Σχέσεις καταβολής, ταυτότητας και συγγένειες
Η πρόσκληση – πρόκληση συγγραφής ενός άρθρου σχετικού με το θέμα της «Σύγχρονης ελληνικής λόγιας μουσικής» με υποχρεώνει να διέλθω έστω και εν συντομία μέσα από την ουσία των όρων. Τα συνθετικά της πρότασης απαιτούν εξαρχής αποσαφήνιση και όσο είναι δυνατόν καθορισμό των τριών επιθέτων (σύγχρονη, ελληνική, λόγια), καθώς συχνά το προφανές δεν είναι και αυταπόδεικτο. Θα αφήσω για την ώρα τον χρονικό προσδιορισμό «σύγχρονη» και θα εκκινήσω την ενδοσκόπηση από τον εθνικό προσδιορισμό.
Η αρχαία Ελλάδα παραδίδει κυρίως τρία μουσικά συστήματα: την ανημίτονη πεντατονία (ισομήκης αυλητική τρήση), επιβιώματα των οποίων συναντάμε στους μεταγενέστερους αιώνες στην Ήπειρο, την Πελοπόννησο τη Στερεά κ.λπ., το μαλακό διάτονο (επτάτονες κλίμακες με καταβολές από την Ασία και τη Βόρειο Αφρική) και το σύντονο επτάτονο με τις διορθώσεις κυρίως στην τέταρτη και πέμπτη βαθμίδα (συλλαβά και διοξεία). Από αυτή την εποχή ως τις μέρες μας η Ελλάδα δεν έπαψε να αποτελεί αυτό που τόσο κοινότοπα ονομάζουμε «σταυροδρόμι» και «χωνευτήρι» των πέριξ της, με το εκάστοτε πολιτισμικό ρευστό με το οποίο συχρωτιζόταν. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι με ζητήματα ταυτότητας, τα οποία προκύπτουν από καιρού εις καιρόν κάθε φορά που γίνεται προσπάθεια καθορισμού μιας εθνικής ταυτοτικής σχέσης. Η «ταυτότητα» λοιπόν, οριζόμενη ως ιδιότητα, είναι αφηρημένη έννοια και προσδιορίζεται ως σύνολο (κατηγορίαι). Αφορά άμεσα στο ανθρώπινο σύνολο και στα μέλη του και χωρίζεται σε τρία κατηγορικά είδη: την πραγματική, τη φαντασιακή και τη συμβολική. Η εθνική ταυτότητα ως φαντασιακό και συμβολικό δόμημα προκρίνει κάθε φορά και ένα διαφορετικό σύνολο από αντίστοιχα στοιχεία. Η χρήση αυτή, φαινομενικά τουλάχιστον, ενδεχομένως εξωραΐζεται από κάποιους στην προσπάθεια κατασκευής και οικοδόμησης ενός μορφώματος που στόχο έχει πιο πολύ να ενώσει παρά να χωρίσει μια ομάδα ανθρώπων. Επομένως σε κάθε περίπτωση θα ήταν ασφαλέστερο να κάνουμε λόγο για μουσική που προέρχεται από ό,τι στοιχείο μπορεί να ήταν ή να πολιτογραφήθηκε στην πορεία ως ελληνικό παρά για οτιδήποτε άλλο. Οι αρχαίοι ελληνικοί τρόποι και τα στοιχεία που ομολογούν οι συγγραφείς (Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Αριστόξενος, Ευκλείδης κ.λπ.), αποτελούν ένα μωσαϊκό καταβολών και, όπως είδαμε, το ίδιο συνέβη και στο Βυζάντιο. Σε όποια επίσημη κατάταξη ειδών ελληνικής μουσικής στραφούμε, θα καταλήξουμε στις κατηγορίες της αρχαίας, της βυζαντινής, της παραδοσιακής, της αστικολαϊκής και της λεγόμενης δυτικογενούς με κοινά χαρακτηριστικά τις σχέσεις που περιγράψαμε.
Περνώντας στο επίθετο «λόγιος», και συνεχίζοντας την παραπάνω συλλογιστική, σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται ακόμη λόγος για κάποιου είδους διαχωρισμό μεταξύ «λόγιας» και μη μουσικής. Πρόγονο κατάσταση αυτού του διαχωρισμού αποτελούν οι βυζαντινοί χρόνοι. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε δύο καθοριστικές παραμέτρους για την περαιτέρω κατανόηση. Το πρώτο είναι ότι η βυζαντινή επικράτεια δεν αποτελούσε σε καμία περίοδο μια γεωγραφική σταθερά. Το μέγεθος της αυτοκρατορίας επεκτεινόταν ή συρρικνωνόταν συνεχώς πέρα από έναν κεντρικό πυρήνα με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Το δεύτερο είναι ένας θεμελιώδης διαχωρισμός. Η «βυζαντινή μουσική» και η «μουσική του Βυζαντίου» είναι δύο απολύτως διαφορετικά είδη. Η πρώτη είναι η λατρευτική εκκλησιαστική μουσική, αυστηρά φωνητική με ελάχιστες εξαιρέσεις και η δεύτερη είναι η όποια λαϊκή μουσική παραγόταν εντός της αυτοκρατορίας, της οποίας τα όρια όπως είπαμε ήταν εύθραυστα και διαρκώς μεταβαλλόμενα. Η μουσική αυτή δεν γραφόταν, μεταβιβαζόταν προφορικά από γενιά σε γενιά και από μουσικό σε μουσικό με όλα τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα και την ανοχή στην παραλλακτικότητα που επιφέρει μοιραία μια τέτοια διαδικασία. Οι εμπλεκόμενοι με την εκκλησιαστική μουσική θέλησαν από νωρίς να υπάρξει ένας τρόπος ούτως ώστε τα μουσικά κείμενα να προχωρούν την πορεία τους στον χρόνο, όσο αναλλοίωτα ήταν δυνατόν. Μοναδικός τρόπος για κάτι τέτοιο ήταν η λεπτομερής καταγραφή τους. Όπως είναι φανερό, μια λεπτομερής καταγραφή οδηγεί αυτόχρημα σε ιδιαίτερη επεξεργασία και προσεκτικό χειρισμό του μουσικού υλικού. Αυτό οδήγησε στον πρώτο γνωστό διαχωρισμό μεταξύ «έντεχνης» και «λαϊκής / παραδοσιακής» μουσικής που γνωρίζουμε σε αυτή την περίοδο και γεωγραφικό τόπο. Ο όρος «έντεχνη» επανέρχεται αιώνες αργότερα με το έργο του Μ. Θεοδωράκη και αφορά κυρίως τον ποιητικό (σε κάθε περίπτωση έντεχνο) λόγο που μελοποίησε, καθώς και την αντίστοιχη επεξεργασία και τον χειρισμό του εκ μέρους του συνθέτη και πολλών επιγόνων. Αυτή η έντεχνη γραφή ως θέση γραφής και αυτή η νοοτροπία αποτελεί τον πρόγονο της μουσικής που καλούμε σήμερα «λόγια».
Θα περάσω τέλος στον επιθετικό προσδιορισμό «σύγχρονη». Όπως είδαμε στα σχετικά με την ελληνικότητα, ο ελληνικός χώρος μπορεί να περιγραφεί ως ένα κέντρο με τις εξής περιφερειακές επιρροές:
α) Από την Ανατολή όλο εκείνο το κουλτουραϊκό και μουσικό υπόβαθρο από τη Μικρά Ασία, την εξευρωπαϊσμένη Τουρκία, τη Σμύρνη κ.λπ. και καταλήγει στην ελληνική επικράτεια με διάφορες μορφές (ρεμπέτικο στον Πειραιά, πολίτικο στη βόρειο Ελλάδα κ.λπ.).
β) Από τον βορρά οι σλαβικές και τσιγγάνικες επιρροές με σταδιακή αντικατάσταση (μόλις τον 19ο αιώνα των σουραυλιών και των ξύλινων πνευστών με το κλαρίνο και όλων των τοξωτών οργάνων με το βιολί).
γ) Από τον νότο οι ενετικές επιρροές, οι οποίες καταλήγοντας στην Κρήτη δημιουργούν ένα από τα πρώτα κέντρα δυτικής επιρροής στον ελληνικό χώρο.
δ) Από τη δύση σε όλα τα Επτάνησα με κέντρο την Κέρκυρα, η οποία εκτός των Ιταλικών και Γαλλικών, φέρει και Γερμανικές επιρροές.
Μόνο τυχαίο δεν είναι λοιπόν ότι η πρόγονος μουσική αυτού που σήμερα μπορεί να καλούμε «λόγια ελληνική μουσική» εκκινεί με συνθέτες όπως ο Φ. Λεονταρίτης (1518-1572) από τον Βενετοκρατούμενο Χάνδακα της Κρήτης και αργότερα o Ν. Μάντζαρος (1795-1872), από την Κέρκυρα κ.λπ. Ο Μάντζαρος την ίδια στιγμή που κατέγραφε παραδοσιακά τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας του της Κέρκυρας, τόσο και όσο κατέγραφε και παραδοσιακά τραγούδια άλλων περιοχών όπως η Ήπειρος η Θεσσαλία κ.λπ., συνέθετε λόγια μουσική, όπερες και φυσικά το πιο γνωστό του έργο που είναι ο ελληνικός Εθνικός Ύμνος, μελοποιώντας Δ. Σολωμό. Παράλληλα δίδαξε γενιές γενεών μουσικών και συνθετών έχοντας απαρνηθεί περίοπτες θέσεις αρχιμουσικού στο Μιλάνο, τη Νεάπολη κ.λπ. Αυτή είναι πατρογονικά η περίοδος η οποία θεωρείται ότι εκκινεί μια σύγχρονη γραμμικότητα λόγιων συνθετών για να καταλήξει στις μέρες μας. Ο λόγος για τον οποίο τοποθετώ με αυτόν τον τρόπο αυτή την άτυπη χαρτογράφηση δεν είναι εξαιτίας κάποιου είδους προγονοπληξίας ή ακόμα από μια κάποια ιστορικιστική ιδεοληψία. Κύρια επιδίωξη είναι να γίνει καταφανές ότι συνθέτες όπως ο Μάντζαρος αλλά και οι Σ. Ξύνδας (1812/4-1896), Π. Καρρέρης (1829-1896), Ν. Λαμπελέτ (1864-1932) και ο εκτός των άλλων συνθέτης του Ολυμπιακού Ύμνου Σ. Σαμάρας (1861-1917), συνδύασαν εξίσου τη λόγια δημιουργία με εκείνη που αναφερόταν και προοριζόταν σε ένα πιο ευρύ κοινό. Στην πορεία αυτής της εξέλιξης συναντά κανείς πολλά τέτοια παραδείγματα όπως ο Κ. Γιαννίδης (Γ. Κωνσταντινίδης, 1903-1984), αλλά και πιο πρόσφατα ο Ν. Μαμαγκάκης (1929-2013), ο οποίος διήλθε σχεδόν κάθε είδους μουσικής, αγγίζοντας τα άκρα σχεδόν σε κάθε είδος.
Η ελληνική λόγια μουσική έχει επίσης επιδείξει συνθέτες βαθιά πρωτοποριακούς, οι οποίοι, αν και δεν ασχολήθηκαν άμεσα με τη λαοφιλή δημιουργία, άφησαν μεγάλο όγκο έργου που άπτεται της παράδοσης από την αρχαία ελληνική τραγωδία ως τη δημοτική παράδοση. Ο Γ. Ξενάκης (1922-2001) με τα Πυθοπρακτά, την Ορέστεια κ.ά., ο Δ. Μητρόπουλος (1896-1960) με την Kασσιανή (Κ. Παλαμά), την Hλέκτρα του Σοφοκλή κ.ά., ο Ν. Σκαλκώτας (1904-1949) με την Επιστροφή του Οδυσσέα, τους Ελληνικούς χορούς κ.ά., ο Μ. Αδάμης (1929-2013) με τα έργα Επτά επί Θήβας του Αισχύλου και Ελλήνιον Ι και ΙΙ, ο Θ. Αντωνίου (1935-2018) με τα έργα Κασσάνδρα και Ελληνικά παραδοσιακά τραγούδια, ο Γ. Χρήστου (1926-1970) με τα έργα Οιδίποδας Τύραννος του Σοφοκλή, και Ορέστεια του Αισχύλου, ο Δ. Δραγατάκης(1914-2001) με τα έργα Οδυσσέας και Ναυσικά, Μήδεια του Ευριπίδη είναι μερικά από τα πολλά παραδείγματα.
Τα τελευταία χρόνια οι επίγονοι αυτών των συνθετών εξακολουθούν με τις εκάστοτε επιρροές, το κουλτουραϊκό τους υπόβαθρο και τις προσωπικές καλλιτεχνικές τους ανησυχίες να διευρύνουν την ελληνική παραγωγή λόγιας μουσικής. Η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων δημιουργών ακολουθούν τα κύρια χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν με σύγχρονους όρους αλλά πλησίον της γραμμικότητας και της παραδομένης δημιουργικής κατεύθυνσης. Φυσικά η εξειδίκευση και οι ταχύτατες εξελίξεις του 21ου αιώνα σε κάθε επίπεδο δημιουργίας δεν αφήνουν σε πολλούς συνθέτες ιδιαίτερα περιθώρια άμεσης συσχέτισης του λόγιου έργου τους με πιο λαοφιλή είδη ή περιοχές, με ίσως μοναδική εξαίρεση τον χώρο της σκηνικής ή κινηματογραφικής μουσικής. Πρόκειται ωστόσο για μια αναπόδραστη εξέλιξη, καθώς τα τελευταία χρόνια τόσο η μουσική παιδεία πριν τις πανεπιστημιακές σπουδές (μουσικά γυμνάσια, λύκεια κ.λπ.) όσο και η ακόμη και εξ αποστάσεως εκπαίδευση (για εκείνους που δεν δύνανται να φοιτήσουν εκ του σύνεγγυς σε κάποια από τα περιώνυμα πανεπιστήμια του εξωτερικού), είχαν αποτέλεσμα αυτό το τόσο υψηλό και πολυποίκιλο επίπεδο μουσικών σπουδών, το οποίο οδηγεί περίπου νομοτελειακά σε αντίστοιχου επιπέδου δημιουργία και αρκετά εντοπισμένη ενασχόληση.
Ωστόσο, είθισται ένα υψηλό επίπεδο επίπονων και πολυετών σπουδών να τελεσφορεί τόσο σε επαγγελματική αποκατάσταση όσο και οικονομική. Συμβαίνει άραγε κάτι τέτοιο; Μπορεί ο σύγχρονος συνθέτης να επιβιώσει μόνο μέσα από τη μουσική του; Η αλήθεια είναι ότι η πλειοψηφία αυτών των συνθετών (όταν συντρέχει θέμα βιοπορισμού) αναλώνουν ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε μαθήματα ή σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημόσια και ιδιωτικά. Παράλληλα, στον χρόνο που τους απομένει δημιουργούν και προσπαθούν να επικοινωνήσουν με το κοινό με κάθε τρόπο (συναυλίες, δισκογραφία κ.λπ.). Ωστόσο κάποιοι από αυτούς δημιουργούν εν παραλλήλω με τη λόγια μουσική και σε άλλα είδη ή σε άλλα μέσα πιο προσοδοφόρα όπως προείπαμε (κινηματογράφος, θέατρο, τηλεόραση κ.λπ.). Τα τελευταία χρόνια η δυνατότητα αυτοπροώθησης της μουσικής σε ψηφιακές πλατφόρμες παγκόσμιας εμβέλειας έχει ανοίξει κάποιους δρόμους σε αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά κάτι τέτοιο, πέρα από τις εξειδικευμένες γνώσεις, απαιτεί μια εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία με πολύ αμφίβολα αποτελέσματα.
Στο θέμα του ανταγωνισμού μεταξύ Ελλήνων και ξένων συνθετών μπορούμε να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια έχει επέλθει μια ριζοσπαστική αλλαγή. Μέχρι τα τέλη της προηγούμενης χιλιετίας το διακύβευμα αφορούσε συχνά το επίπεδο γνώσης, εξειδίκευσης και εργασίας στο πεδίο. Οι Έλληνες συνθέτες σπάνια είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο «πεδίο της μάχης», σε αντίθεση με συναδέλφους τους οι οποίοι από πολύ νωρίς στέκονταν μπροστά από μια μεγάλη ορχήστρα, σε κάποιο μεγάλο επαγγελματικό στούντιο ηχογράφησης, ώστε να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους. Η σχετικά ευκολότερη πρόσβαση για σπουδές στο εξωτερικό, η μια κάποια εσωτερική αναβάθμιση κάποιων φορέων σε αυτόν τον τομέα, οι υπολογιστές, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση κ.λπ. έχουν αμβλύνει αυτή την εικόνα. Τώρα όμως και η δομή της εργασίας έχει μεταβληθεί. Πολλοί συνθέτες στο εξωτερικό δημιουργούν πια «βιβλιοθήκες» μουσικών θεμάτων ηχογραφημένα από έμπειρους μαέστρους, περιώνυμες ορχήστρες και εξειδικευμένα στούντιο ηχογράφησης και προσφέρουν ηχογραφήματα για διάφορες χρήσεις, με εξειδικευμένα τιμολόγια ανάλογα με τη χρήση. Σε αυτή την παλέτα προσφέρεται σχεδόν κάθε είδος μουσικής και μάλιστα πολύ συχνά υψηλότατου επιπέδου σε κάθε τομέα. Έτσι το ελληνικό τοπίο με άλλο τρόπο και άλλους όρους παραμένει για μια ακόμη φορά, τηρουμένων των αναλογιών, στο περιθώριο. Τέλος, σχετικά με την ηλεκτρονική / ηλεκτροακουσική μουσική θα έλεγα ότι, λόγω μέσων αλλά και παράδοσης, η ελληνική παραγωγή, αν και περιορισμένη, κατέχει μια αρκετά καλή θέση στο διεθνές στερέωμα με κάποια ενδιαφέροντα έργα και με ειδικό χαρακτήρα.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω τον επιμελητή αυτού του αφιερώματος αφού μέσα από κάποιες ερωτήσεις μου δίνει την ευκαιρία να αναφέρω κάποια στοιχεία που αφορούν και το δικό μου έργο. Ανήκω σε αυτή την ιδιόμορφη γενιά η οποία «κοιμήθηκε» γράφοντας μουσική σε μαγνητοταινίες και «ξύπνησε» ανάμεσα σε υπολογιστές και δεδομένα. Από πλευράς σπουδών ολοκλήρωσα τα θεωρητικά και τη σύνθεση με άξιους καθηγητές όπως ο Μ. Αδάμης κ.ά., καθώς και μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Παράλληλα έκανα κάποιες μαθητικές / συμβουλευτικές συναντήσεις με τον Ν. Μαμαγκάκη, τον οποίο και θεωρούσα τον πιο ολοκληρωμένο Έλληνα συνθέτη, με τις συστάσεις του οποίου έκανα το 2002 τον πρώτο μου δίσκο με τραγούδια. Από τότε έχω κυκλοφορήσει πάνω από 150 τραγούδια κυρίως μελοποιημένης ποίησης. Κύριες σειρές τα Επύλλια (2007), τα Επύλλια 2 (2020) και τα Επύλλια 3 (2022). Πρόκειται για ελληνική μελοποιημένη ποίηση από τον Σολωμό ως τις μέρες μας. Ο όρος «Επύλλια» αποτελεί πρόταση εναλλακτικής ονομασίας αυτού που τόσο ασαφώς πια εννοούμε ως «έντεχνο» ελληνικό τραγούδι. Παράλληλα μελοποίησα σε δύο δίσκους ποίηση του Αρ. Κουτούγκου, ενώ συνόδευσα μουσικά τον Χρ. Τσάγκα, ο οποίος σε έναν τριπλό δίσκο διαβάζει και τα 154 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη (Κ.Π. Καβάφης, Τα ποιήματα, 2011, διανομή Γ. Χρονάς), σε έναν διπλό δίσκο όλες τις Ωδές του Αν. Κάλβου (Ανδρέας Κάλβος – Ωδαί, Εκδ. Δρόμων, 2017) και σε έναν ακόμη διπλό δίσκο σχεδόν το σύνολο των ελληνικών έργων του Δ. Σολωμού (Διονύσιος Σολωμός – 4 έργα και τρία ποιήματα, CDBaby, 2019). Είναι σαφές ότι θεωρώ την ελληνική ποίηση ίσως την υψηλότερου επιπέδου τέχνη από ό,τι έχει παραγάγει αυτός ο τόπος τα τελευταία 200 χρόνια και σίγουρα εντός των κορυφαίων παγκοσμίως. Ως εκ τούτου τέτοια κείμενα μπορούν μόνο να εμπνεύσουν και να ωθήσουν συνθέτες ώστε να ανακαλύψουν τον βαθύτερο και πιο εμπνευσμένο τους εαυτό. Πέρα από την ποίηση, έχω κυκλοφορήσει και αρκετούς ορχηστρικούς δίσκους με ηλεκτρονική μουσική (Mindtravels, Virus Prophet), σύγχρονη λόγια πειραματική μουσική (Sonata for the reminand prophet), σύγχρονη μουσική δωματίου (Contemporary chamber music), ή ακόμα και μίξεις παραδοσιακών θεμάτων με ηλεκτρονική ενορχήστρωση (Corfu ambience). Στις εργασίες αυτές χρησιμοποιώ εξίσου φυσικά και ηλεκτρονικά όργανα, άλλες φορές με τον παραδοσιακό τρόπο και άλλες με διάθεση πειραματισμού. Η ανταπόκριση του κοινού συνήθως σχετίζεται με την εκάστοτε έκδοση. Οι λάτρεις της ποίησης αρέσκονται σε ό,τι σχετίζεται με αυτήν, εκείνοι του τραγουδιού στα τραγούδια κ.λπ.
Ολοκληρώνοντας αυτή την αναφορά θεωρώ ότι κάθε έργο μπορεί να είναι μια ερώτηση καθώς συχνά μπορεί να υποδαυλίσει ζητήματα σε κάποιους ακροατές και μια απάντηση σε εκείνους που βρίσκουν την πλήρωση ενός κενού μέσω του έργου, σε εσωτερικά ή όχι ερωτήματα. Δικός μου στόχος είναι η δημιουργία και μόνο, και εκεί τελειώνει η δική μου πρόθεση. Η κάθε συνέχεια αποτελεί πρωτοβουλία των ακροατών, στην οποία κάθε δική μου εμπλοκή είναι ακούσια. Η τελευταία μου δισκογραφική δουλειά τιτλοφορείται Minima Moralia (επίσημη κυκλοφορία: 5.7.2022) και πρόκειται για 12 κομμάτια με ονειροπόλα και εικαστική διάθεση με κέντρο το πιάνο, ενώ βρίσκεται επί του πιεστηρίου το βιβλίο μου σχετικά με τη μουσική στο θέατρο, τον κινηματογράφο και τα νέα μέσα.
⸙⸙⸙
Ενδεικτικά έργα:
