ρομαντικοί, σίγουρα δεν είναι, ως επί το πλείστον νέοι άνθρωποι ηλικιακά. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως χρόνιες παθογένειες της χώρας που τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματικά γιγαντωθεί εξαιτίας του τρόπου ζωής, της υποκουλτούρας που κυριαρχεί, όχι μόνο όμως στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Εξάλλου είναι γνωστό ότι σε αυτόν τον τόπο αγαπάμε να μιμούμαστε και να υιοθετούμε καθετί που έρχεται απ’ έξω, αλλά χωρίς την παραμικρή ανάγκη για μάθηση της τεχνογνωσίας και της τεχνικής που το συνοδεύει.
Τη μεγαλύτερη ευθύνη όμως σε αυτό το φαινόμενο την έχει η δομή και επί χρόνια διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο χρησιμοποιεί ως ωρολόγιο «μπάλωμα» στον προγραμματισμό κάθε καλλιτεχνικό μάθημα, μηδενός εξαιρουμένου, όπως φυσικά και η παντελής έλλειψη υποδομών στα σχολεία. Όταν ο τρόπος και ο χρόνος που διδάσκεται και διανέμεται αντίστοιχα στις βαθμίδες εκπαίδευσης το καλλιτεχνικό μάθημα, αντιμετωπίζεται ως «δευτερότριτο», τότε αυτόματα και με το πέρασμα των χρόνων ποτίζεται το μυαλό και η συνείδηση των παιδιών αλλά και των γονέων, ότι αυτά τα μαθήματα είναι προφανώς παρακατιανά και σίγουρα όχι άξια ασχολίας, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει η αμάθεια και κυρίως η έλλειψη κριτηρίου και κριτικής σκέψης. Ρίχνοντας μια ματιά ακόμα και στα μάλλον κακογραμμένα βιβλία της μουσικής του Δημοτικού και του Γυμνασίου, μπορεί εύκολα να παρατηρήσει κανείς την ολοκληρωτική έλλειψη αναφοράς στη λόγια μουσική. Τα ιδιωτικά ωδεία αδυνατούν πια να καλύψουν αυτά τα κενά όπως ίσως έκαναν παλιά και λειτουργούν απομονωμένα, χωρίς πάντα την κρατική αναγνώριση, απευθυνόμενα κυρίως σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα εν μέσω οικονομικών δυσκολιών τα τελευταία χρόνια αλλά και εξαιτίας της αύξησης των διδάκτρων τους.
Οι εποχές που οι συνθέτες αλλά και οι σολίστες ζούσαν, έστω και συμπληρωματικά, μέσα από τα έργα τους και τις συναυλίες τους έχουν παρέλθει προ πολλού και πολύ φοβάμαι ανεπιστρεπτί. Για διάφορους θεμιτούς ή αθέμιτους λόγους δεν δίνονται πια στον βαθμό πιθανώς που θα έπρεπε οι ίδιες δυνατότητες σε όλους τους συνθέτες προκειμένου να προβάλλουν το έργο τους μέσα από ηχογραφήσεις ή ζωντανές εκτελέσεις. Για παράδειγμα, προκηρύσσονται ελάχιστοι διαγωνισμοί σύνθεσης και όταν συμβαίνει αυτό, εκτός του ότι δεν έχουν την απαραίτητη διαφήμιση, υπάρχουν πολλές φορές άλλες παράμετροι που λαμβάνονται υπόψιν, όπως τα όρια ηλικίας (κάτι που μου προκαλεί κάθε φορά απορία), είδος(!) λόγιας μουσικής, περιορισμός οργάνων, παράμετροι που προφανώς δεν έχουν σχέση με το μουσικό και καθαρά αισθητικό κομμάτι. Το μόνο που έχω καταλάβει σε αυτά τα λίγα χρόνια που έχω πίσω μου ως συνθέτης και ενορχηστρωτής είναι ότι δυστυχώς, πάλι, όλο αυτό οφείλεται στον τρόπο που είναι δομημένοι αυτοί οι οργανισμοί-φορείς, κυρίως στη διοικητική τους βάση η οποία έχει σαφώς πολιτικές προεκτάσεις, αλλά και σε πρόσωπα που κατέχουν υψηλές θέσεις και δεν έχουν την πολιτιστική-πολιτική βούληση να αλλάξουν κανόνες, να αποποιηθούν τις όποιες χάρες, ας μου επιτραπεί η έκφραση… να σπάσουν όσα αυγά χρειάζονται. Και θέλω να τονίσω ότι αυτό δεν αφορά μόνο τους μουσικούς δημιουργούς αλλά όλο το σύνολο των καλλιτεχνών-δημιουργών για κάθε τέχνη ξεχωριστά. Αυτοί είναι και οι λόγοι που πολύ δύσκολα πια βρίσκουμε φρέσκα λιμπρέτα, συγγραφικά κείμενα, ποιήματα και άλλα δημιουργήματα που θα δώσουν το έναυσμα και το κίνητρο σε κάθε δημιουργό να επεκτείνει το έργο του προς αμέτρητες κατευθύνσεις συνδυάζοντας πολλές μορφές τέχνης. Η απλή και για πολλούς αφελής προτροπή μου είναι η εξής: ανοίξτε τις πόρτες σας, εμπιστευτείτε και δώστε ευκαιρίες στο μεγαλύτερο σύνολο των δημιουργών και αφήστε το κατά τα άλλα όχι και τόσο εκπαιδευμένο κοινό να κάνει την επιλογή του. Είναι κάτι που γινόταν από τα παλιά χρόνια και είναι ένα από τα στοιχεία που μας έδωσαν στο προσκήνιο ένα πλήθος σημαντικών συνθετών, οι οποίοι τελικά έμειναν στην ιστορία…
Με ρωτάτε πώς ανταποκρίνεται το κοινό στη μουσική μου. Αν και δεν μου είναι καθόλου εύκολο να μιλάω για τον εαυτό μου και το έργο μου, για ευνόητους λόγους και κυρίως ως συνθέτης συμφωνικής μουσικής, μπορώ να σας πω μόνο για την αίσθηση που λαμβάνω μέσα από τα λόγια των εκάστοτε μουσικών που έχουν συνεργαστεί μαζί μου, τα οποία τολμώ να πω ότι είναι ιδιαίτερα κολακευτικά και με γεμίζουν απέραντη χαρά και θέληση να συνεχίσω να δουλεύω ακόμα πιο σκληρά για να ανταποκριθώ εγώ στις απαιτήσεις τους αλλά και στο επίπεδό που διαθέτουν. Έτσι κι αλλιώς, η σύνθεση και η δημιουργία είναι μία χρονοβόρα, επίπονη αλλά πολλές φορές και γλυκά ψυχοφθόρα διαδικασία, μέσα από την οποία ανακαλύπτουμε όλοι μας καινούργιες πτυχές του εαυτού μας, ωριμάζουμε μουσικά, ψυχικά και ολοκληρωνόμαστε ως άνθρωποι κάθε φορά που ένα καινούργιο έργο γεννιέται.
Ρίχνοντας μια ματιά στη βαθύτατη ιστορία και την πορεία της λόγιας μουσικής, θα καταλάβουμε εύκολα ότι κάθε εποχή είχε να δώσει, μέσα από τους μουσικούς της εκπροσώπους, κάθε φορά και κάτι καινούργιο, το οποίο είτε εξελισσόταν σε ένα αγαπητό είδος από το κοινό είτε σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαζόταν, περιμένοντας την κατάλληλη χρονική στιγμή ώστε το ίδιο το κοινό να είναι πιο ώριμο να δεχτεί το «καινούργιο» μουσικό ύφος. Αυτό συνέβαινε μέσα από κάποιες συγκυρίες ή μέσα από ανθρώπους της τέχνης που πίστεψαν και επέμεναν στο νέο αυτό ύφος με περίσσεια υπομονή και ζήλο. Τα πράγματα θεωρώ, δυστυχώς, ότι έχουν αλλάξει στις μέρες μας.
Τα τελευταία χρόνια έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας νέα «είδη» μουσικής, ακόμα και στη λόγια, νέες κατευθύνσεις, οι οποίες όμως να μου επιτραπεί να πω ότι οι περισσότερες είναι ελλειμματικές. Η απότομη έξαρση της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που έχουν παίξει σημαντικότατο ρόλο στη διάδοση των ειδών αυτών, από τη μία έχουν λύσει τα χέρια σε δημιουργούς προσφέροντας μία τεράστια γκάμα ήχων από ζωντανή ορχήστρα μέχρι ό,τι δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πριν μερικά χρόνια, αλλά από την άλλη έδωσαν την εύκολη και γρήγορη λύση να χρησιμοποιούνται από ανθρώπους που είτε έχουν την ανάγκη να εκφραστούν αλλά είναι ημιτελείς σε γνώση και τεχνική είτε από ανθρώπους που είναι εντελώς αμαθείς με το αντικείμενο, με αποτέλεσμα –και σε συνδυασμό με το χαμηλό μουσικό κριτήριο του ακροατή– να μπερδεύεται ακόμα περισσότερο ο απλός ακροατής εξαιτίας της παραγωγής υπέρογκης ποσότητας υλικού, η οποία είτε πάσχει από έλλειψη τεχνικής (εξάλλου τέχνη χωρίς τεχνική δεν υφίσταται) είτε από καθαρή, πηγαία έμπνευση. Και αυτό γιατί λόγω του μοντέρνου τρόπου ζωής και του «κυνηγιού» μιας καλύτερης διαβίωσης, έχουν αλλοιωθεί οι αρχές και τα ήθη και έχει αντικατασταθεί σχεδόν ολοκληρωτικά η ανάγκη και η χαρά της δημιουργίας για τη δημιουργία αυτή καθεαυτή, από την ανάγκη για εύκολο και γρήγορο χρήμα με οποιοδήποτε δυστυχώς κόστος…
⸙⸙⸙
Ενδεικτικά έργα:
John Ghikas – DEMETER from the suite for symphony orchestra “PORTRAITS OF GODS”
