Γνώρισα τη σύγχρονη μουσική, αφού είχα κάνει κάποια βήματα στον χώρο της κλασικής μουσικής μέσω των σπουδών μου στο ωδείο και την είχα ήδη αγαπήσει.
Πώς έφτασα τώρα να μου έχει κυριαρχήσει τη σκέψη, να αποτελεί προτεραιότητα και η άλλη, η αξεπέραστη, να έχει πάρει τη θέση των κλασικών αριστουργημάτων σε μια βιβλιοθήκη, που τα λατρεύεις αλλά σπάνια θα τ’ ανοίξεις πια…
Αν και ως άνθρωπος είμαι από παιδί «νοσταλγός» εποχών που δεν έζησα, με αγάπη για το παρελθόν, η μαγεία του φρέσκου, του άγουρου φρούτου που λέγεται «σύγχρονη μουσική» και γεννιέται καθημερινά μέσα στα χέρια ή τις οθόνες μας, στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη, με τις ατέλειές της, την κραυγαλέα μερικές φορές προκλητικότητα και ασέβεια, το λιγότερο ή πλουσιότερο ταλέντο των δημιουργών της, με προσελκύει σαν ένα παράθυρο που πίσω του εκτυλίσσεται η ζωή –τώρα. Με γοητεύει η προσπάθεια τόσων ανθρώπων κάθε εθνικότητας, ηλικίας και φύλου να εκφράσουν το άπιαστο, να αιχμαλωτίσουν τη στιγμή, και ταυτίζομαι μαζί τους.
Τα θέματα μου: ό,τι με συγκινεί, ό,τι μου συμβαίνει και ό,τι νοσταλγώ.
Ό,τι θα ήθελα να έχω πει και δεν είπα με λέξεις.
Ό,τι ονειρεύτηκα και δεν αξιώθηκα να ζήσω.
Ό,τι ακόμη περιμένω να ’ρθει.
Η φύση που λάτρεψα και οι στιγμές που δεν θα ξεχάσω.
Με οδήγησαν σ’ αυτή τη διαδρομή ο Μιχάλης Τραυλός, ο δάσκαλος μου, κι άλλοι που μέσα από τα έργα τους με δίδαξαν, κι ας μην τους έχω γνωρίσει – το βάθος όπως ο Tavener, την αισθητική όπως ο Takemitsu.
Και σολίστες, όπως ο Roberto Aussel, που πέρα από την τεχνική, έκαναν δικά τους τα σύγχρονα έργα που ερμήνευαν και μιλούσαν τη γλώσσα του συνθέτη καλύτερα κι από τον ίδιο.
Ένας λόγος που με οδήγησε κοντά σε σπουδαίους ερμηνευτές σαν την Ιβόνα Γκλίνκα για το πάθος της για την ελληνική μουσική και την προώθηση της πέραν των συνόρων, με μακροχρόνια πλέον τη φιλία και τη συνεργασία μας και πολλά κοινά σχέδια για το εγγύς μέλλον, την Έλενα Λαζαρέτου για την ευαισθησία και την ψυχική συνάφεια, τη Βίκυ Στυλιανού για τη γνώση, τη σοφία και τη γενναιοδωρία κι άλλους πολλούς.
Σχεδόν πάντα προτεραιότητά μου, η συνεργασία με μουσικούς που γίνονται πρεσβευτές των έργων που ερμηνεύουν.
Αντίθετα, ή μάλλον για τον ίδιο λόγο, νέοι από άλλες χώρες σαν το ντούο Portal Musik με έδρα την Ολλανδία, που ερμήνευσε μετά από πρόσκληση το έργο μου για τσέλο και πιάνο, ή τη Βρετανίδα αρπίστρια Olivia Jageurs για την οποία γράφω αυτή τη στιγμή, με συγκινούν για την ευρηματικότητα και το ρίσκο στην επικοινωνία και την καινοτόμο προσέγγιση της σύγχρονης μουσικής και της προώθησής της, τη νεανική τους ορμή που δεν σταματά μπροστά στις αντίξοες συνθήκες της εποχής που ζούμε.
Μου αρέσει να γράφω για σόλο όργανο, εξ ορισμού έργο δύσκολο, πόσο μάλλον για έναν εσωστρεφή άνθρωπο σαν και μένα, είναι σαν να τον εκθέτεις πάνω στη σκηνή, τον ξεβολεύεις και τον κάνεις να νιώθει λίγος. Είναι όμως και πολύ άμεσο, λιτό και οικείο στα αυτιά του ακροατή.
Τα έργα για ορχήστρα, από την άλλη, σου λύνουν τη γλώσσα, σου δίνουν τον όγκο και τη φωνή και το χρόνο που χρειάζεσαι, πλούσια και πολύ απλόχερα. Είναι μαγικές στιγμές ελευθερίας και μεγαλείου. Kαι ταυτόχρονα σε συνδέουν κάπως με το μουσικό παρελθόν των προηγούμενων αιώνων, ανάλογα βέβαια με το ιδίωμα που χρησιμοποιεί ο καθένας.
Η ανθρώπινη φωνή, το κατά κοινή ομολογία ομορφότερο όργανο, με συγκινεί, όπως και η ποίηση, αν και ως τώρα έχω μελοποιήσει μόνο ένα ποίημα του Καρυωτάκη. Με παιδεύει λίγο στο μυαλό μου όλο αυτό το σύστημα με τα δικαιώματα με τους νεότερους ποιητές, το καταλαβαίνω φυσικά, έχουμε και εμείς αντίστοιχες δεσμεύσεις, αλλά δεν τολμώ.
Η σύγχρονη μουσική στη χώρα μας φαντάζει εκκεντρική, μοναχική ενασχόληση ή ταμπού που λίγοι από το κοινό τολμούν να αποκρυπτογραφήσουν. Το να είσαι συνθέτης είναι ήδη δύσκολο, το να είσαι συνθέτρια και άρα σχεδόν αόρατη στον χώρο, το κάνει πρακτικά αδύνατο να επιβιώσεις μέσα από το έργο σου και μόνο. Αν αυτό παρατηρείται γενικότερα στον υπόλοιπο κόσμο, δυστυχώς η θέση των πολλών και αξιόλογων Ελληνίδων συνθετριών δεν κάνει τον τόπο μας μια φωτεινή εξαίρεση.
Σήμερα η μουσική δημιουργία στην Ελλάδα αισθάνομαι ότι παραμένει φυλακισμένη στα στεγανά του συστήματος, στο ημίφως και το περιθώριο όπως και οι υπόλοιπες τέχνες κι ακόμη περισσότερο –ενώ υπάρχει άπλετος χώρος και βήμα για το εύκολο, το δήθεν και το ψευδεπίγραφο– ανάμεσα στην πεζή νεοελληνική αντίληψη για την ευζωία, που εξαντλείται στην ύλη και στο βάρος μιας τεράστιας κληρονομιάς που δεν μας έκανε σοφότερους, μόνο μας εγκλώβισε σαν φτωχούς συγγενείς.
Κι αν η τέχνη δεν ήταν από μόνη της ψυχοθεραπεία για το κοινό όπως και για τον λειτουργό της, δεν πιστεύω να κάναμε καν αυτή την κουβέντα. Αν η τέχνη δεν αποτελούσε ένα από τα λίγα όπλα κόντρα στη φθορά, θα είχε πάψει να υφίσταται πολύ καιρό πριν.
Μήπως, πάντως, εκτός από τον τουρισμό να νιώθαμε λίγο χαρούμενοι και για την άλλη «βιομηχανία», των ανθρώπων που με λίγα μέσα και ελάχιστη ενθάρρυνση εξακολουθούν μέσα από τον λόγο και την τέχνη να παλεύουν με το άυλο;
Μήπως αντί για τους Δον Κιχώτες τους ίδιους, που ευτυχώς αφθονούν, να έπαιρνε η Ελληνική πολιτεία την πραμάτεια τους να την προβάλει και να την υπερασπιστεί;
Για τα παιδιά της πρόκειται, έστω κι αν δεν μιλούν την ίδια γλώσσα…
Για μία φορά, ας μην περίμενε να τους αναγνωρίσουν οι ξένοι προτού τους χειροκροτήσει αυτάρεσκα, υποκριτικά και καθυστερημένα, ενίοτε και μετά θάνατον. Όσους αναγνωριστούν, για να μην ξεχνάμε και τις στρατιές των άσημων που σαν κρίκοι της αλυσίδας δίνουν τη θέση τους στις επόμενες γενιές, έχοντας έστω σε κάτι μικρό συμβάλλει.
Μέσα σ’ αυτήν την απογοήτευση, τα ενθαρρυντικά, ζεστά λόγια φίλων, ερμηνευτών, συναδέλφων και αγνώστων μέσα από το κοινό, κυρίως στην προ κορωνοϊού εποχή, και ιδίως αυτό το «με άγγιξε» ή με «συγκίνησε», ήταν οι μεγαλύτερες επιβραβεύσεις μου.
Γιατί είναι σαφές ότι αν μιλήσεις με ειλικρίνεια, έστω και απλά, έχεις ήδη ρίξει μια γέφυρα προς όποιον βρίσκεται απέναντι.
Και έχεις βιώσει κι εσύ την κάθαρση και τη ζεστασιά της επικοινωνίας.
Πήρα πολλά θέματα μου από τη ζωγραφική Ελλήνων και ξένων ζωγράφων του 19ου και του 20ού αιώνα που λατρεύω. Πιστεύω πολύ στο πάντρεμα αυτών των δύο τεχνών που ταυτίζονται στην έκφραση, στο «χρώμα» και στον χρόνο, στη «στιγμή». Και θεωρώ ότι δεν έχω ακόμη ολοκληρώσει αυτή την προσπάθεια.
Αν μου δινόταν η ευκαιρία θα έγραφα σίγουρα μουσική για κινηματογράφο και θέατρο που υπεραγαπώ.
Μου αρέσουν πολύ οι συναυλίες που μοιράζομαι με άλλους συνθέτες. Λέει ο καθένας την αλήθεια του και γίνεται ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, μια «πανδαισία» ήχων. Πολλές τέτοιες στιγμές έχω ευτυχώς ζήσει.
Κάπως έτσι γνώρισα και τον Βασίλη Παπαδόπουλο σε μια συναυλία με ένα εμβληματικό του έργο, τα Επτά θανάσιμα αμαρτήματα, αν θυμάμαι καλά, που τον ευχαριστώ για τη φιλοξενία, όπως και το Φρέαρ, βέβαια.
Αύγουστος 2022
⸙⸙⸙
Ενδεικτικά έργα:
Αποσπάσματα από ηχογραφήσεις και περισσότερα στοιχεία για το έργο μου στο elenapapari.com.
